Αναδρομή στη 120η πορεία του Συνδέσμου

Αναδρομή στη 120η πορεία του Συνδέσμου

από την κ. Ντίνα Συκουτρή

Με αφορμή την πρόσφατη  παραλαβή του βραβείου το οποίο απένειμε η Ακαδημία Αθηνών στον Σύνδεσμο Συριανών, η Ντίνα Συκουτρή, μετά την αναφορά της στην ενδιαφέρουσα εκδήλωση  του 4ου  Κυκλαδολογικού  Συνεδρίου που έλαβε χώρα στο  Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού στην Τήνο  – κατά την διάρκεια του οποίου έγινε εκτενής παρουσία της πορείας του Συνδέσμου Συριανών έως και τις μέρες μας – επιχειρεί μια εν συντομία αναδρομή σε κάποιους ιστορικούς σταθμούς και δράσεις, δηλώνοντας περήφανη για την συμμετοχή της σε αυτόν.

«Το 2020 ήταν μια χρονιά, για το Σύνδεσμο Συριανών, ο οποίος ιδρύθηκε το 1900. Του αποδόθηκε η μεγαλύτερη τιμή, με τη βράβευσή του από την Ακαδημία Αθηνών. Ένα βραβείο που ακολουθεί το Σύνδεσμο τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες γενεές. Ο Σύνδεσμος Συριανών έχει 120 χρόνια ζωής προσφοράς. Κοινωνική και  φιλανθρωπική, και μέχρι σήμερα προσπαθεί να τηρεί και να περπατά πάνω στους ίδιους δρόμους, με τα ίδια βήματα» λέει και συνεχίζει, με την παρουσία του Συνδέσμου στο Κυκλαδολογικό Συνέδριο που έλαβε χώρα στο ίδρυμα Τηνιακού πολιτισμού στην Τήνο, το διάστημα από 22 έως 25 Σεπτεμβρίου, με τίτλο «Κυκλάδες: Αειφορία πολιτισμού: «Ήταν μια μοναδική συγκυρία που δείχνει ότι κάθε τι σπουδαίο, το οποίο δεν έχει κραυγαλέα εμφάνιση αλλά κρατά σταθερά πορεία, επιβραβεύεται. Είχαμε την τύχη να βρούμε ένα μοναδικό υλικό, αδιάψευστης πορείας μέχρι σήμερα, και ο συριανός ακαδημαϊκός και μέλος του Συνδέσμου,  Παναγιώτης Βοκοτόπουλος, ο οποίος είναι λάτρης του νησιού έκανε την εισήγηση στην Ακαδημία Αθηνών, όπου ομόφωνα έδωσαν το βραβείο στο Σύνδεσμο Συριανών. Ο ίδιος μας τίμησε με αυτή την χειρονομία του και θα μείνει πάντα σ΄ εμάς και στις επόμενες γενεές, παράδειγμα για το τι μπορείς να προσφέρεις στον τόπο σου από όποια θέση κι αν κατέχεις.

Η παρουσίαση της Ιστορίας αυτής έγινε στο 4ο Κυκλαδολογικό Συνέδριο το οποίο είχε μεγάλη επιτυχία και αφορούσε σχεδόν όλους τους τομείς της Ιστορίας, του πολιτισμού και της αειφορίας των Κυκλάδων. Μέσα εκεί, ο Σύνδεσμος είχε να δώσει πολλά δείγματα».

Συνεχίζοντας η  κα Συκουτρή μεταφέρει στην εφημερίδα συνοπτικά τα κυριότερα σημεία της παρουσίασης στο Κυκλαδολογικό Συνέδριο της Τήνου: «Η ιστορία  του Συνδέσμου ξεκινά από το τέλος του 19ου αιώνα, όπου η τύχη της Ερμουπόλεως  και δη του Λιμένος της έχει πλέον κριθεί. Έχουν περάσει μόνον 78 χρόνια από την έλευση των πρώτων προσφύγων στη Σύρα, το 1822, μετά την καταστροφή της Χίου και των Ψαρών. Έζησαν την δημιουργία μιας πόλεως φαινόμενο και στο τέλος του 19ου αιώνα βιώνουν τον επερχόμενο μαρασμό. Μέλημά τους η σωτηρία της. Τα σκήπτρα τώρα παραλαμβάνει ο  Πειραιάς. Ένα μεγάλο μέρος από τη ναυτική και βιομηχανική συριανή οικογένεια εγκαθίσταται εκεί. Με τη σκέψη στη γενέτειρά της και τις ρίζες της. Στο νέο λιμάνι φιλοδοξεί να παίξει ενεργό και σημαντικό ρόλο, στη νέα  Ελληνική πραγματικότητα. Έχει αρχίσει η εσωτερική μετανάστευση με το ότι συνεπάγεται αυτή. Οι περίλαμπροι τρούλοι των εκκλησιών, με πρώτο αυτόν του αγίου Νικολάου, τα απαστράπτοντα στον ήλιο μαρμαρόκτιστα  αρχοντικά, οι τσιμινιέρες των εργοστασίων και των πλοίων, είναι η σταθερά που ακολουθεί ο Συριανός εκπατρισθείς στο νέο ταξίδι. Το νόστιμο ήμαρ, ο Οδυσσέας, που κυριαρχούν στον γενετικό κώδικα των Ελλήνων λειτουργεί αλάθητα, όπως από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.  Στο τέλος του 19ου αιώνα ξεκινά η προσπάθεια να συσπειρωθούν  οι Συριανοί της Αθήνας, όπου είναι η απαρχή του Συνδέσμου. Με την αυγή του 20ου αιώνα,  την Κυριακή του Θωμά στις 16 Απριλίου του 1900, στον Πειραιά ιδρύεται ο Σύνδεσμος  των εν Πειραιεί Ερμουπολίτων και Συρίων. Σύριοι τότε ονομάζονταν οι κάτοικοι της Άνω Σύρου. Και ανακοινώνεται σε ναό της πόλης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας μετ’ αρτοκλασίας. Το σχεδιασμό και τα θεμέλια έθεσαν αρχικώς άνθρωποι καθαρά προερχόμενοι από το λιμάνι. Ναυτικοί πράκτορες, γαιανθρακέμποροι, εκτελωνιστές, άνθρωποι της μεσαίας τάξης, οι οποίοι γνωρίζουν τα ευεργετήματα της νέας τους αρχής, αλλά και τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν οι Συριανοί που έρχονται να δουλέψουν στην Αθήνα, προσφέροντας τις γνώσεις τους και απολαμβάνοντας από αυτές την επιβίωση και την πρόοδο».

Όπως λέει, η απόφαση για το εγχείρημα αυτό έχει μια υφή που θυμίζει τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας: «Η οποία όμως, δημιουργήθηκε κάτω από διαφορετικές συνθήκες, όταν η Ελλάδα ήταν ακόμη υπόδουλη. Όπου επικεφαλής της βρισκόταν (Φιλική Εταιρεία) τρείς Έλληνες της διασποράς, και οι περί αυτών, που στην πλειοψηφία τους ήταν έμποροι. Κοινό σημείο των δύο Σωματείων ήταν η ενότητα, η αλληλεγγύη, η ιστορική συνέχεια της πατρίδος και η τόνωση  του Εθνικού Φρονήματος» τονίζει.

Κάνει δε γνωστό, πως ολόκληρο το ιστορικό, το οποίο διαβάστηκε στο Κυκλαδολογικό Συνέδριο θα δοθεί στη δημοσιότητα από τον ίδιο τον Σύνδεσμο Συριανών, ενώ όλες οι λεπτομέρειες που αφορούν στα120 χρόνια θα κατατεθούν στο βιβλίο που θα γραφεί για τον Σύνδεσμο, με όλα τα ντοκουμέντα.

Υπογραμμίζει ότι στο διάβα των 120 αυτών χρόνων ανεδείχθησαν προσωπικότητες που βοήθησαν δίχως ίδιον όφελος  και χωρίς κραυγαλέες κινήσεις το νησί, και ότι η προσφορά τους ήταν ουσιαστική και πολύ σημαντική.

Όπως σημειώνει το πρώτο καταστατικό, του 1935, είχε μέσα δύο άρθρα τα οποία κατοχυρώνουν την ισοτιμία Ελλήνων ορθοδόξων και καθολικών πολιτών, ενώ προέβλεπε ότι αν κάποιο μέλος της Διοικήσεως πολιτευτεί, εκπίπτει του αξιώματός του. Πρόεδρος του Σωματείου το 1935 ήταν ο Δημήτριος Ιερώνυμος.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, μια από τις εμβληματικές δράσεις του Συνδέσμου η οποία είναι και επίσημα  καταγεγραμμένη, έλαβε χώρα στις 6 Νοεμβρίου του 1940, όπου το Δ.Σ. έλαβε ομόφωνα  απόφαση με την οποία: «εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο να παραδώσει στον πρωθυπουργό της Ελλάδας όλη του την περιουσία». Πρόσθεσε επίσης ότι το Δ.Σ. επώνυμα έψεξε –  στην δεκαετία του ’40 πάλι – κάποια μέλη του που δεν υπάκουσαν στην απόφασή του να συνδράμει κάθε συριανό που είχε ανάγκη – μέλη του Συλλόγου και μη -δεδομένου ότι τότε υπήρχε η πείνα, και ο αποκλεισμός.

Δεν παρέλειψε, τέλος, να αναφέρει ότι  μια από τις ευτυχέστερες προεδρίες του συνδέσμου ήταν αυτή που το αξίωμα κατείχε η Βρισηίδα Ράλλη, η οποία με την γυναικεία ευαισθησία και την αγάπη της για τον τόπο, παρήγαγε έργο το οποίο είναι και στις μέρες μας αναγνωρίσιμο.