Ύποστολή

ΥΠΟΣΤΟΛΗ

Του Δημήτρη Βόϊκου

—–

Αφού…τριάντα φέρανε φορές τον κόσμο γύρα

όλοι αυτοί, που στη ζωή στάθηκαν τυχεροί

και σώθηκαν… οικτίροντας την ίδια τους τη μοίρα,

απόμαχοι προσάραξαν, με μια χαρά πικρή.

Και μοιάζει… σαν να ξέχασαν τ’ αμέτρητα ταξίδια…

και ορισμένοι απ’ αυτούς, παλεύουν στα χωριά

σ’ ένα μικρό μποστάνι, με κουκιά και κουνουπίδια

κι ένα αμπελάκι άλλοι, μήκος, μία βαποριά.

Μ’ ένα σαράκι μερικοί κι έναν καημό μεγάλο,

που την ψυχή τους ψάχνουν με μια βάρκα στ ανοιχτά,

έστω… να νοιώσουν μοναχά της θάλασσας το σάλο…

σκόρπια, σαν ναυαγοί μονολογούν, στα φωναχτά..!

Κόβουνε βόλτες άλλοι…πρωινά στην παραλία,

χειρονομώντας λένε για λιμάνια, τα γνωστά…

ή παίζουν τάβλι μελαγχολικά, στα καφενεία

κι άλλοι, βουλιάζουνε στην τηλεόραση μπροστά.

Απ’ τη στιγμή που το φυλλάδιό τους ορισμένοι

παρέδωσαν… κλειστήκανε με μια παραδοχή

σε τοίχους του σπιτιού, με κάδρα μοιάζουν καρφωμένοι,

δεν θέλουν πια να δούνε και ν’ ακούσουνε ψυχή !

Γερνούνε κάποιοι άλλοι… στριμωγμένοι στα μπαλκόνια

στις πολυκατοικίες, μες της πόλης το μπουχό,

βγάζουνε βόλτα τ’ απογεύματα μικρά εγγόνια,

ξεθάβουν ιστορίες απ’ της μνήμης τον τροχό.

Είναι και μερικοί… που στα μπαράκια θολωμένοι

τα νιάτα τα χαμένα τους, τα βρίσκουν στο πιοτό.

Το χρόνο άλλοι παίζουνε, όσος τους απομένει…

στο τζόγο, στα καζίνο, μ’ έναν τρόπο βαρετό.

Στης σύνταξης το παραπέντε μερικοί ακόμα,

προλάβανε στα γρήγορα, δε χάσανε καιρό…

βρήκανε κάποιο μπάρκο.. κι αναπαύονται στο χώμα,

ντυμένοι το κοστούμι τους, με ύφος σοβαρό.

Κι αυτοί… που δε γυρίσανε… και κλείσανε κοντράτο

μ’ ένα καράβι σάπιο και αμφίβολο μισθό,

μπαρκαρισμένοι με τους Τρίτωνες… χορεύουν κάτω

και τραγουδάνε χρόνια… κι αρμενίζουν το βυθό..!

Είναι και άλλοι, που ξεμείνανε… παροπλισμένοι…

στον Αμαζόνιο, στο Ρίο, Βιζακαπατνάμ,

απ’ τους δικούς τους είναι κι από φίλους ξεχασμένοι

κι απ’ τ’ όνομά τους ξεγραμμένοι, πέρα… στο Σιάμ.

Κι εκείνοι…πού ακόμα ταξιδεύουνε ασκόπως…

έχουνε χρόνια τώρα… να πατήσουνε στεριά,

δεν κάνουν όνειρα ποτές… δεν τους χωρά ο τόπος…

σαν κολασμένοι τριγυρνούν, δε βρίσκουν ξαστεριά…!

Στους Απόμαχους της Θάλασσας