Γιατί η Γυναίκα ?

Ομιλία που έγινε στη αίθουσα του Συνδέσμου την 14/04/2019

στην εκδήλωση μας «Πασχαλινή Εορταγορά – Τσάι»

ΜΕΡΟΠΗΣ Ν. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ὁμότιμης Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

                                                                               ΓΙΑΤΙ  Η  ΓΥΝΑΙΚΑ ;

          Ὁ τίτλος γιά τίς σκέψεις πού θά ακολουθήσουν μπορεῖ νά συμπληρωθεῖ μέ πολλούς τρόπους. Γιά παράδειγμα, μπορεῖ κάποιος να ἀναρωτηθεῖ «Γιατί ἡ σύγχρονη γυναίκα ἔχει ἐπωμισθεῖ τόσες ὑποχρεώσεις;» «Γιατί ἡ γυναίκα ἔπρεπε να παλαίψει τόσο γιά νά κατακτήσει αὐτονόητα δικαιώματα;» Κι άκόμα, «Γιατί ἡ ἐπίδραση τῆς γυναίκας, σέ ὅλες τίς πτυχές τῆς οἰκογενειακῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς, ὑπῆρξε καί συνεχίζει νά εἶναι τόσο σημαντική ὥστε νά ἔχει χαρακτηριστεῖ κάποτε ὡς ἕνα ἀπό τά τρία μεγαλύτερα δεινά (πύρ, γυνή καί θάλασσα) ἤ, γιά νά θυμηθοῦμε τον γνωστό διάλογο μεταξύ Θεοφίλου καί Κασσιανῆς, ὡς πηγή τῶν «φαύλων» ἀλλά καί τῶν «κρείττω»; Καί, τέλος,«Γιατί θά μποροῦσε κάποιος, σήμερα, νά ὑποστηρίξει ὅτι σέ μιά κοινωνία πού σήπεται καί ἐκχυδαῒζεται, ἡ γυναίκα μπορεῖ νά εἶναι ἐκείνη πού θά ἀντισταθεῖ καί θά προσφέρει πολύτιμα ἐρείσματα ποιοτικῆς ἀναβάθμισης τῆς ζωῆς μας;»

Ὁ στίχος τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ, Διονυσίου Σολωμοῦ, «Θαυμάζω τὶς γυναῖκες μας καὶ στ’ ὄνομα τους μνέω», ἀποκαλύπτει, μέ σαφήνεια, μιά πηγαία ἀναγνώριση τοῦ ρόλου πού παίζει, πού μπορεῖ νά παίξει ἡ γυναίκα, σε ὅλες τις πτυχές τῆς ζωῆς μέσα στήν κοινωνία. Ἔνας ρόλος πού, ὅπως θὰ δοῦμε στή συνέχεια,  ἔχει μεγάλη συνεισφορὰ καὶ ἐπίδραση σ’ αὐτό πού χαρακτηρίζουμε ὡς Παιδεία, στην εὐρύτερή της ἔννοια, ἀπό τήν ὁποία ὅλα πηγάζουν καί στήν ὁποία, τελικῶς, ὅλα ἀνάγονται.

Τὸ 1833, ὁ Ἀδαμάντιος Κοραὴς γράφει: «Τρόπον μεταβολῆς τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, οὐτ’ ἐστοχάσθην ποτέ, οὔτε στοχάζομαι ἄλλον παρὰ τήν Παιδείαν». Ἀναλογίζομαι τις προεκτάσεις τῆς σοφῆς αὐτῆς, καὶ ὄσο ποτὲ ἄλλοτε ἐπίκαιρης σήμερα διαπιστώσεως, καὶ συνειδητοποιῶ ὅτι δεν μπορεῖ να εἶναι ἁπλῆ σύμπτωση τὸ ὅτι ἡ λέξη Παιδεία εἶναι γένους θηλυκοῦ. Συνειδητοποιῶ δηλαδὴ ὅτι, ἡ πολυσήμαντη αὐτὴ ἔννοια μπορεῖ, μὲ χίλιους τρόπους, νά πηγάζει, νά μεταδίδεται, νά ὑπηρετεῖται καὶ νά προάγεται, κατὰ κύριο λόγο, ἀπὸ τη γυναῖκα καί κυρίως τή μάνα.

Στό σημεῖο αὐτό, εἶναι νομίζω ἐξειρετικά χρήσιμο νά θυμηθοῦμε κάτι πού ἀναφέρει στά ἀπομνηνμονεύματά του ὁ μεγάλος μας ποιητής Γιῶργος Σεφέρης. Ὅταν, κάποτε, τόν ρώτησε κάπως ὑποτιμητικά ἕνας ἐπιφανής ξένος:

– Μά σοβαρά πιστεύετε ὅτι εἶστε ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα καί τοῦ Θεμιστοκλῆ;

           Ὁ Σεφέρης τοῦ ἀπάντησε:

          – Ὄχι. Εἴμαστε ἀπόγονοι μονάχα τῆς μάνας μας. Πού μᾶς μίλησε  

          ἑλληνικά, πού προσευχήθηκε ἑλληνικά, πού μᾶς νανούρισε μέ ἱστορίες

          γιά τά κατορθώματα τοῦ Λεωνίδα, τοῦ Θεμιστοκλῆ, τοῦ Διάκου καί τοῦ 

          Παπαφλέσσα καί εἴδαμε τήν ψυχή της νά βουρκώνει τή Μεγάλη

          Παρασκευή, μπροστά στό ξόδι τοῦ νεκροῦ Θεανθρώπου.

Τό ἴδιο τονίζει, μέ τόν δικό του ἀνεπανάληπτο τρόπο, καί ὁ κορυφαῖος δοκιμιογράφος μας, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος. Γράφει :

«…Ἡ γυναῖκα εἶναι ἡ σεπτή κλειδοκρατόρισσα τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς, ἐκείνη πού διερμηνεύει όργανικά καί χυχικά ὅλα τά αἰνίγματα καί τά θεῖα δωρήματα το[τ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτήν στηρίζεται ὁ θεσμός τῆς οἰκογένειας, κι ἐκείνη, μέ τρόπους ποικίλους στοργῆς, παραδείγματος καί πειθαρχίας, σφραγίζει τά παιδιά της μέ σφραγίσματα ἀνεξίτηλα μνήμης καί πολύτιμων ἐμβιώσεων…».

  Τόσες , λοιπόν, ἄπειρες προεκτάσεις, δίνουν οἱ ἐξέχοντες αὐτοί πνευματικοί ἄνδρες  στά νάματα πού πηγάζουν ἀπό τή Μάνα. Τήν πρώτη, τήν ἀναντικατάστατη, ἀλλά καί ἀναπόφευκτη δασκάλα τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

 Ὅμως, μάνα καὶ φορέας μητρικῆς παιδείας δέν εἶναι μόνο ἡ φυσικὴ μητέρα. Κάθε γυναίκα, ἄν τό θελήσει, μπορεῖ νά προσωποποιήσει τίς ἰδιότητες τῆς μάνας γιά κάθε παιδί πού θὰ συναντήσει στόν δρόμο της καὶ θὰ θελήσει νά τὸ νιώσει γιά δικὸ της παιδί. Μπορεῖ νά τό ποτίσει, σάν μέ ἀθάνατο νερό, μέ ὅλα τά νοήματα πού ἀναβλύζουν ἀπό τά λόγια τῶν μεγάλων ποιητῶν μας.

Κι ἀξίζει ἐδῶ νά σημειώσουμε, ὅτι οἱ γυναῖκες ἀποτελοῦμε τὸ 52% τοῦ γενικοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὅτι, στή χώρα μας, τὸ 60% περίπου τῶν ἐκπαιδευτικῶν τῆς προσχολικὴς, πρωτοβάθμιας καὶ δευτεροβάθμιας ἐκπαίδευσης, εἶναι γένους θηλυκοῦ. Εἶναι δὲ κοινὴ καὶ διεθνὴς ἡ διαπίστωση ὅτι, ἕνα σημαντικὸ μέρος τῆς Παιδείας τῶν νέων προέρχεται ἀπό τήν ἐκπαίδευση, ἀπό τήν ὁποία καὶ πρέπει νά ὑποστηρίζεται. Γι’ αὐτὸ καί, συχνά, ἰδίως τὰ τελευταῖα χρόνια, ὅταν διαπιστώνονται τὰ τραγικὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας «ἀλαλούμ» καὶ τῶν ἐγκληματικῶν σχετικῶν πειραματισμῶν, μιλᾶμε για «τὰ χάλια τῆς παιδείας μας». Ὡστόσο, εἶναι ἀνάγκη, νά γίνει μιά οὐσιαστική διευκρίνιση.

* * *

Παιδεία δεν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο ἡ ἀπόκτηση γνώσεων. Παιδεία εἶναι ἡ ποιότητα ἐκείνη πού ἁπλώνεται πέρα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευση, ἀφοῦ εἶναι τὸ γενικότερο προϊὸν τῶν ἰδανικῶν, τῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν ἀξιῶν, ποὺ διέπουν τη ζωή, τὰ ὄνειρα, τή συμπεριφορά, καὶ τὶς ἐπιδιώξεις ἑνὸς ἀτόμου, μιᾶς κοινωνίας, ἑνὸς ἔθνους. Ἡ Παιδεία, δηλαδή, διαμορφώνεται, καλλιεργεῖται, καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ ἐρεθίσματα καὶ ἐμπειρίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ἀπὸ τὰ πρότυπα πού μέ κάθε τρόπο προβάλλονται καὶ ἐπιβραβεύονται γύρω μας, ἀπὸ τὰ παραδείγματα καὶ τὸ ἦθος τῶν πάσης φύσεως ἡγετῶν, ἀπὸ τὸ περιεχόμενο, τέλος, ποὺ ἀποκτοῦν, σὲ κάθε ἐποχὴ, κάποιες συγκεκριμένες ἔννοιες ὅπως «ἐλεύθερος», «δυνατός», «ἔξυπνος», «ἐπιτυχημένος» , καὶ ἀπὸ τή σχέση πού ἔχουν αὐτὲς οἱ ἔννοιες μὲ πράξεις ὑψηλοῦ ἤθους, καὶ μὲ ἐπιτεύγματα τοῦ πνεύματος, τοῦ φρονήματος , τοῦ μόχθου καί τῆς ἀρετῆς.

Τὰ ἐρεθίσματα αὐτὰ ἐπηρεάζουν τὸ ἄτομο ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς του διὰ βίου καὶ ξεκινοῦν πάντα ἀπὸ τὸ πιὸ στενὸ καὶ ἀγαπημένο περιβάλλον του, τὴν οἰκογένεια, για να διευρυνθοῦν καὶ να πολλαπλασιαστοῦν, στή συνέχεια, στό σχολικὸ περιβάλλον καὶ στόν κοινωνικὸ περίγυρο.

Ποιός λοιπὸν μπορεὶ νά εἶναι ὁ ρόλος τῆς σύγχρονης Ἑλληνίδας στόν καίριο καὶ καταλυτικὸ, γιά τὴν ἐθνικὴ μας ἐπιβίωση, Τομέα τῆς γενικότερης Παιδείας; Ἀπαντῶ μὲ τέσσερις λέξεις: «δύσκολος, θεμελιώδης, ἀναντικατάστατος καὶ ἀναπόφευκτος».

Πρέπει δὲ ἐδῶ να τονιστεῖ μὲ ἔμφαση ὅτι, τὸν ρόλο αὐτὸ δεν χρειάζεται να τὸν διεκδικήσει ἡ σύγχρονη γυναίκα ἀπὸ κανέναν, διότι τῆς ἀνήκει δικαιωματικά. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Στούς ρόλους τῆς μάνας, τῆς πρώτης δασκάλας τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τῆς γιαγιᾶς, ἀλλά καί τῆς κόρης πού φροντίζει ἀνήμπορους γονεῖς, τῆς συζύγου πού ξέρει μέ τόν τρόπο της νά γλυκαίνει τήν οἰκογενειακή ἑστία, τῆς ἐκπαιδευτικοῦ κάθε βαθμίδας πού ἀγαπάει καί σέβεται τά νιάτα, τῆς ἀξιοπρεποῦς ἐπιστήμονος πού διασυνδέεται μὲ ὅλα τὰ κοινωνικὰ στρώματα, τῆς ἀθλήτριας, τῆς δημοσιογράφου, μὲ τὴν πολυδύναμη ἐμβέλεια, ἀλλά καί τῆς  κ ά θ ε  ἐργαζόμενης, ἡ σύγχρονη Ἑλληνίδα μπορεῖ καί πρέπει νά ἐκπέμπει, να καλλιεργεῖ, να μεταδίδει καὶ να ὑπηρετεῖ ὅλα ὅσα συνιστοῦν Παιδεία. Μιά παιδεία ἤθους, ποιότητας, περηφάνειας, συνέπειας, ἐντιμότητας, εὐπρέπειας, ἀλληλοσεβασμοῦ καὶ ἀνθρωπιᾶς, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ μόνο ἀντίδοτο, τήν μόνη προστασία ἀπὸ τή συνθλιβή πού μᾶς ἐπιφυλάσσει ἡ ἀποκλειστικὴ προσήλωση στήν οἰκονομοθηρικὴ μανία πού ἔχει καταλάβει τή σύγχρονη κοινωνία, μέ ὑπέρτατη ἀξία τό χρῆμα.

Ἀναφέρθηκε προηγουμένως ὅτι ἡ πρώτη καὶ  ἀ ν α π ό φ ε υ κ τ η δασκάλα τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἡ μάνα. Κι αὐτό ἱσχύει διαχρονικά.  Ἡ Σπαρτιάτισσα μάνα γέννησε παιδεία για ὅλους τοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ γυναῖκες τῆς Μάνης, οἱ Σουλιώτισσες, οἱ γυναῖκες τῆς Πίνδου, τῆς Κατοχῆς καὶ τῆς Κύπρου, ἀλλὰ καὶ οἱ πρωτοπόρες Ἑλληνίδες, πού, μὲ μόχθο καὶ ἀξιοπρέπεια, ἀνέβηκαν τίς βαθμίδες τῆς ἐπιστήμης, τῆς τέχνης καὶ τῆς πολιτικῆς, καί, ὕφαναν στον ἀργαλειὸ τῆς ἑλληνικῆς Παιδείας τίς δικὲς τους διαχρονικὲς ἠθικὲς ἀξίες. Καί μέ τί λόγια νά περιγράψει κανείς τήν προσφορά σέ ἀξίες  τῆς ἀξιοθαύμαστης ἐθελόντριας γυναίκας; Αὐτῆς πού, χωρίς κανένα ἀντάλλαγμα, νοιάζεται γιά τό ὀρφανό παιδί, γιά τόν ἀνήμπορο συνάνθρωπο, γιά τόν ἡλικιωμένο πού βασανίζεται ἀπό μοναξιά, καί δίνει μέ τήν καρδιά της μιά προσφορά εὐλογημένη, ἀνιδιοτελῆ καί σιωπηλή, ὅπου καί ὅσο μπορεῖ. Μιά προσφορά πού μπορεῖ νά γίνει φωτεινός δείκτης πορείας γιά τά παιδιά της, γιά ὄλα τά παιδιά μας.

Ἡ σύγχρονη, ὅμως, Ἑλληνίδα καί ἰδιαιτέρως αὐτή πού ζεῖ στά μεγάλα ἀστικά κέντρα, ἀνταποκρίνεται ἄραγε στήν τόσο σημαντική ἀποστολή της ; Ποιά εἶναι ἄραγε ή Παιδεία πού μεταγγίζει σήμερα στίς ἐπερχόμενες γενιές ; Ὀμολογῶ ὄτι ἠ ἀπάντηση συχνά μέ δυσκολεύει καί πυροδοτεῖ, ξανά καί ξανά, τό ἐρώτημα «Γιατί ἡ Γυναίκα;».

Κι αὐτό γιατί, ἠ σύγχρονη νέα Ἐλληνίδα, κατακλύζεται ἀπό ἄθλια καί ἀπαξιωτικά γιά τήν γυναίκα πρότυπα, τά ὁποῖα ἀδειάζει συνεχῶς μέσα στό σπίτι της ἔνας γυάλινος δυνάστης. Αὐτή εἶναι πού ἐθίζεται σέ σαθρά κοινωνικά παραδείγματα ζωῆς, πού προβάλλονται ὠς πλήρως ἀποδεκτά, ἐνῶ στήν οὐσία καταρρακώνουν καί ἀναιροῦν τίς ἀξίες πού θεμελιώνουν τήν ἀξιοπρέπεια καί τόν αὐτοσεβασμό της. Αὐτή εἶναι πού εἰσπράττει τά ὄσα ἐπιδεικνύουν κάποια ἀπερίγραπτα ἔντυπα πού ἐκτίθενται ἀνεξέλεγκτα σέ δημόσια θέα, ἀκόμα καί στά μάτια τῶν μικρῶν παιδιῶν.

Ἔτσι, πολλές ἀπό τίς σύγχρονες γυναῖκες, πού θέλουν νά φαίνονται καί …προοδευτικές, ἄν δέν ἔχουν στέρεα ἐρείσματα ἀπό τήν οἰκογενειακή τους ἀνατροφή – ἐρείσματα παράδοσης, θρησκείας, ποιότητας καί εὐπρέπειας – ἀλλά, καμιά φορά, ἀκόμα καί τότε, ἀποπροσανατολίζονται σταδιακά καί φτάνουν νά θεωροῦν σωστό τό νά κάνουν «ὄ,τι κάνουν ὅλες», μεταφράζοντας σέ «ὅλες», τίς γυναῖκες πού προβάλλουν τά Μέσα Μαζικῆς ἐνημέρωσης. Φτάνουν ἔτσι, γιά παράδειγμα, στό νά θεωροῦν ὡς  ἀπελευθέρωση καί ἐκσυγχρονισμό, τό νά κυκλοφοροῦν μέ ἕνα τσιγάρο στό χέρι, ἐγγράφοντας, μ’ αὐτόν τόν τρόπο καί ἀπό πολύ νωρίς, εἴτε τό θέλουν εἴτε ὄχι, ἕνα ἀπολύτως θεμιτό καί ἐπιθυμητό πρότυπο πρός μίμηση ἀπό τά παιδιά τους.

 Ἀκόμα, θεωροῦν ἐξυπνάδα καί «μαγκιά»τό νά χρησιμοποιοῦν ἐκφράσεις καραγωγέως ἤ τό νά «αὐτο-τσιφτευτελίζονται» καί νά ἀκκίζονται προκλητικά ἤ νά συμμορφώνονται πρός τήν ἐξευτελιστική «ἔκδυση» πού ἐπιβάλλουν κάποιοι, συνήθως μισογύνηδες, ἄρχοντες τῆς μόδας. Αὐτές οἱ γυναῖκες, μεταμορ-φώνονται οἰκειοθελῶς σέ ἁπλά σκεύη ἠδονῆς, ἀγνοώντας τόσο τό σοφό γνωμικό πού λέει «Αὐτό πού δείχνεις φωνάζει τόσο δυνατά πού δέν μπορῶ ν΄ἀκούσω αὐτό πού θέλεις νά πεῖς», ὅσο καί τό ἀξίωμα πού λέει ὅτι «Τίποτα δέν ἐπιβάλλεται τόσο ὅσο ἡ εὐπρέπεια καί ἡ ποιότητα». Ὁ δέ καθηγητής κ. Γεώργιος Μποζώνης ἔχει γράψει πώς : «Ἡ γνήσια γυναίκα ἀφυπνίζεται, ξεφεύγει ἀπό τήν ὀμοιομορφία, τήν ἐπαναληπτικότητα καί τόν μιμητισμό πού τήν φορτώνει ἠ σύγχρονη κοινωνία. Δέν ἀκολουθεῖ, ἀλλά ἀνοίγει δρόμο. Δέν παίρνει, ἀλλά προσφέρει συνθήματα. Δέχεται αὐτό πού τῆς ἀξίζει καί ἀπορρίπτει τό ἀνόητο καί τό ἀπατηλό. Κρατάει τά στοιχεῖα πού τήν διαφοροποιοῦν ἀπό τίς ἄλλες, χωρίς νά γίνεται ἰδιόρρυθμη. Ἐμβαθύνει στά πράγματα καί ἀναζητεῖ τήν ἀληθινή τους ἀξία. Κρίνει, συγκρίνει, ἀξιολογεῖ, ἐμπνέει…».

***

Αὐτές οἱ σκέψεις δεν θὰ εἶχαν κανένα νόημα ἂν δεν αἰσθανόμουν βαριά τὴν εὐθύνη καὶ τὴν ὑποχρέωση γιά αὐτοκριτική και προβληματισμό. Προβληματισμό ποὺ πρέπει να ἀπασχολήσει ὄλες τις Ἑλληνίδες γυναῖκες, ὅλες τίς μανάδες, ἀλλὰ καὶ ὅλους τούς πατεράδες. Διότι καί ὁ δικός τους ρόλος εἶναι ἐπίσης καταλυτικός, σχετικά μέ τόν ποιόν τύπο γυναίκας δείχνουν νά προτι-μοῦν, ἀλλά καί  σχετικά με τή συμπεριφορά τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς νεολαίας, ποὺ, δυστυχῶς, συχνά ἐκδηλώνει μιά συστηματική ἔκπτωση τῶν διαχρονικῶν μας ἀξιῶν καί ἰδανικῶν.

Αὐτὰ τὰ ἀποπροσανατολισμένα , τά παρασυρμένα ἀπό τό δικό μας μονοσήμαντο κυνήγι ὑλικῶν ἀγαθῶν καί ἀπολαύσεων, αὐτά τά στερημένα ἀπὸ ἰδανικὰ νιάτα, ποὐ ἔχουν μάθει – τά ἔχουμε ἐ μ ε ῖ ς μάθει – μόνο να ἀπαιτοῦν, νά διεκδικοῦν μόνο δικαιώματα, μέ μιά μονοσήμαντη παιδεία τοῦ «θέλω» καί «δέν θέλω» – χωρίς οὔτε κἄν νά ὑποψιάζονται ὅτι στη ζωή ὑπάρχουν και ὑποχρεώσεις – εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, εἶναι τὰ  δ ι κ ὰ  μας παιδιά. Μέσα στίς δικές μας οἰκογένειες ἐνστερνίστηκαν τρόπους συμπεριφορᾶς καί ἀντέγραψαν πρότυπα. Εἶναι μαθητὲς τῶν δικῶν μας σχολείων. Οἱ δικὲς μας γενιὲς τὰ ἀνέθρεψαν καὶ τοὺς ἔδωσαν ἐκπαίδευση, ἀγωγή καὶ Παιδεία, κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες. Καὶ κανεὶς δέν μπορεῖ νά διαγράψει τὶς ἀντίστοιχες εὐθύνες καί τίς ἐνοχὲς μας. Καὶ, μήπως, ὑπάρχει  άραγε κανείς πού νά μπορεῖ νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ αὐτές;

Ἡ σύγχρονη, λοιπόν, Ἑλληνίδα μητέρα, μὲ ἀτομικὴ της εὐθύνη, ἀλλά καί μέ εὐλογημένη ὁμοφροσύνη καί συμπαράσταση ἀπό τόν Ἕλληνα πατέρα, ἀλλά καί μόνη της ὡς ἀξιοσέβαστη προσωπικότητα, σὲ κάθε χῶρο πού δραστηριοποιεῖται, μπορεῖ, ἂν τὸ ἀποφασίσει, να ὀρθώσει ἀντίσταση στόν σημερινὸ κατήφορο τῆς ἀπαξίας, τῆς φτήνιας, τῆς διαφθορᾶς καὶ τοῦ ἀχαλίνωτου εὐδαιμονισμοῦ.

Μπορεῖ, μὲ εὐθύνη, ἐπαναλαμβάνω, λόγου καὶ ἔργου, νά διεκδικήσει τὸ ξαναστήσιμο μιᾶς σωστῆς οἰκογένειας, καί μιᾶς Παιδείας πού θὰ διδάσκει σεβασμό σέ ἀξίες καί θά ἐξουδετερώνει τοὺς νόμους τῆς ζούγκλας πού ἐπικρατοῦν γύρω μας. Θά τό κατορθώσει, μέ συστηματική άγωγή καί συνέπεια, πρῶτα μέσα στό στενό της περιβάλλον. Μπορεῖ, ἐπίσης, ἡ συνειδητοποιημένη ἑλληνίδα πολίτης, νά διεκδικήσει γιά τὰ παιδιὰ μας μιά ἐκπαίδευση σύγχρονη, εὐρωπαϊκοῦ ἐπιπέδου, ποὺ, ὅμως, θὰ σέβεται τὴν Ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὶς παραδόσεις καὶ τή θρησκεία μας. Ἐννοῶ τὶς ρίζες μας καί τήν ταυτότητά μας.

 Ὅπως προανέφερα, Μάνα δέν εἶναι μόνο ἡ φυσική μητέρα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κάθε Ἑλληνίδα, μέσα στό οἰκογενειακό της περιβάλλον, ἀλλά καί μέσα στήν κοινωνία γενικότερα, μὲ τὸ δικὸ της παράδειγμα, Μπορεῖ νά προβάλει τήν καίρια διαφορά μεταξύ ἐπιθυμίας καί ἀνάγκης. Μπορεῖ, δηλαδή, νά καλλιεργήσει μία ὑγιῆ στάση ζωῆς καί νά ἐμπνεύσει μιά αὐτοπεποίθηση στά νιάτα πού κινοῦνται γύρω της. Διότι, πολύ φοβᾶμαι ὅτι, ἴσως, καί νά ἔφτασε ἡ σκοτεινή ὥρα πού κάνει αὐτά τά νιᾶτα νά δυσκολεύονται νά δηλώσουν τήν ταυτότητά τους. Νά ποῦνε, μέ ψηλά τό κεφάλι, «Εἶμαι Ἕλληνας».

Μπορεῖ, ἡ κάθε Ἑλληνίδα, νά ξαναστήσει γι’ αὐτά τά νιάτα μιά πολύτιμη αὐτογνωσία, πού προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση τῶν ἐξαιρετικῶν προσόντων τοῦ λαοῦ μας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ταυτόχρονη θαρραλέα καὶ εἰλικρινῆ παραδοχὴ καὶ καταπολέμηση τῶν ἐλαττωμάτων καὶ ἀδυναμιῶν μας. Διότι, ὅπως ἔχει ἐπισημάνει ὁ Σαράντος Καργάκος «Λαός πού εἶναι βέβαιος για τὶς ἀξίες του, σημαίνει πώς εἶναι λαὸς βέβαιος για τὸν ἑαυτὸ του καὶ για τὸ μέλλον του».

Σὰν ἐλάχιστα παραδείγματα μιᾶς τέτοιας συμπεριφορᾶς, ἔχω να προτείνω, για τὴν κάθε μία καὶ τὸν κάθε ἔναν ἀπὸ ἐμᾶς, ὅταν τὸ παιδὶ μας, τὸ ἀνηψάκι μας, τὸ βαφτιστήρι μας, τὸ γειτονάκι μας, ὁ μαθητὴς μας ἣ τὸ παιδὶ τοῦ φίλου μας, φεύγει για να σπουδάσει στο ἐξωτερικό, μαζὶ μὲ τις εὐχὲς καὶ τὸ φυλαχτό που θὰ τοῦ δώσουμε, να τοῦ μεταγγίζουμε κι αὐτὴν τὴν ὑποθήκη: «Ἐκεῖ πού θὰ εἶσαι παιδί μου, νά μὴν ξεχάσεις ποτὲ ὅτι εἶσαι Ἕλληνας, ὅτι κρύβεις στήν ψυχὴ καὶ στό πνεῦμα σου θησαυρούς ζηλευτούς, καὶ νά μὴν ὑποτιμήσεις ποτὲ αὐτό σου τὸ προνόμιο».

 Ὅπως ἡ Μανιάτισσα μάνα , στό μοιρολόι για τὸν γιό της, ποὺ σκοτώθηκε ἐκεῖ ψηλὰ στή Μακεδονία, κατὰ τὸν ἱερό Μακεδονικὸ Ἀγώνα, παραγγέλλει στόν ξένο πού περνᾶ : «Πές του νά κάθεται ἐκειδὰ καὶ να φυλάει τὸ σύνορο», ἔτσι ἡ κάθε σύγχρονη Ἑλληνίδα, φυσική ἤ πνευματική μάνα, πρέπει να φροντίσει ὥστε κάθε Ἑλληνόπουλο νά συνειδητοποιήσει ὅτι, ὅπου καὶ ἄν βρίσκεται, μέσα ἤ ἔξω ἀπό τή χώρα μας, ἀντιπροσωπεύει ἕναν φρουρὸ τῆς φήμης καί τῆς ἀξιοπρέπειας τῆς πατρίδας του καί ἔναν πρεσβευτή της.

Ἀκόμα, ἂς μὴν παραλείπουμε, μέσα στά τόσα δῶρα πού κάνουμε στά νιόπαντρα παιδιὰ μας, νά συμπεριλαμβάνουμε καὶ μία Γαλανόλευκη πού, στό καινούργιο σπιτικὸ τους, θὰ τήν ἔχουν πρόχειρη γιά νά στολίζουν τὸ μπαλκόνι τους στις Ἐθνικὲς μας Γιορτές. Ἄς προσθέσουμε ἀκόμα μιά Καινή Διαθήκη, γιά μιά ὥρα προσευχῆς, ἕναν Σολωμό, ἕναν Παπαδιαμάντη, ἕναν Τσάτσο κι ἕναν Ἐλύτη, γιά τήν ἀπόλαυση ἀλλά καί γιά τήν ἀσφάλεια πού προσφέρει ἡ ὀμορφιά τῆς ἀξεπέραστης  δ ι κ ῆ ς  μας γλώσσας. Αὐτῆς πού τήν τραγούδησε ὁ Νικηφόρος Βρεττᾶκος λέγοντας :

         «Εὐχαριστῶ τίς μακριές σειρές τῶν προγόνων,

          πού δούλεψαν τή φωνή,

           τήν τεμάχισαν σέ κρίκους,

          τήν κάμαν νοήματα,

          τή σφυρηλάτησαν,

          ὅπως τό χρυσάφι οἱ μεταλλουργοί,

          κι ἔγινε Ὅμηροι, Αἰσχύλοι, Εὐαγγέλια

          καί ἄλλα κοσμήματα».

           Κι ἂς θυμόμαστε συχνὰ αὐτό πού, τόσο εὔστοχα, ἔχει γράψει ὁ Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος : «Ἡ Ἑλλάδα, ὅπως καὶ ἡ εὐγένεια, ὑποχρεώνει». Καὶ  προχωρώντας λίγο τή σκέψη του, ἂς κατανοήσουμε ὅτι ἡ Ἑλλάδα ὑποχρεώνει, πρέπει νά ὑποχρεώνει, εἶναι δική μας ἡ εὐθύνη τό νά συνεχίσει νά ὑποχρεώνει καί μάλιστα ἀ μ φ ί δ ρ ο μ α. Δηλαδή,  αὐτόν μέν πού τήν ἔχει πατρίδα του, τὸν ὑποχρεώνει νά τὴν τιμᾶ καὶ νά συμπεριφέρεται ἀναλόγως, ἐνῶ, τὸν ξένο πού τὴ συναντᾶ καί τή γνωρίζει, τὸν ὑποχρεώνει νά θυμᾶται καί νά σέβεται τή σημασία τῆς προσφορᾶς της.

*   *   *

Κύριοι καί Κυρίες, Ἀγαπητοί φίλοι,

Χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δύσκολος ὁ ρόλος τῆς σύγχρονης γυναίκας καί ἰδιαιτέρως αὐτός τῆς μητέρας, στίς μέρες μας. Ὅμως, κανείς ποτέ δέν διανοήθηκε νά τῆς ἀμφισβητήσει τὴν ἀντοχὴ της καί τήν ἀποτε-λεσματικότητά της στά δύσκολα. Ἀξίζει νά σημειώσουμε ὅτι, ἀκόμα καί στόν τομέα τῆς Οἰκονομίας, πού, ὅπως ἐκφράζει ὁ ἴδιος ὁ ὅρος, σημαίνει καί πηγάζει ἀπό τήν ἱκανότητα «νομῆς τῶν τοῦ οἴκου πραγμάτων», σέ μιά πρόσφατη ἔρευνα πού ἔγινε στή Γαλλία, σχετικά μέ τό ποιές ἐπιχειρήσεις ἀντιμετώπισαν τήν οἰκονομική κρίση μέ τόν πιό σωστό τρόπο καί εἶχαν τά λιγώτερα ἀρνητικά ἀποτελέσματα, διαπιστώθηκε ὅτι αὐτές, στήν πλειονότητά τους, ἀνῆκαν καί διευθύνοταν ἀπό γυναῖκες. Αὐτές πού γνωρίζουν καλά τή νομή τῶν τοῦ οἴκου πραγμάτων.

Ἑπομένως,

ὁλοκληρώνοντας αὐτές τίς σκέψεις, θωρῶ χρέος μου νά ἐκφράσω πρῶτα ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ σέ ὅλες ἐκεῖνες τίς μητέρες, πού παρά τίς δυσκολίες τῆς σύγχρονης ἐποχῆς καί παρά τοῦ ὅτι εἶναι συχνά σκληρά ἐργαζόμενες, τά καταφέρνουν νά εἶναι οἱ καλές νεράϊδες τῆς οἰκογενειακῆς τους ἑστίας, τό λιμάνι καί ἡ ζεστή ἀγκαλιά γιά ὅλους τούς ἀγαπημένους τους. Καταφέρνουν, δηλαδή, νά δημιουργοῦν ἱερούς δεσμούς καρδιᾶς, χωρίς δεσμά καί χωρίς δεσμῶτες.

Στή συνέχεια, θέλω νά διατρανώσω τήν πίστη μου πώς, ἡ σύγχρονη Ἑλληνίδα, μὲ τή δύναμη τῶν φυσικῶν ἰδιοτήτων της καὶ μέ τή διεισδυτικότητά της στήν κοινωνία, στούς πολλαπλούς ρόλους πού ἤδη προανέφερα, ἀλλά κυρίως στόν ρόλο τῆς μάνας, φυσικῆς καί μή, μπορεῖ καί νά διεκδικήσει πολλά γιά τό μέλλον τῶν παιδιῶν μας, ἀλλὰ καὶ νά τούς ἐμπνεύσει πολὺ περισσότερα. Μπορεῖ δηλαδὴ νά κάνει τὰ ἑλληνικὰ νιάτα νά ὀνειρευτοῦν, νά κοιτάξουν ψηλά καί νά ξαναβροῦν ἕνα ἀληθινὸ ἰδανικό, ἕνα νόημα ζωῆς διαφορετικό, πού θά βρίσκεται πέρα ἀπό τή μονοσήμαντη, στείρα, ψυχρή καί ἀδυσώπητη οἰκονομική της διάσταση. Ἕνα νόημα ὡς ἀπάντηση, στήν πρόκληση τῆς ἰσοπεδωτικῆς παγκοσμιοποίησης καὶ στά σημεῖα τῶν καιρῶν, καί τό ὁποῖο θά βασίζεται στήν ἐπιδίωξη μιᾶς διάκρισης στό ἦθος, στή δημιουργικότητα, στὰ γράμματα καὶ στὶς ἐπιστῆμες. Διάκριση ἀτομική, ἀλλά καί συλλογική γιά τήν Πατρίδα μας.

Αὐτή ἡ διάκριση θὰ ἀντιπροσωπεύει, θά δηλώνει καί θά συνιστᾶ, συγχρόνως, ἐπιβράβευση τῆς προσήλωσης στὶς ἀκριβὲς  δ ι κ έ ς  μας διαχρονικὲς ἀξίες. Τότε, καί μόνο τότε, εἶναι βέβαιο πώς μποροῦμε, μέ τή βοήθεια πάντα τοῦ Θεοῦ, νά προσβλέπουμε μέ αἰσιοδοξία στό μέλλον. Γιατί ὅπως ἔχει λεχθεῖ ἀπό κάποιον σοφό, «Δῶσε μου καλές γυναῖκες, νά σοῦ δώσω καλές οἰκογένειες. Δῶσε μου καλές οἰκογένειες, νά σοῦ δώσω καλές κοινωνίες».

Αὐτή, λοιπόν, εἶναι, κατά τή γνώμη μου, ἡ νομοτελειακή καί καταλυτική συγχρόνως ἀπάντηση στό ἐρώτημα πού μᾶς ἀπασχόλησε σήμερα, τό «Γιατί ἡ γυναίκα;».

Καί, μέ βαθύ αἴσθημα σεβασμοῦ στόν αγώνα τόν καλό πού ἔχει μπροστά της καί ἐπιτελεῖ ἡ κάθε συνειδητοποιημένη σύγχρονη Ἑλληνίδα, εὔχομαι, μέ ὅλη μου τήν καρδιά, ὁ Μεγαλοδύναμος Θεός νά τήν φωτίζει, νά τήν βοηθᾶ, νά τήν στηρίζει καί νά τήν προστατεύει.

                                                    Σᾶς εὐχαριστῶ.