Κορνηλία Ροΐδη

ΚΟΡΝΗΛΙΑ ΡΟΙΔΗ

Από τη κ. Μαρία Ρώτα

Η μητέρα του Εμμανουήλ Ροΐδη είχε μια θυελλώδη ζωή

Όλοι εμείς οι Συριανοί, ακόμη και οι νεώτεροι (ελπίζω) γνωρίζουμε και είμαστε υπερήφανοι, γιατί εδώ στο νησί μας γεννήθηκε… στις 28 Ιουλίου 1836… «ο πνευματωδέστερος συγγραφέας του περασμένου αιώνα, από τους προδρόμους της ελληνικής πεζογραφίας και κριτικής και τους συντελεστές της αναγέννησης της πνευματικής ζωής του τόπου… (1836-1904)».

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης!

Ο πατέρας του Δημήτριος κρατούσε από τους Ροΐδηδες της Χίου, που ήταν ένας κλάδος της παλιάς αθηναϊκής οικογένειας των Ροΐδηδων, που είχαν πλουτίσει στο εμπόριο. Η μητέρα του Κορνηλία καταγόταν από οικογένεια με ακόμα μεγαλύτερη φήμη και πλούτο, τους Ροδοκανάκηδες, Χιώτες και αυτοί, διατηρούσαν έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς οίκους, αρχικά στο Λιβόρνο.

Για τον Εμμανουήλ Ροΐδη, η πλατιά και στέρεη παιδεία του, η ιδιαίτερη μόρφωσή του (γλωσσική, ιστορική, φιλολογική) θεμελιώθηκε στο νησί της Σύρου. Φοίτησε στο ιδιωτικό Λύκειο του Χρήστου Ευαγγελίδη (σημερινό κτίριο ΟΤΕ) έχοντας φίλο και συμμαθητή τον μετέπειτα επίσης λόγιο και κοσμοπολίτη Δημήτριο Βικέλα, τον Έλληνα που αργότερα ασχολήθηκε με την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων στη χώρα μας.

Το συγγραφικό έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη ήταν… και είναι δημιουργικό και σπουδαίο. Ανέβασε το λειτούργημά του σε καθαρά ευρωπαϊκό επίπεδο. Ασχολήθηκε με την «Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας» έγραψε τα «Συριανά διηγήματα» και πάρα πολλά άλλα σημαντικά ιστορικά και αφηγήματα. Το 1866 εκδόθηκε το έργο του «Η Πάπισσα Ιωάννα» και φυσικά δημιουργήθηκε τότε μια απόλυτα αρνητική θέση και της νεοελληνικής κοινωνίας της εποχής του. Για όλα του τα κείμενα εκτός τις αρνητικές θέσεις για την «Πάπισσα», Έλληνες και Ευρωπαίοι και όχι μόνον, θαύμασαν τα έργα του γιατί με τα γραπτά του συνέβαλε, όσο λίγοι, στην ενηλικίωση της Παιδείας μας.

Η μητέρα του Κορνηλία

«Οι μητέρες των μεγάλων ανδρών υπήρξαν κατά κανόνα μεγάλες γυναίκες». Είχε γράψει ο Γ. Ξενόπουλος, με αφορμή τη βιογραφία της μητέρας του Ε. Ροΐδη.

Θυελλώδης και δραματική ήταν η ζωή της. Η αρχοντοπούλα Κορνηλία, κόρη του πλούσιου Χιώτη Ροδοκανάκη, υπέστη τα πάνδεινα όταν εξερράγη η Επανάσταση του 1821. Το νησί της Χίου καταστράφηκε, ο πατέρας της συνελήφθη όμηρος και η γυναίκα του, έγκυος και με πέντε παιδιά, οδηγήθηκε στο Κάστρο. Τα παιδιά του και η Κορνηλία, είδαν τον πατέρα τους κρεμασμένο σε δέντρο!

Η Κορνηλία πουλήθηκε ως δούλη και ένας πλούσιος Τούρκος της Σμύρνης την προόριζε για το χαρέμι του. Την έστειλε σε ένα κτήμα του στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, σε ένα ανδρόγυνο άτεκνων Τούρκων χωρικών. Εκεί έζησε μέχρι τα δώδεκα χρόνια της, με το όνομα Αϊσέ. Θα κατέληγε στο χαρέμι του Τούρκου, αν δεν την ανακάλυπτε τυχαία ένας παλιός υπηρέτης της οικογένειας Ροδοκανάκη, που έκανε τον μεταπράτη. Ειδοποίησε τους συγγενείς της μικρής σκλάβας και άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για την εξαγορά της. Τελικά, το 1826 η Κορνηλία εξαγοράστηκε με 6.000 τάλιρα και Γάλλος πλοίαρχος τη μετέφερε στο Λιβόρνο, όπου ήταν αποκατεστημένοι οι συγγενείς της. «Για μια τέτοια Τουρκοπούλα πήγαμε να δώσουμε έξι χιλιάδες τάλιρα;» είπε ένας θείος της, μόλις την αντίκρισε.

Αλλά η «Τουρκοπούλα», με τα χωρικά ήθη και την ακατάληπτη γλώσσα ήταν η Ελληνοπούλα αριστοκράτισσα. Γρήγορα μεταμορφώθηκε, ως εκ θαύματος. Με το πνεύμα και την ομορφιά της διέπρεψε στην ελληνική παροικία του Λιβόρνο, όπου παρέμεινε ως το 1834.

Τότε εστάλη στη Σύρο, όπου την περίμενε ο επίσης Χιώτης Δημήτριος Ροΐδης, ο γαμπρός που είχαν επιλέξει. Οι προξενητάδες της εποχής δεν απέβλεπαν μόνο στις περιουσίες, αλλά φρόντιζαν και τις ειδικότερες συνθήκες και τους χαρακτήρες των ζευγαριών. Έτσι, ήταν ευτυχής ο γάμος, από τον οποίον γεννήθηκε στη Σύρο το 1842, ο περιώνυμος Εμμανουήλ Ροΐδης. Η οικογένεια μετακινήθηκε στη Γένοβα και τίποτα δεν είχε απομείνει από την μικρή ταλαίπωρη Αϊσέ.

Η Κορνηλία Ροΐδη φορούσε μια κυανόλευκη ενδυμασία, που της άρεσε, χόρευε με πρίγκιπες και βασιλιάδες, ταξίδευε και διασκέδαζε και χαιρόταν τη ζωή της. Η οικογένεια είχε μετακινηθεί και επισκεπτόταν άλλες χώρες και πόλεις, όπως το Ιάσιο, την Αίγυπτο και τέλος έφθασαν στην Αθήνα το 1862. Σε πολλά από τα κείμενα των έργων του Εμμανουήλ Ροΐδη, φαίνεται ότι έχουν γραφεί στις πόλεις που επισκέφθηκαν, όπως η «Κυανομαχία» που ήταν εμπνευσμένη από τη Γένοβα, το «Πανδαμάτωρ και Πανδαμάτειρα» και το «Ορέστης και Πυλάδης» από το Κάιρο κ.α.

Ο πατέρας του ο Δημήτριος Ροΐδης ήταν Χιώτης, αλλά είχε Αθηναϊκή καταγωγή. Η οικογένειά του είχε μια εκκλησία στην Αθήνα, την Παναγία Χρυσοροΐδενα, που βρισκόταν μεταξύ των οδών Αδριανού και Αγίου Ανδρέου. Ήταν από τους Αθηναϊκούς μικρούς ναούς που δεν είχαν καταστραφεί από τους Τούρκους. Σήμερα αυτός ο μικρός ναός δεν υπάρχει. Το εκκλησάκι κατεδαφίστηκε και όπως γράφουν δημοσιογράφοι, από τότε χάθηκαν τα ίχνη της οικογένειας στην Αθήνα.

Τι απέγινε όμως η Κορνηλία Ροΐδη, η μάνα του σπουδαίου και διάσημου συγγραφέα; Έζησε στην Αθήνα επί περίπου μισό αιώνα, από το 1862 έως τον Φεβρουάριο του 1907, όταν έφυγε από τη ζωή. Το τέλος της, όμως, ήταν το ίδιο πικρό με την αρχή της ζωής της…

Αυτή η γυναίκα που είχε ζήσει με τον σύζυγό της Δημήτριο Ροΐδη μια πλούσια και χαρούμενη ζωή είχε ένα τέλος θλιβερό και πικρό τόσο πολύ που έμοιαζε με την ίδια πίκρα που είχε μικρό παιδί, στην αρχή της ζωής της. Γνώρισε ένα άσχημο τέλος από δύο πλευρές. Η πρώτη ήταν η οικονομική καταστροφή, αλλά εκεί όπου υπέκυψε ήταν όταν προηγήθηκε ο θάνατος του μοναδικού και αγαπημένου γιου της Εμμανουήλ, ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 1904.

Αυτή ήταν η μητέρα του Εμμανουήλ Ροΐδη, η αρχοντοπούλα που πουλήθηκε ως σκλάβα σ’ ένα Τούρκο, αλλά αργότερα έζησε ένα ευτυχισμένο γάμο. Το τέλος της ήταν πικρό.

Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά τον καλό φίλο Καθηγητή Γεώργιο Σαρλή για τις πάντοτε σωστές και αξιόλογες πληροφορίες του.

Εμμανουήλ Ροΐδης