Άντε Γειά

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ

Από τον Τάκη Κυριτσόπουλο

—–

Οι αδέσποτες ματιές σε προσπερνούσαν

των κοριτσιών, που ’χανε ζώσει το βαγόνι.

Έφευγες και μαντήλια δεν κουνούσαν,

στις ράγες φτυάριζαν τον ήλιο και το χιόνι.

—–

«Θα φύγω, άντε γειά,

χωρίς επιστροφή»,

είπες, κι έφερες μια

ζεϊμπέκικου στροφή.

—–

Της γυάλας το νερό δε στο αλλάξαν,

θαμπά έβλεπες το πλήθος να περνάει,

χαμόγελα νεανικά σου τάξαν,

να ’χεις εδώ που ως και ο μορφασμός γερνάει.

—–

Κεντάει ο ουρανός

μ’ αυγές και δειλινά

τη στράτα καθενός

που πάει στο πουθενά.

—–

Φεγγάρια και παγώνια μέσ’ στην πάντα,

σαράγια και ουρί του παραδείσου.

Μα, όταν παράδινες το πνεύμα σου για πάντα,

δυο άδειες σύριγγες καρφώναν το κορμί σου.

—–

*   Ένας εξορκισμός στη μάστιγα των ναρκωτικών.