Η Μμαλάντα της φθοράς

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ

Του Τάκη Κυριτσόπουλου

Όλα μετατοπίζονται δυτικά

στο ίδιο στόχαστρο μέσα.

Τα περιστέρια του στοιχειωμένου καμπαναριού

καθώς εισπνέουν τη λιακάδα.

Ο λυράρης με το εξάσφαιρο τραγούδι.

Η παιδικότητα των λουλουδιών και των θάμνων.

Οι ομορφιές, που δεν προσέξαμε.

Η μονήρης γυναίκα καθώς λυγάει κάτω

απ’ το βάρος των γενέθλιων κεριών της.

Και τ’ ασβεστωμένα σκαλοπάτια της ανηφόρας μας,

όμοια με πλήκτρα πιάνου !

—–

Όλα στροβιλίζονται άηχα προτού ξεθωριάσουν.

Οι άδικες βροχές.

Οι δυσβάταχες Κυριακάδες

ενός Απρίλη χωρίς παράσημα.

Οι άγραφτες καρδιές νέων.

Οι αναπαραστάσεις, πάνω στο αβάκιο,

των μικρών καθημερινών μας θανάτων.

Οι αδικίες, που μας πότιζαν την κραυγή.

Οι ηλιαχτίδες, που μας παρακάμψανε.

Οι τυμπανοκρουσίες, που ηχήσανε στις παρελάσεις μας.

Οι μπόρες, που δεν μετριάσανε τους πυρετούς μας.

Και τα τρία λιγνά κυπαρίσσια στο κοιμητήρι,

πιστά λες, αντίγραφα του πανικού μας.

—–

Ο ήλιος θα κατεβαίνει την ξαρτόσκαλα,

όλα θα νιώθουνε την ανάγκη του άστρου.

Και τα άνυδρα νησιά μας με τις ουλές τις βράχων,

Και οι ομιλίες των κυμάτων,

Και κείνο, το τοσοδά συννεφάκι,

που διαψεύδει τον ήλιο.

Και του φουγάρου το θυμίαμα.

Και του γλάρου το φευγαλέο καθρέφτισμα στο κύμα.

Και του φάρου το φωτοστέφανο.

Και τα λευκά θαλασσόκρινα

Πάνω στους επιπλέοντες κορμούς δένδρων.

Και ο γερασμένος ναυτικός του ψαροκαφενέ,

Που αργοπίνει τη ρακί του και σκούζει:

«Βοήθειαααα, ο ΧΡΟΝΟΣ…»