Γιαννούλης Χαλεπάς

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ (1851-1938)

Κείμενο από τον κ. Χρήστο Θανόπουλο

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς υπήρξε ο σημαντικότερος γλύπτης της νεότερης Ελλάδος, αλλά και η πιο τραγική μορφή της. Καταγόταν από το χωριό Πύργος, το καλλιτεχνικό κέντρο της Τήνου, γενέτειρα επίσης του ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα και των γλυπτών Δημητρίου Φιλιππότη, Λάζαρου Σώχου, Ιωάννη Βιτάλη. Στον Πύργο βρίσκεται το σπίτι–εργαστήριο του Γιαννούλη Χαλεπά, σήμερα μουσείο. Κατά την παράδοση όταν ο Φειδίας ταξίδευε προς την Δήλο, τόπο εξορίας του, λόγω ισχυρών ανέμων το πλοίο προσόρμισε στην Τήνο, όπου και δίδαξε στους κατοίκους της την γλυπτική.

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν το μεγαλύτερο από τα παιδιά του φημισμένου μαρμαρογλύπτη Ιωάννη Χαλεπά και της «τσατσα-Ρήνης», το γένος Λαμπαδίτη. Γεννήθηκε στον Πύργο το 1851. Ο πατέρας και ο θείος του είχαν οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής, με παραρτήματα σε Βουκουρέστι, Σμύρνη και Πειραιά.

Από μικρός μυήθηκε στα μυστικά της μαρμαρογλυπτικής, βοηθούσε τον πατέρα του σε έργα που ετοίμαζε για εκκλησίες και μετά το Δημοτικό Σχολείο ο πατέρας του τον έστειλε στη Σύρο, όπου φοίτησε στο Σχολαρχείο και στην Α΄Γυμνασίου, προκειμένου να γίνει έμπορος. Δεν διάβαζε πολύ διότι όλο σχεδίαζε. Έγινε υπάλληλος σε εμπορικό κατάστημα, αλλά τον έδιωξαν και ο πατέρας του τελικά πείστηκε να μετοικήσει στην Αθήνα το 1869 και να γράψει τον Γιαννούλη στο σχολείο των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου), όπου φοίτησε από το 1869 έως το 1872, με δάσκαλο του εξαίρετο νεοκλασικό γλύπτη Λεωνίδα Δρόση. Αριστεύει, σαρώνει όλα τα βραβεία και περνά δύο χρονιές σε μία, κάθε χρόνο. Μυείται στον κλασικισμό και εξοικειώνεται με την ελληνική μυθολογία και τους τραγικούς συγγραφείς, οι οποίοι αποτελούν πηγή έμπνευσης σε όλη του την ζωή.

Με εισήγηση του λόγιου βουλευτή Τήνου, Ιάκωβου Παξιμάδη, αποσπά υποτροφία από το Πανελλήνιο Ίδρυμα Ευαγγελίστριας Τήνου και συνεχίζει τις σπουδές του στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου (1873-1876), καλλιτεχνικό κέντρο της Ευρώπης εκείνη την εποχή, με καθηγητή τον επίσης κλασικιστή γλύπτη Max Ritter Windnmann.

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι από τους σπάνιους καλλιτέχνες που ξεκινούν την σταδιοδρομία τους με ώριμα έργα. Τρία μνημειακά έργα έχουν διασωθεί ακέραια από την πρώιμη περίοδο της δημιουργίας του (1864–1878), τέλεια από τεχνική άποψη, γεμάτα πνοή, που κάνουν το αριστούργημα να ξεχωρίζει από το απλώς άρτιο έργο. Είναι το σύμπλεγμα «Σάτυρος με τον Έρωτα», το ανάγλυφο της «Φιλοστοργίας» και η «Κοιμωμένη». Είναι 24 ετών όταν δημιουργεί το πολυβραβευμένο σύμπλεγμα: «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα» (1875–1877) η τελική σύνθεση του οποίου σε μάρμαρο ολοκληρώθηκε στην Αθήνα (1877) και λαμπρύνει την μόνιμη έκθεση της Εθνικής Γλυπτοθήκης στο Γουδή.

Πρόκειται για σύνθεση ύψους 1,35 μέτρων, πολυαξονική, περίοπτη, με συστροφές και χιασμούς. Συνδυάζεται η τέλεια γνώση της ανατομίας με το αβρό πλάσιμο της σάρκας και την διαίσθηση της ανθρώπινης ψυχολογίας. Αυτό το νεανικό έργο του Χαλεπά αποτελεί απόσταγμα της κλασικιστικής παιδείας και κατά συνέπεια της παράδοσης της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, μαζί με στοιχεία ρομαντισμού και ρεαλισμού.  Ο «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα» συμβολίζει τον άνθρωπο. Ο Σάτυρος εκφράζει το Διονυσιακό – δαιμονικό στοιχείο της ψυχής του ανθρώπου, ενώ ο Έρωτας το Απολλώνιο – αγγελικό. Η αρμονική συνύπαρξη των δύο και όχι η υπεροχή του ενός επί του άλλου, είναι ο άνθρωπος, κατά τον Χαλεπά.

Ο Χαλεπάς δεν ολοκλήρωσε τα προπλάσματα που έδειχναν είτε τον Σάτυρο, είτε τον Έρωτα νικητή. Στο ανάγλυφο της «Φιλοστοργίας» (1875) ο Χαλεπάς εμπνέεται από τα φειδιακά γλυπτά του Παρθενώνα και τις επιτύμβιες στήλες του 5ου αιώνα π.Χ., σμιλεύοντας τη νεαρή γυναίκα με πλούσιες πτυχώσεις των ιματίων και έντονο σκιοφωτισμό.

Στη διάρκεια της παραμονής του στο Μόναχο εξέθεσε τα έργα του «Το παραμύθι της πεντάμορφης», (ή «Πριγκίπισσα του Ρήνου») και «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα», για τα οποία βραβεύτηκε και απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές. Στη Ακαδημία επιβάλλεται με το ταλέντο, την αντίληψη του και διακρίνεται συνεχώς. Μετά από τρία χρόνια  διακόπηκε η υποτροφία του, παρά την συστατική επιστολή του Διευθυντή της Ακαδημίας. Ο Χαλεπάς αναγκάζεται να διακόψει τις σπουδές του στο Μόναχο, επιστρέφει και εγκαθίσταται στην Αθήνα (1876). Το κορυφαίο δημιούργημα της πρώτης Αθηναϊκής περιόδου (1876–1878) και διασημότερο γλυπτό του είναι η «Κοιμωμένη», επιτύμβιο άγαλμα για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η νεαρή κόρη, ξαπλωμένη σε ανάκλιντρο, παραδομένη σε όλβιο ύπνο, διαπνέεται από θεία γαλήνη, από το τρυφερό πρόσωπο με το μισάνοιχτο στόμα, ως το λυγισμένο γόνατο και τα ακροδάχτυλα. Από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν σε μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης. Γύρω στο 1977, ο τότε διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Δημήτρης Παπαστάμος, έφτιαξε εκμαγείο και διασώθηκε το έργο (εκτίθεται στην Εθνική Γλυπτοθήκη), πριν υποστεί τις φθορές της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Στην Αθήνα ο Χαλεπάς ανοίγει δικό του εργαστήριο και εργάζεται πυρετωδώς, πάνω από 20 ώρες την ημέρα, για δύο χρόνια. Σώθηκαν 12 έργα από αυτήν την περίοδο («Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά της», «Οιδίποδας με την Αντιγόνη εν Κολωνώ», κ.ά.). Είχε ήδη γίνει γνωστός στην εύπορη Αθηναϊκή κοινωνία και άρχισε αμέσως να δέχεται παραγγελίες.

Το 1878 εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς, οπότε κλείνει η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του και αρχίζει η περιπέτεια που τον κράτησε σαράντα ολόκληρα χρόνια μακριά από την ζωή και την Τέχνη. Υπέστη νευρικό κλονισμό και άρχισε να καταστρέφει τα έργα του (ανάμεσά τους και την «Μήδεια»), ενώ επιχείρησε κατ’ επανάληψη να αυτοκτονήσει. Αίτια της ψυχασθένειας του ήταν η διακοπή των σπουδών, ο ατυχής έρωτας για μία συμπατριώτισσα του, η τελειομανία, η υπερκόπωση, η βεβαρημένη κληρονομικότητα (ο αδελφός του Αριστοκλής αυτοκτόνησε, ενώ η αδελφή του Αικατερίνη πέθανε τρελή). Οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία και στη Σμύρνη, αλλά δεν συνήλθε.

Ύστερα από συνεχή επιδείνωση και διαγνωσμένη «άνοια», η οικογένεια του αποφάσισε να τον κλείσει στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας (1888), σε ηλικία 37 ετών, όπου παρέμεινε για 14 χρόνια. Οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε κατέστρεφαν οτιδήποτε δημιουργούσε. Σώθηκε ένα μόνο έργο, κλεμμένο από κάποιο φύλακα και παραπεταμένο στο υπόγειο του Ψυχιατρείου, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.

Το 1901 πέθανε ο πατέρας του και το 1902 τον πήρε η μητέρα του από το Ψυχιατρείο και τον επανέφερε στην Πύργο της Τήνου, όπου τον είχε υπό αυστηρή επιτήρηση. Η μητέρα του είχε συνδέσει την τρέλα του με την τέχνη και τον εμπόδιζε να δημιουργεί. Οτιδήποτε έφτιαχνε με κάρβουνο ή πηλό, καταστρεφόταν από την μητέρα του ή και από τον ίδιο. Περνούσε τον καιρό του βόσκοντας πρόβατα, αποκομμένος από όλους.

Το 1915 ο πνευματικός κόσμος των Αθηνών ξεσηκώνεται με αφορμή άρθρα του Θ. Βελλιανίτη για την «Κοιμωμένη». Οι Αθηναίοι επισκέπτονται ομαδικά για να θαυμάσουν το διάσημο άγαλμα στο Α΄ Νεκροταφείο και στενοχωριούνται, διότι η Γλυπτική έχασε έναν μοναδικό καλλιτέχνη.

Ο θάνατος της μητέρας του Χαλεπά (1916) υπήρξε καθοριστικός, σταδιακά συνήλθε και μπορούσε πλέον απερίσπαστος να αφοσιωθεί στην Τέχνη του (1918). Έτσι ξεκινά η πρώτη μεταλογική περίοδος (1918-1930) στην Τήνο. Μένει στο υγρό υπόγειο του σπιτιού του, το οποίο έχει μετατρέψει σε εργαστήριο. Τον επισκέπτονται πνευματικοί άνθρωποι από την Αθήνα (Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Λύτρας, Θ. Θωμόπουλος) και δεν πιστεύουν στα μάτια τους. Πενήντα έξι έργα είναι ο καρπός αυτής της εποχής. Κάποια έχουν χαθεί.

Τα πιο γνωστά είναι η «Αριάδνη», το «Παραμύθι της Πεντάμορφης» ή «Ωραίας Κοιμωμένης», «Σάτυρος και ο Έρωτας» σε διάφορες εκδοχές, η «Αθηνά Βοσκοπούλα», «Αυτοπροσωπογραφία», «Ηρωδιάς», «Θεριστής», το «Μυστικό», «Αγία Βαρβάρα και Ερμής», πολλές προτομές, κ.α.. Ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, τον επισκέπτεται με εντολή του Υπουργείου Παιδείας, βγάζει εκμαγεία των προπλασμάτων του και διοργανώνει η Ακαδημία Αθηνών έκθεση με τα έργα του (1925), ενώ του απονέμει το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών (1927). Μία δεύτερη έκθεση (1928) διοργανώθηκε στο «Άσυλο Τέχνης» με γλυπτά και σχέδια. Θα ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε κλίμα γενικού θαυμασμού και δόξας, που όμως δεν τον συγκινούν. Δουλεύει ασταμάτητα, προκειμένου να ανακτήσει τον χαμένο χρόνο.

Το 1930 με την φροντίδα της ανιψιάς του Ειρήνης Χαλεπά, εγκαθίσταται στο σπίτι της στην Αθήνα και ξεκινά η δεύτερη μεταλογική περίοδος της Αθήνας (1930–1938). Μία μικρή παράγκα γίνεται το εργαστήριο του, στο οποίο εργάζεται 16 ώρες την ημέρα. Είναι υπέργηρος, τα χέρια του τρέμουν και τα μάτια δεν τον βοηθούν πια. Μέσα στο στενό εργαστήριο του, όπου επικρατούσε το αδιαχώρητο, έστηνε πολλά έργα ταυτοχρόνως και μόνο εκείνος μπορούσε να κινηθεί ανάμεσά τους, με μεγάλη προσοχή.

Στα οκτώ τελευταία χρόνια της ζωής του έφτιαξε 50 έργα, με σημαντικότερα την «Αναπαυομένη» το αριστούργημα που προόριζε για τον Εθνικό Κήπο, «Οιδίπους επί Κολωνώ», «Αμφιτρίτη», «Μήδεια», «Ευαγγελισμός», «Ανάσταση», «Σκέψη»,  «Ερμής, Πήγασος και Αφροδίτη», «Μικρή Αναπαυόμενη», «Κυνηγός», κ.α. Ο νέος Οιδίποδας, που όπως εκείνος τυφλώθηκε αντικρίζοντας κατάματα την «Αλήθεια», έτσι και ο Χαλεπάς χωρίς τα σωματικά μάτια, ήταν ελεύθερος να συνομιλήσει με την Τέχνη, «ενώπιος ενωπίω».

Η φρενοβλάβεια, η μοναξιά, η σιωπή, «ο πόνος που είναι άντρας», όπως έλεγε, λειτούργησαν σαν μυστικό εργαστήρι από όπου αναδύθηκε ένας άλλος Χαλεπάς. Σε αυτήν την «μεταλογική» φάση, τίποτα δεν θυμίζει το παλιό του ύφος. Έχοντας αφήσει πίσω του τον «Ακαδημαϊσμό», το ύφος του γίνεται ελεύθερο, αυθόρμητο, πηγαίο, επικεντρώνεται στην ουσία των συνθέσεων και όχι στην λεπτομερειακή επεξεργασία της επιφάνειας. Αντλεί από τα διδάγματα της «προ Φειδίου εποχής», την οποία προτιμούσε. Οι μορφές του είναι στιβαρές, επιβλητικές, σχεδόν ιερατικές, εσωστρεφείς. Οι συνθέσεις αποτελούνται από όγκους συμπαγείς χωρίς προβολές και έντονες εξοχές. Έχουν περίοπτο χαρακτήρα, με κρυφούς συμβολισμούς που εμπλουτίζουν το κεντρικό θέμα. Κλίμακες και ιεραρχίες παραβιάζονται.

Όνειρο, φαντασία και πραγματικότητα λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Η ενότητα του τόπου και του χρόνου καταλύεται. Στα έργα του κορυφαίου γλύπτη ο παγανιστικός κόσμος της αρχαιότητας συνυπάρχει με τον Χριστιανικό. Ο Χαλεπάς έχει εξασφαλίσει περίοπτη θέση στην ιστορία του Ελληνικού μοντερνισμού. Το καινοτόμο στοιχείο δεν έγκειται στα θέματα, αλλά στις ελευθερίες που ο καλλιτέχνης διεκδικεί και κατακτά, για να τα ερμηνεύσει. Χωρίς να χρησιμοποιεί σκελετό, πλάθει συνθέσεις εμπνευσμένες από την αρχαιότητα και την ελληνική μυθολογία, από αλληγορίες, θρύλους,  παραδόσεις και σκηνές της καθημερινής ζωής. Δημιουργεί μεμονωμένες μορφές, γυναικεία γυμνά και τα χαρακτηριστικά διμέτωπα έργα, επιλέγοντας θέματα που υποδηλώνουν τα προσωπικά του βιώματα.

Η «Μεγάλη Αναπαυομένη» (1931), το μόνο άγαλμα μνημειακών διαστάσεων, συμπυκνώνει τις αναζητήσεις της γλυπτικής στον 20° αιώνα. Μια νέα ξαπλωμένη με το πλάι, αναγέρνει βίαια το κεφάλι της πάνω στα ψηλά μαξιλάρια, στυλώνοντας το βλέμμα στο κενό, τεντώνοντας σπασμωδικά τα χέρια, σαν να βρίσκεται σε έκσταση. Ένας βαθύς πόνος–λυγμός την συνταράσσει. Στο δεξί χέρι κρατάει μια πεταλούδα («ψυχή»), εμποδίζοντας την να πετάξει. Η ψυχή – πεταλούδα παραπέμπει στην πνοή. Ίσως η γυναίκα πεθαίνει από ερωτική απογοήτευση, όπως δείχνει ο νεαρός άνδρας, που είναι χαραγμένος στο πίσω μέρος του προσκέφαλου.

Άλλο συγκλονιστικό έργο με το οποίο έχει εμμονή είναι η «Μήδεια», που κρατάει σφικτά από τα χέρια τα παιδιά της, με την τραγικότητα αποτυπωμένη στα πρόσωπα των μορφών. Το έργο παραπέμπει στη σχέση του καλλιτέχνη με την μητέρα του.

Ο Χαλεπάς είχε επισκεφτεί την Ακρόπολη, το Αρχαιολογικό Μουσείο και την «Κοιμωμένη» στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών, όπου ανέφερε ότι τα έργα της μεταλογικής ωριμότητάς του ήταν ανώτερα από αυτά των νεανικών του χρόνων.

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1938 πέθανε ο καλλιτέχνης που έθιξε τα όρια της μεγαλοφυΐας. Με αφορμή την συμπλήρωση ογδόντα ετών από τον θάνατο του Γιαννούλη Χαλεπά, το 2018 ανακηρύχθηκε «Έτος Χαλεπά». Ο Γιαννούλης Χαλεπάς μαζί με τον Κωνσταντίνο Καβάφη, τον Νίκο Καζαντζάκη, τη Μαρία Κάλλας, τον Δημήτρη Μητρόπουλο, τον Νίκο Σκαλκώτα, είναι ο κορυφαίος Έλληνας δημιουργός στον 20° αιώνα και ένας από τους σκαπανείς του ευρωπαϊκού μοντερνισμού.

Ο Δήμος Τήνου και το Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου «Γιαννούλης Χαλεπάς» οργάνωσαν σειρά εκδηλώσεων σε Τήνο, Σύρο, Χίο, Ιωάννινα, Αθήνα, για να τιμηθεί η τεράστια καλλιτεχνική προσφορά του Γιαννούλη Χαλεπά και να συνδεθεί με τη σύγχρονη Τέχνη. Στην Τήνο διοργανώθηκαν συναυλίες, εκθέσεις γλυπτικής και ζωγραφικής, διαλέξεις, καλλιτεχνικά εργαστήρια για παιδιά, ξεναγήσεις κ.α. Έκθεση με έργα 25 Τηνίων μαρμαρογλυπτών με αφετηρία τον Πύργο (Τήνου), περιόδευσε σε Ερμούπολη (2–13 Σεπτεμβρίου 2018), Χίο (Οκτώβριος 2018), Ιωάννινα (Νοέμβριος 2018) και Δήμο Υμηττού – Δάφνης (Δεκέμβριος 2018). Στο Auditorium του Υπουργείου Πολιτισμού παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα αποκάλυψης – μελέτης – ανάδειξης των καλλιτεχνικών γραφημάτων (σχεδίων) του Γιαννούλη Χαλεπά, στους τοίχους του σπιτιού – Μουσείου στον Πύργο, από το Ερευνητικό τμήμα του ΤΕΙ Αθηνών, υπό την εποπτεία της Υπηρεσίας Νεώτερων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού (τέλος του 2018), η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών έδωσε συναυλία προς τιμήν του Χαλεπά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών,   εκδόθηκε αναμνηστικό γραμματόσημο, κ.α.

Ο Χαλεπάς ισοδύναμος ενός Medardo Rosso και ενός Albertο Giacometti, αποτελεί μοναδική περίπτωση στη γλυπτική του 20ου αιώνα: «Κοιμάται» τρόπον τινά κατά τον 19ο αιώνα και ξυπνάει σαν την πεντάμορφη του Παραμυθιού μέσα στον εικοστό, χωρίς να έχει διόλου απολέσει την επαφή με τη συνέχεια των μορφών.

Βιβλιογραφία:-

Βαϊμάκη Βάλυ, Κιοσσέ Χαρά, Σιώτης Ντίνος, Ταρσούλη Γεωργία, Τραχανά Βίκυ, Πρόσω ολοταχώς για την Τήνο, σελ. 22-23, εκδόσεις Ερρίνη, Αθήνα 2000.

Εθνική Γλυπτοθήκη, Μόνιμη Συλλογή, Άλσος Στρατού, Γουδή.

Λαγούρος Στυλιανός, Η Τέχνη στην Τήνο και οι Καλλιτέχνες της, σελ. 58-79, εκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1988.  

Λαμπράκη Μαρίνα, Γιαννούλης Χαλεπάς (1851–1938) – Πολιτισμός – Το Βήμα Online, 4 Φεβρουαρίου 2007, https://www.tovima.gr/culture/article/?aid=178814

Στεφανίδης Μάνος, Ιδιοτελής Αθανασία, Εικαστικά, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 18 Απριλίου 1999.

https://el.wikipedia.org/wiki/Γιαννούλης Χαλεπάς.

https://e-tinos.gr/παρουσίαση-εκδηλώσεων έτους Γιαννούλη Χαλεπά/.

Φωτογραφίες από μερικά έργα του Γιαννούλη Χαλεπά

Arrow
Arrow
Slider