Περί Θείου

Από τον κόσμο των φυτικών ειδών

ΠΕΡΙ  ΘΕΙΟΥ

Γεωργίου Π. Σαρλή

Το θείον, κοινώς θειάφι (Sulfur, Schwefel), ανήκει στα αμέταλλα χημικά στοιχεία και η σταθερή μορφή του στην κανονική θερμοκρασία είναι καθαρή, στερεά, με χρώμα έντονο κίτρινο.

Θερμαινόμενο τήκεται χωρίς να υποστεί καμιά χημική μεταβολή και διαλύεται σε οργανικούς διαλύτες, ενώ είναι αδιάλυτο στο νερό.

Επίσης, καίγεται στον αέρα σχηματίζοντας διοξείδιο του θείου, οπότε χρησιμεύει και για την απολύμανση διαφόρων χώρων, όπως αιθουσών, διαμερισμάτων κ.ά.

Στη φύση ευρίσκεται, είτε ως φυσικό θειάφι μέσα σε κοιτάσματα ηφαιστειογενών ζωνών διαφόρων περιοχών (Τέξας, Λουϊζιάνα κ.α.), είτε με τη μορφή ενώσεων και ειδικά ως θειούχα και θειικά παράγωγα των περισσοτέρων μετάλλων (Σικελία, Ιαπωνία, Ισπανία,  Καύκασος, Μεξικό κ.α.).

Στο ζωικό βασίλειο το θειάφι αποτελεί στοιχείο πολλών ουσιών σε διάφορες αναλογίες και μορφές, όπως των αμινοξέων κυρίως της κυστίνης, κυστεΐνης και της μεθειονίνης. Επίσης, απαντάται στο σιναπέλαιο, στα αέρια του εντερικού σωλήνα, στα κρεμμύδια και σκόρδα, των οποίων το εκχύλισμα των είκοσι περίπου ημερών  αντιμετωπίζει τις μυκητιάσεις των φυτών, τα ακάρεα κ.ά.

Ακόμη, περιέχεται στις υδατοδιαλυτές βιταμίνες θειαμίνη (Β1) και βιοτίνη (Β7).   Πλούσιες πηγές αυτών αποτελούν διάφορες τροφές (αρακάς, αυγά, γάλα, δημητριακά ολικής αλέσεως, ζυθοζύμη, ξηροί καρποί, όσπρια, ραδίκια, ρύζι αναποφλοίωτο, σουσάμι, σπανάκι, τυριά, φασολάκια κ.ά.), αλλά και μερικά αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά (μαϊντανός, μέντα, μηδική, σπιρουλίνα, χαμομήλι κ.ά.).

Συμμετέχοντας στην ανακύκλωση της ύλης το θειάφι, προσλαμβάνεται ως ανόργανο στοιχείο μόνο από τα φυτά και μέσω αυτών από τα ζώα που δύνανται να το μετατρέψουν σε ανόργανο. Έτσι, επανερχόμενο στο έδαφος σε οργανική μορφή, μετατρέπεται στη συνέχεια από μικροοργανισμούς, τα θειοβακτήρια (1), σε θειικά άλατα.

Επιπλέον, ως αντισηπτικό ήταν γνωστό από της εποχής του Ομήρου. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι ο Οδυσσέας μετά τον φόνο των μνηστήρων απολύμανε τα δωμάτια του ανακτόρου του με θειάφι, το οποίον πιθανώς χρησιμοποιούσε ο πατέρας του, ο βασιλιάς της Ιθάκης Λαέρτης, στα κτήματα που καλλιεργούσε όταν απουσίαζε ο Οδυσσέας στον Τρωικό πόλεμο, αλλά και μετά την επιστροφή του στο θρόνο της Ιθάκης. Ο Θουκυδίδης αναφέρει (κεφ. 77, βιβλ. β’ και κεφ. 100, βιβλ. δ’) ότι κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Θηβαίοι το 428 π.Χ. χρησιμοποίησαν ουσίες όπως το θειάφι, το ρετσίνι και την πίσσα, δηλαδή χημικά όπλα, στη μάχη των Πλαταιών και οι Βοιωτοί το 424 π.Χ. στην πολιορκία του Δήλιου. Οι Βυζαντινοί το χρησιμοποίησαν στο υγρό πυρ, που ανακάλυψε ο αρχιτέκτων και μηχανικός Καλλίνικος τον 7ο μ.Χ. αιώνα, ως καύσιμο για την καταστροφή του αραβικού στόλου που πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη και ως καπνογόνο που ανάδιδε αποπνικτικούς καπνούς.

Ωστόσο, το υγρό πυρ δεν ήταν άγνωστο και στους άλλους λαούς. Σε όλη περίπου τη Μικρά Ασία, αλλά και στην Καρχηδόνα κυκλοφορούσαν διάφορα εμπρηστικά μείγματα, που μετά από μελέτες αποδείχθηκε ότι αποτελούνταν από τα ίδια συστατικά με το υγρό πυρ. Πρώτο είναι το μηδικό λάδι (Μηδείας Έλαιον) που συναντάμε στην Καρχηδόνα. Οι Ρωμαίοι επίσης κατείχαν ένα μείγμα, που ονομαζόταν Μάλθα. Από τα απομνημονεύματα του αυτοκράτορα Ιούλιου Αφρικανού, γνωρίζουμε ότι υπήρχε άλλο ένα μείγμα το θείον άπυρον, που το χρησιμοποιούσαν στις λόγχες των κονταριών που καλούνταν falarica. Στην Αγγλία το 1191 χρησιμοποιούσαν το ελληνικό πυρ, που τα κύρια συστατικά του είχαν πάρει από την Ελλάδα. Ακόμη, το θειάφι αναφέρεται στα κεφάλαια Θ’17 και ΚΑ’8 της Αποκαλύψεως του Ιωάννου. Τέλος, το θειάφι που πρώτος ο Lavoisier (1743-1794) το αναγνώρισε ως στοιχείο, συμμετείχε από τις αρχές του 12ου μ.Χ. αι. στην παρασκευή της μαύρης μπαρούτης, που ήταν για πολλά χρόνια το μοναδικό εκρηκτικό υλικό, στους μπαρουτόμυλους της Δημητσάνας και Στεμνίτσας, στην κατασκευή της πρώτης ηλεκτροστατικής μηχανής που έγινε το 1672 από τον Γερμανό Otto Van Guericke, ενώ σήμερα συμμετέχει και ως συστατικό σε ποικιλία αργού πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας.

Το θειάφι χρησιμοποιείται στην παραγωγή του θειικού οξέος, διοξειδίου του θείου και του θειούχου άνθρακα, στην κατεργασία δερμάτων, στο σβήσιμο των πυρκαγιών σε καπνοδόχους, στη λεύκανση μέταξας, μαλλιού, σπόγγων, άχυρων, αποξηραμένων φρούτων (βερίκοκων κ.ά.) και σε μεγάλου πλήθους άλλων παραγώγων. Ως πρώτη ύλη χρησιμοποιείται στην κατασκευή διαφόρων βεγγαλικών και ρουκετών, όπως εκείνων που χρησιμοποιούνται στο ρουκετοπόλεμο του Βροντάδου της Χίου το βράδυ της Αναστάσεως, εθίμου που έχει τις ρίζες του στους χρόνους της τουρκικής κατοχής.

Προσέτι, χρησιμοποιείται ευρέως στη φαρμακευτική, στη χημεία και στην ιατρική. Δεν απορροφάται από το δέρμα του ανθρώπου, ούτε από τον οργανισμό του, οπότε λαμβανόμενο εσωτερικώς για την καταπολέμηση κάποιων ασθενειών, διέρχεται από το στομάχι αναλλοίωτο. Εξωτερικώς χρησιμοποιείται, λόγω της αντισηπτικής και στυπτικής δράσεώς του, σε πολλές δερματολογικές παθήσεις, σε περιπτώσεις χρόνιων αρθροπαθειών και σε διαφόρους τύπους υδροθεραπείας. Η χώρα μας μάλιστα, λόγω του ηφαιστειογενούς εδάφους πολλών περιοχών της, διαθέτει πληθώρα ιαματικών πηγών από τις οποίες αρκετές με θειούχα νερά (Αιδηψός, Μέθανα, Πλατύστομο, Λάκκος Αδάμαντα Μήλου κ.α.).

Ομοίως χρησιμοποιείται στη γεωργία, αμπελουργία και κτηνοτροφία για την καταπολέμηση διαφόρων κρυπτογαμικών ασθενειών (αμπέλου, αχλαδιάς, μηλιάς, πυρηνοκάρπων, τριανταφυλλιάς κ.ά.), εντόμων (βάμβακα, ελιάς, εσπεριδοειδών κ.ά.), ακάρεων (ψώρα ανθρώπου, βοοειδών, προβάτων), της ψείρας των πουλερικών, καθώς και άλλων ασθενειών και για την παρασκευή εντομοκτόνων, χωρίς να παρουσιάζονται φαινόμενα ανθεκτικότητας από όποια και όσα είδη ασθενειών και εχθρών καταπολεμά. Επίσης, χρησιμοποιείται στη βελτίωση των αλκαλικών εδαφών και εκτός των αντικρυπτογαμικών ιδιοτήτων του διαθέτει και ενέργεια φυσικομηχανική  που εμποδίζει την ανάπτυξη των παθογόνων, αφού δρα με τους ατμούς του στο αναπνευστικό σύστημα τόσο των μυκήτων, όσο των εντόμων και των ακάρεων, ανταγωνιζόμενο το οξυγόνο.

Να λοιπόν γιατί το θειάφι κατά των ωϊδίων (μπαστρών) και ο θειικός χαλκός εναντίον των περονόσπορων είναι σήμερα οι μοναδικές δραστικές ουσίες που επιτρέπονται να χρησιμοποιούνται στις βιολογικές καλλιέργειες.

Πέραν των ανωτέρω, οι αλχημιστές κατά τον μεσαίωνα μελέτησαν εκτενώς τις ιδιότητές του. Και τούτο γιατί η αλχημεία (αλχυμεία ή αλχημία ή αρχημία από το αρχή-μία), που θεμελιώθηκε μεταξύ του 100 και του 300 μ.Χ., κράμα επιστήμης και μαγείας και πρόδρομος τρόπο τινά της σύγχρονης χημείας, θεωρούσε ότι τα μέταλλα είναι σύνθετα από υδράργυρο (υγρό) και θειάφι (θερμό) (δόγμα των δύο αντιθέτων) και η μετουσίωση των ευτελών μετάλλων σε ευγενή (χρυσός, άργυρος) θα προσφέρει στον κάτοχό τους την αιώνια ζωή.

Όμως και ο γνωστός Παράκελσος (1493-1541) έδωσε ώθηση στην αλχημιστική έρευνα και καλλιέργησε τον ιατρικό προσανατολισμό της αλχημείας, με την αναζήτηση της ουσίας, που ονομάστηκε «πρώτη ύλη» (prima material), η οποία θα καθιστούσε τα μέταλλα εξευγενισμένα, αλλά θα ήταν δυνατόν να απαλλάξει τον άνθρωπο από τις ασθένειες.

Επίσης, εξετάζοντας τη λέξη ΘΕΙΟΝ στο αρχαίο αλφάβητο των 28 γραμμάτων και 1000 αριθμών, που συνδυάζονται αριστοτεχνικά μεταξύ τους, θα διαπιστώσουμε ότι ο λεξάριθμός της περιλαμβάνεται στην Α’ Πυθαγόρεια ακολουθία (ακολουθία του Fibonacci) και το Θ ως μορφή αλληγορεί το σύμβολο του θεού ηλίου. Ακόμη, οι αντίστοιχοι αριθμοί των γραμμάτων της παρέχουν μεταξύ άλλων τη σχέση τους με την ύλη εν κινήσει, τη μέση διάρκεια ζωής του ελλόγου όντος [Ιστορία Ηροδότου Α΄ (Κλειώ) 32], τις ημέρες που διαρκεί η λοχεία, τις ημέρες που τελείται η πρώτη επιμνημόσυνη δέηση μετά το θάνατο και το σύνολο των αριθμών της τετρακτύος των Πυθαγορείων.

Τελειώνοντας θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το θειάφι, κατόπιν των όσων παραπάνω αναφέρθηκαν, διαθέτει χρήσιμες ιδιότητες, τις οποίες οι Έλληνες είχαν κατανοήσει  και θεωρούσαν «θεϊκές», γι’ αυτό και του προσέδωσαν την ονομασία αυτή, ακολουθούντες τις αντιλήψεις εκείνου/εκείνων που νομοθέτησαν το ελληνικό αλφάβητο και κατ’ επέκταση την ελληνική γλώσσα.

Τις ιδιότητες αυτές τις χάρισε στο στοιχείο ΘΕΙΟΝ η Φύση, για τούτο δεν αντιδρά, ούτε και θα αντιδράσει ποτέ αρνητικά στη χρήση του.

(1)Θειοβακτήρια (Thiobacteria) είναι αυτότροφοι  (autotrophic), θερμόφιλοι, μη χλωροφυλλούχοι μικροοργανισμοί (Σχιζομύκητες) διαφόρων ομάδων, με ειδικές χρωστικές που χρησιμοποιούν το θειάφι αντί του οξυγόνου. Απαντώνται σε θειούχα νερά, θερμοπηγές, καθώς και σε ασβεστούχες αποθέσεις των αγωγών νερού. Επίσης και σε λασπώδεις βυθούς θαλασσών, όπου ανακαλύφθηκε θειοβακτήριο το οποίο φαίνεται να μην έχει εξελιχθεί  για περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια χρόνια, εκτός και αν έχει δεχθεί την επίδραση της γενετικής αποκλίσεως.

Ακόμη, γνωστή είναι και η μόλυνση  στα αγάλματα του Ερεχθείου και στους στύλους του Παρθενώνα από μεγάλο αριθμό θειοβακτηρίων, ιδιαίτερα στα σημεία εκείνα που οι επιφάνειες των μαρμάρων έρχονταν σε επαφή με την όξινη βροχή.