Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

του Τάκη Κυριτσόπουλου

Η ΡΟΛΙΝΑ

Ο Θράσος είχε χάσει εκείνο το πρωί ένα εικοσάρι στα μπαλάκια κι ο μπαλατζής, ο Χαραλάμπης έτριβε τα χέρια του.

– Μη σεκλετίζεσαι, Θράσο μου. Εσύ κερδίζεις στην αγάπη…

– Ρε δεν πας στο διάολο πρωί-πρωί…

Τράβηξε για την κατώγα του σπιτιού του Ζεβανζέλ με την καρδιά φαρμακείο.

Γύρισε το ζουμπερέκι της πόρτας και εισέβαλε στα άδυτα. Ένεκα σκοτάδι άραχλο το πήρε μπουσουλώντας με τη σκέψη πως κάποιο μαραφέτι θα ‘χε αποθηκιάσει δω μέσα η Ερνούλα, καθότι της άρεσε να καταχωνιάζει ό,τι μπανταλαμά της περίσσευε, θάβοντάς τον στα έγκατα της υπόγας.

Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα κλεφτοφάναρο και με μελετημένες κινήσεις άρχισε ν’ ανασκαλεύει τα διάφορα τσουμπλέκια. Εξαίφνης, αφτιάστηκε να τρίζουνε τα σκαλοπάτια τα ξύλινα, που ενώνανε το ισόγειο με την κατώγα.

Εστίασε τη δέσμη του φακού του προς τα εκεί και έκοψε τη Ζία να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα. Το λαχάνιασμά της ακουγόταν ίσα με το δρόμο. Φορούσε λόγω κύησης προχωρημένης ριχτή καπιτονέ ρόμπα και κράταγε σκούπα τριγωνική και φαράσι.

– Θράσο τι κάνεις εδώ;

– Απολαμβάνω… τη φύση και σύρε να θηλάξεις κανένα νιάνιαρο.

– Να με συμπαθάς, Θράσο μου. Δεν ήθελα να σε αποσπάσω απ’ το έργο σου. Θα πεθυμούσες να σου ‘φερνα ένα βραστό αβγουλάκι για δεκατιανό;

– Όχι. Προτίθεμαι να διατηρήσω το σωματότυπό μου…

– Καλά, καλά όπως ορίζεις…

– Δε μου λες, αυτό το σκέλεθρο η μάνα σου πού ατριγυρνάει;

– Εδώ είμαι, βρε κερχανατζή, χαράμι το σπιτικό που σε σταβλίζω, τσίριξε απ’ τη γκλαβανή η Ερνούλα.

– Μιλ μπαρδόν, μητέρα. Δεν σας αντελήφθην λόγω σκότους.

– Μου ξηγείς βρε, τι χαρχαλεύεις;

– Να, τα βρήκα όλα εδώ μέσα σουρούκου, μπουρούκου και είπα να ρίξω ένα συμμαζεματάκι…

– Αυτά τα λεν στον Κλήδονα, π’ ανάθεμα τη φύτρα σου.

– Εχ, ο καλός καλό δεν έχει…

– Πρόσεχε, φουκαρά μου κι εγώ δε μασάω άχερα! Έτσι και μου κάνεις καμία λαμογιά, θα τρέχεις για μεζούριασμα στο Ροδίτη… τον κασονά, έξω απ’ εμάς. Πηγαίνω τώρα στου Τσικουδιά το μανάβικο να αγοράσω ροβιθιές. Τα μάτια σου απάνω του θυγατέρα, που να βγάλει Παναγία μου, το σπιθούρι το μαύρο στον αυχένα να ησυχάσω… Σαν ξεκουμπίστηκε η λάμια, ο Θράσος συνέχισε το χαρχάλεμα για τρία τέρμινα.

– Φουμάρισε κι ένα τσιγαράκι Θράσο μου. Η πολλή δουλειά, λένε, τρώει τον αφέντη.

– Μην παρεμβαίνεις στο έργο μου. Ο Θράσος έχει γερό ρουθούνι! Κάτω από κάτι πισσόχαρτα υπήρχε ένα βαρύ σεντούκι. Πάσχισε χειρωνακτικώς να τ’ ανοίξει, αλλά στάθηκε μάταιο.

– Τράβα να μου φέρεις τον κατσαμπρόκο, ρε Ζία και πέσαμε… σε αρχαία!

Με τη βοήθεια του εργαλείου άνοιξε σιγά σιγά το μπαούλο.

Ο Θράσος έβαλε την έγκυο να φυσάει για ένα πεντάλεπτο να φύγουν τα κουρνιαχτά. Σαν ξεκαθάρισε το τοπίο, πρόσεξε πως μέσα υπήρχαν ένας μεγάλος ξύλινος δίσκος με διαβαθμισμένους τομείς, ρουλέτα το δίχως άλλο, μία πράσινη τσόχα με νούμερα και ρόμβους, δύο κουτιά με μάρκες διαφόρων χρωμάτων, όπως και δύο βελάκια ξύλινα που απολήγανε σε φτερά χήνας.

– Αυτό είναι, φώναξε ενθουσιασμένος. Ρολίνα ατόφια με ούλα της τα σέα και τα σεπρεπά! Ζαλώσου τα τώρα να στήσουμε όξω παιχνίδι, γεναίκα. Μία στέρνα τάλαρα θα ‘κονομήσουμε!

– Μα είναι πρέπον, βρε Θράσο;

– Το παίγνιον θα ‘ναι τίμιον και η φτιάξη θα βγει με σκέδιο. Δε θ’ αφήκω εδώ τη συσκευή να τηνε τρώει  ο ξυλόσκορος…

– Θράσο θα πάμε… τριμελέ, να το θυμάσαι..

– Άντε από ‘κει μαρή, να βγάλουμε ένα στραβό χαρτζιλίκι….

Η Ζία στο τέλος πείθεται απ’ τα λόγια του και γλείφεται σαν γάτα σε λιακάδα! Κλείνει την ξώπορτα με παρτσινέβελο, ζαλώνεται τη ρουλέτα και τραβάει στη σκάλα.

–  Θα κάνουμε λεφτά μασούρι, την ενθαρρύνει ο άλλος από κάτω.

Σκούπισε η Ζία το καλντερίμι μπροστά στο μαγαζάκι, σουλάντισε και πέριξ με τη βρεχτούρα να κατακαθίσει η μπούρμπερη κομμάτι.  Σε τραπεζάκι τσίγκινο απ’ της Μπελλούς το καφενείο, στρώσανε τον αχταρμά της ρουλέτας.

Σε άλλο τραπέζι μεγάλο ξύλινο απλώσανε την τσόχα με μανταλάκια, αφού πριν τη φρεσκάρανε να διακρίνονται ευκρινώς τα νούμερα και παρέκει ακουμπήσανε τα δύο κουτιά με τις πλαστικές μάρκες, το συλλεκτήρα που θα τις μάζευε απ’ την τσόχα, το μουσαμαδένιο ντορβά για το ταμείο και πάνω απ’ όλο το σύστημα απλώσανε για σκεπή μία κουβέρτα καμηλό, περασμένη σε καλάμια, για προστασία απ’ τον ήλιο αλλά και για… καμουφλάζ.

Μία ώρα πριν ο Θράσος με ροκάνα στο χέρι πήρε σβάρνα το μαχαλά.

– Πέρνα κόσμε, φώναζε. Το παίγνιον είναι αγνόν και άσπιλον!

Στη συνέχεια αλφάδιασε τη ρολίνα, ρύθμισε τα γρανάζια στο μηχάνημα και έστειλε τους ποδοσφαιριστές του να μοιράσουν πέντε φέιγ-βολάν.

Η είδηση του παιγνίου δελεάζει τα πέριξ και πλακώνει να δοκιμάσει την τύχη της όλη η μαρίδα, αλλά και οι χοντρές ρόμπες και τα παχιά πορτοφόλια. Εν κατακλείδι όλος ο μαχαλάς δίνει το «παρών» του!

Η Ζία γυρνάει τη ρολίνα παρ’ όλη την εγκυμοσύνη της και ο Θράσος κάνει «κάσα» και προσπαθεί να δελεάσει τους περίοικους.

– Φάιτ πωζέ, ωρύεται, ριέν νε βα πλύ και ασεβάλ…

– Περιπεράστε να δοκιμάσετε την τύχη σας. Όσα βάζετε… τόσα χάνετε…

Κάποιος γείτονας νουνεχής, τους πλησίασε και τους είπε στο αφτί ότι παρανομούνε…

– Κοίτα δουλειά σου μάστορα, τον αποπήρε ο Θράσος..

– Εγώ πάντως σας ‘δοποίησα…

Η Ζία τότες ξομολογιέται στον άντρα της στα ίσα:

– Θράσο μου το βλέπω ρίζικο το παιχνίδι! Δε διαθέτουμε ίδια κεφάλαια…

– Μπούκα τότενες στο κατάστημα και τσάκω δέκα τσικουλάτα, δώδεκα παστοκύδωνα, είκοσι καρύδες και καμιά τριανταριά μελοσουσαμάτα και άνευ καθυστέρηση. Ομίλησα.

Το πλήθος είχε σχηματίσει ουρά μέχρι του Μυκονιάτη το φούρνο!

Το δέλεαρ των γλυκισμάτων ήταν προκλητικότατο και η διαδικασία απλή. Αφού πρώτα πόνταραν οι παίχτες απάνω στα νούμερα της τσόχας, ο Θράσος έλεγχε το τραπέζι και δήλωνε εις ευήκοον όλων:

– Νο μορ μπετζ πλιζ (όχι άλλο ποντάρισμα παρακαλώ). Ακολούθως έβαζε τη Ζία να γυρίσει με δύναμη το τσεκερλέκι, και όπως αυτό περιφερόταν κάποιος παίκτης κάρφωνε πάνω του το βελάκι.

– Το οχτώωωω! Έχουμε και λέμε: Ένα σέκο, δύο ασεβάλ και έξι καρό.

Παίρνανε τις μάρκες τους οι τυχεροί, αλλά οι πιότεροι χάνανε καθότι ο Θράσος ως τέως… κουμαρτζής γνώριζε τα κόζα της ρολέτας και είχε «ζυγοσταθμίσει» από τα πριν τα γρανάζια και τους κοχλίες, οπότε εκ του ασφαλούς κομπόδενε τις εισπράξεις. Μέσα σε δύο ώρες το παιχνίδι είχε χοντρύνει και ο Θράσος έτριβε τα χέρια του.

–  Να φύγει η βελόναααα…

Κανένας στο αναμεταξύ δεν είχε προσέξει τον καβουράτο με τα μαύρα γυαλιά, που κράταγε «μπονζούρα» τη ‘φημερίδα του εκεί κοντά και έφερνε βόλτες.

Σαν κόρωσε το παιχνίδι, πλησίασε πάγκα και κουσουμάρισε μία ζελατίνα στη φάτσα του Θράσου που ‘κείνη τη στιγμή πλέρωνε το δεκατρία, τα μονά, τα μικρά και τα μαύρα…

–  Ασφάλεια Ηθών και Λεσχών, δηλώνει ο μυστικός…

–  Χάρηκα πολύ. Θράσος. Και πάει να του δώσει το χέρι!

–  Έχετε παρακαλώ άδεια εξασκήσεως τυχερού παιγνίου;

–  Σαφώς και να μεταβώ πάραυτα να σας την προσκομίσω…

Ταυτόχρονα κατέφθασε και ο Ζεβανζέλ με τον κουβά τον ασβέστη και τις μπατανόβουρτσες επ’ ώμου…

– Είμαι ο ‘διοχτήτης του μαγαζιού εγώ. Τι συμβαίνει;

– Καλέ, εξ’ αδιαιρέτου έχουμε την επιχείρηση με το Βαγγέλη, διαμαρτυρήθηκε η Ερνούλα που ήρθε ειδοποιημένη από την Κλειώ, αλλά χωρίς να γνωρίζει επακριβώς την κατάσταση.

– Α, τότε ελάτε κι εσείς μαζί…

– Δεν παίζαμε κύριε… Εκατό, περί νιτερέσο, άρχισε να μιξοκλαίει η Ζία.

–  Θα ορίσουμε καλό δικηγόρο. Το παίγνιον είναι άδολον, δήλωσε ο Θράσος, έτσι για να πει κάτι…

– Πρόσεξε, μυστικέ, διαθέτουμε και μπατζανάκη βουλευτή, βρυχήθηκε η Ερνούλα, καθώς η όψη της είχε γίνει σαν φρέσκο λείψανο!

– Εμπρός, διέταξε το όργανο. Βάλτε τώρα ρουλέτα και όλα τα συμπράκαλα… επικεφαλής και ντουγρού για το τμήμα.

– Την ξέρω εγώ τη ρημάδα την τύχη μου, ψιθύρισε ο Ζεβανζέλ, καθώς ζαλωνότανε το βαρύ δίσκο της ρουλέτας με τα βελάκια απάνω..

–  Να βάλω και εγώ ένα χεράκι, προθυμοποιήθηκε ο Θράσος.

– Αχ, που ν’ αξιωθώ… να σε νεκροστολίσω ημέρα Σάββατο, τόνε καταράστηκε η Ερνούλα για πολλοστή φορά.

Κατά τα πρεσβεία, μπροστά πήγαινε ο Ζεβανζέλ ως αρχηγός οικογενείας, επόταν η Ερνούλα  με τις δύο καρέκλες, ο Θράσος με το τραπέζι και η κουστωδία έκλεινε με τη Ζία, που σήκωνε την τσόχα με τις μάρκες.

Πιο πίσω σε ένδειξη συμπαράστασης, ακολουθούσαν οι γυναίκες του φτωχομαχαλά με τα πλεχτά τους, οι οποίες θα συνόδευαν τιμητικά τους διαπομπευόμενους ίσαμε του Κουκουλά το σχολειό και μετά θα επιστρέφανε για το σιγύριο των σπιτιώνε τους.

– Θα σε περιλούσω με σκυρόδεμα Θράσο, σφύριξε ασθμαίνουσα η Ερνούλα, καθώς ήτανε υποχρεωμένοι όλοι τους να τρέχουν… λόγω βίαιης προσαγωγής!

Ο Θράσος προσπαθούσε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις ένεκα παλαιότερης εμπειρίας του… από μπαρμπουτιέρες.

–  Αυτά είναι πράματα ρουτίνας μητέρα. Έχω κάνει γω… δρομολόγια!

– Που να μ’ αξίωνε ο Θεός να σου ‘ριχνα την πρώτη φτυαριά το χώμα…

– Προχωρείτε και μη διαπληκτίζεστε παρακαλώ, τους παρατήρησε το όργανο της τάξεως.

– Τα πρώτα εκατό βήματα είναι όλο το ζόρι! Μετά στρώνεις, τους ενθάρρυνε ο Θράσος.

– Αχ,που να σε θάψουνε μέσα σε κουρασάνι και κιρέτσι…

Τότε ο Θράσος απέστρεψε  το πρόσωπό του απ’ τη γριά και τα ‘βαλε με τη Ζία.

– Και συ  να μου ντύνεσαι πιο σεμνά και όχι με τα  ξώπλατα. Ρεζίλης θα γενώ στην κενωνία! Περί μία υπόληψη ζούμε…

Λίγο πριν το ΙΚΑ ανταμώσανε την κερά Καλομοίρα, που είχε πάει στα χασαπιά να ψουνίσει νεφραμιά αρνήσια. Της γυναίκας κόντεψε να της έρθει ταμπλάς μόλις τους είδε…

– Καλέ πού σας τρέχουν έτσι ζαλωμένους; Άχου Παναγία μου!

Ο Ζεβανζέλ τότε προσπάθησε να αμβλύνει κάπως τις εντυπώσεις…

– Σήμερις κάνουμε… μετακόμιση κυρά μου…

Τους υποδέχτηκε ο αστυνόμος στο γραφείο του.

– Τι τρέχει εδώ όργανον;

Ο ‘περεσίας σκάει χαμόγελο στον ανώτερο και αναφέρει:

– Παράνομον παίγνιον κύριε διοικητά, άνευ σχετικής αδείας…

Ο Θράσος τότε υψώνει στέρνο και αναλαμβάνει την ευθύνη.

– Ελόγου μου, όχι προς κέρδος, κυρ αστυνόμε, είπα να ψυχαγωγήσω κομμάτι το μαχαλά. Σφάρμα μου…

– Μην τον ακούτε, επεμβαίνει ο μυστικός. Πρόκειται για χαρακτηριστική μορφή εγκληματία και διεφθαρμένου τύπου…

– Πέστα μας όλα χαρτί και καλαμάρι, αγρίεψε ο αστυνόμος…

– Ξέρνα τα ρε, τον σκυλοκοιτάζει ο μυστικός, γιατί θα βάλω μπροστά… τη μοτοσυκλέτα…

Πέσανε κάτι ηχητικές κατραπακιές στο Θράσο και μετά τους πήρανε δάχτυλα και λεπτομέρεια στο χαρτί.

– Είσαστε παραβατικά άτομα και υπονομεύετε το σύστημα…

– Τι πταίομεν εμείς; Είμεθα και ακαταστηματάρχαι αθρώποι κύριε αστυνόμε μας, κλαψούριζε ο Ζεβανζέλ.

Εκείνος είδε μπροστά του δύο ηλικιωμένα άτομα και μία έγκυο γυναίκα στην ώρα της και δε θέλησε να επεκτείνει το θέμα. Στο Θράσο όμως διέταξε και του δώσανε ένα γερό μπερντάχι προς σωφρονισμόν. Τους έκανε δε και αυστηρές συστάσεις και τους απέπεμψε μετά, αφού κατάσχεσε όλες τις εισπράξεις του παιγνίου.

– Αποδίδεσθε στην κοινωνία ακέραιοι και υγιείς. Αμέτε τώρα…

Σαν βγήκανε στο δρόμο, ο Θράσος έτριβε το κορμί του, που είχε μπλαβιάσει από το κλομπ…

– Ωχ η σπάλα μου, αχ τα νεφρά μου πατέρα…

– Έπρεπε ν’ αφήσεις και συ το κορμί σου λεύτερο στις ροπαλιές Θράσο Αστρίτη μου, όπως πρέπει να πράττει ο κάθε… καλώς δερόμενος! Αλλά δεν βλέπω την Ερνούλα. Τι να ‘γινε;

– Θα ‘κατσε για… ευχέλαιο, πατέρα…

Ξανανέβηκε πάνω στο τμήμα ο Ζεβανζέλ και είδε τη συμβία του να ‘ναι γονατιστή και να φιλά τα πόδια του αστυνόμου.

– Θα σας είμαι αιωνίως ευγνώμων για το καλό που μας κάνατε…

– Αν εννοείτε το ότι δεν σας παρέπεμψα αρμοδίως…

– Όχι όχι όχι, δεν εννοώ αυτό, κύριε διοικητά μου…

– Τότε;

– Για το…ξύλο μιλώ  που ρίξατε σ’ αυτόν τον αχρείο το γαμπρό μου!