Από τον Κύλινδρο στον Κώδικα

«Από τον κύλινδρο στον κώδικα

και από τη μεγαλογράμματη στη μικρογράμματη γραφή»    

Κείμενο: Χρήστου Θανόπουλου

Σε προηγούμενο τεύχος με αφορμή την έκθεση «Χαρτί και Καλαμάρι» του Μιχάλη Καΐρη, στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμουπόλεως – Σύρου παρακολουθήσαμε την εξέλιξη της γραφής και των μέσων γραφής ανά τους αιώνες, από την βραχογραφία, στον πάπυρο, στην περγαμηνή, στο χαρτί, αλλά και πως από την γραφίδα φτάσαμε στον στυλογράφο διαρκείας.

Η χρήση του παπύρου γενικεύτηκε στα αρχαία κέντρα της Μεσογείου κατά τον 9ο π.Χ. αιώνα. Οι παλαιότεροι πάπυροι (παπύρινοι κύλινδροι) ανάγονται στον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα. Περιλαμβάνουν έγγραφα της καθημερινής ζωής (επιστολές, διαθήκες) και κείμενα της κλασικής φιλολογίας. Η παπυρολογία, η επιστήμη δηλαδή που ασχολείται με την μελέτη και ταξινόμηση των παπύρων, συντελεί στην ανάδειξη της φιλολογίας και της ιστορίας των αρχαίων πολιτισμών της Μεσογείου. Οι μεγαλύτερες συλλογές παπύρων υπάρχουν σε Οξφόρδη, Βρετανικό Μουσείο, Μουσεία Βερολίνου, Καΐρου, Μονάχου, Λειψίας, πανεπιστήμια Η.Π.Α., κ.α. Ελάχιστοι πάπυροι έχουν διασωθεί, διότι συνήθως καταστρέφονται από την υγρασία. Σώθηκαν σε καλή κατάσταση στη στεγνή άμμο (Άνω Μέμφιδα, Φαγιούμ, Οξύρρυγχος, Θήβες, στην Αίγυπτο) ή κάτω από ηφαιστειακά στρώματα (Herculanum – Ηράκλειο Ν. Ιταλίας, η γειτονική πόλη της Πομπηίας, που θάφτηκε κάτω από τη λάβα του Βεζούβιου). Ο μοναδικός ελληνικός πάπυρος βρέθηκε στο Δερβένι, κοντά στη Θεσσαλονίκη, είναι του 4ου π.Χ. αιώνα και περιλαμβάνει απόσπασμα ορφικού (θρησκευτικού) κειμένου. Τα περισσότερα παπύρινα χειρόγραφα είναι γραμμένα στα ελληνικά, λίγα στα λατινικά και ακόμα λιγότερα στα κοπτικά, αραμαϊκά, αραβικά. Τα αρχαία ελληνικά κείμενα των παπύρων περιλαμβάνουν ωδές του Βακχυλίδη, την «Αθηναίων Πολιτεία» του Αριστοτέλη, τους «Ιχνευτές» του Σοφοκλή, αποσπάσματα από το έργο της Σαπφώς, του Αλκαίου, του Μενάνδρου, του Πινδάρου κ.α.   Το παλαιότερο κείμενο της Καινής Διαθήκης είναι ο πάπυρος Rylands, ένα τμήμα παπύρου διαστάσεων 6Χ8,9 εκ. το οποίο φέρει αποσπάσματα από το κατά Ιωάννη ευαγγέλιο 18ꓽ31-33, 18ꓽ37-38, γραμμένα στα ελληνικά και στις δύο πλευρές. Αγοράστηκε στην Αίγυπτο το 1920 και χρονολογήθηκε στο 200 μ.Χ. περίπου, δηλαδή μόλις 170 χρόνια μετά τον Χριστό. Ανήκε σε παπύρινο κώδικα και σήμερα εκτίθεται στη Βιβλιοθήκη-Ινστιτούτο Έρευνας  Rylands του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ.

Κρίσιμη καμπή στην ιστορία της γραφής υπήρξε η μετάβαση από τον κύλινδρο ή πάπυρο (volumen) στον κώδικα (codex), δηλαδή το βιβλίο. Οι βιβλιοθήκες της αρχαιότητας είχαν όλα τα κείμενα σε κυλίνδρους παπύρινους ογκώδεις και δύσχρηστους. Η εμφάνιση της περγαμηνής (κατεργασμένου δέρματος) στην Πέργαμο της Μ. Ασίας, κατά την ελληνιστική περίοδο, επί βασιλέως Ευμένη Β΄ (197 – 158 π.Χ.), έδωσε νέες δυνατότητες και οδηγούσε απευθείας στη δημιουργία (τελευταίο τέταρτο 1ου π.Χ. αιώνα) και εντέλει καθιέρωση του κώδικα,  του βιβλίου με τις σελίδες (3ος μ.Χ. αιώνας).

Η χρήση της περγαμηνής γενικεύτηκε τον 4ο μ.Χ. αιώνα, αντικαθιστώντας σταδιακά τον πάπυρο. Παρέμεινε σε χρήση κυρίως μέχρι τον 13ο αιώνα, ενώ κατά τον 14ο και 15ο αιώνα περιορίστηκε σε ειδικές μόνο περιπτώσεις. Ακριβότερο, ανθεκτικό, λείο υλικό γραφής, μπορούσε να διπλωθεί, κατάλληλο για βιβλία, μπορούσε να γραφτεί και στις δύο πλευρές. Ένα πολύ σημαντικό σύνολο κυλίνδρων από περγαμηνή κυρίως και λίγων παπύρινων, αποτελούν τα «Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας ή Κουμράν» (2ος π.Χ. αιώνας – 2ος μ.Χ. αιώνας), τα οποία βρέθηκαν (1947) τυλιγμένα σε λινό ύφασμα μέσα σε κυλινδρικά πήλινα δοχεία, εντός σπηλαίων, γύρω από  τα ερείπια κτιριακού συγκροτήματος, που ζούσε εβραϊκή μοναστική κοινότητα. Περιλαμβάνουν 207 χειρόγραφα και μερικές χιλιάδες αποσπάσματα, με την παλαιότερη εβραϊκή Βίβλο και κανόνες λειτουργίας της κοινότητας

Οι Ρωμαίοι τους πρώτους μετά Χριστό αιώνες (2ο– 4ο μ.Χ. αιώνα) κατέστησαν εφικτή και αναγκαία την εισαγωγή του κώδικα (βιβλίου), κυρίως για θρησκευτικά κείμενα και λιγότερο για επίσημα κρατικά έγγραφα. Ο κώδικας απευθυνόταν κυρίως σε πλουσίους. Η διάδοση της χριστιανικής θρησκείας ήταν ο κύριος λόγος διάδοσης των κωδίκων. Τον 4ο μ.Χ. αιώνα συνυπάρχουν ξύλινοι πίνακες (αλειμμένοι με κερί, πάνω στους οποίους έγραφαν, δεμένοι στη μία πλευρά με δακτυλίδια, ώστε να ανοίγουν εύκολα), κύλινδροι παπύρινοι, κώδικες παπύρινοι και περγαμηνοί. Οι κώδικες πλεονεκτούν έναντι των κυλίνδρων, διότι δεν χρειάζονται και τα δύο χέρια για να κρατηθούν, το κείμενο μένει σταθερό, δεν χρειάζεται αποστήθιση η θέση του κειμένου. Σε κάθε σελίδα μπορεί να μπει σελιδοδείκτης. Τα κείμενα στους παπύρους, προς το τέλος της εποχής τους, γράφονταν σε στήλες και σελίδες. Αυτή η πρακτική πέρασε και στους κώδικες. Στους κώδικες είναι γραμμένος ο τίτλος και ο  συγγραφέας στην αρχή και στο τέλος του κειμένου. Η περγαμηνή κόβεται σε τετράγωνα ισομεγέθη κομμάτια. Τέσσερα φύλλα (τετράδα) ιδίων διαστάσεων, διπλώνονται στη μέση, δένονται με σχοινάκι στο κέντρο και έτσι προκύπτει ένα μικρό τεύχος, το «περγαμηνό τετράδιο», ο πρώτος δηλαδή κώδικας (βιβλίο), που περιλάμβανε 16 σελίδες, όσες και το σύγχρονο τυπογραφικό φύλλο. Τα τεύχη  δένονταν ύστερα σε σχήμα βιβλίου, με εξωτερικό περίβλημα ξύλινων πινακίδων επενδυμένων με δέρμα. Ο κώδικας μπορεί να είναι μικρού μεγέθους και έτσι καθίσταται πιο εύχρηστος. Κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι, ακόμα και κρυφά. Γίνεται αρίθμηση στα τεύχη, π.χ. ΙΑ, ΙΒ, ΙΓ, κ.λπ. ώστε ο βιβλιοδέτης να καθοδηγείται στο δέσιμο. Περίφημος είναι ο κώδικας Μπότιγκερ του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου 3ου – 4ου μ.Χ. αιώνα και ο πορφυρός κώδικας Πάτμου – Αγίας Πετρούπολης, εποχής Ιουστινιανού (πορφυρός με χρυσά γράμματα στα ιερά ονόματα).

Ο συγγραφέας έγραφε το πρωτότυπο κείμενο ή υπαγόρευε σε γραμματέα, ενώ η αναπαραγωγή των κειμένων (χειρογράφων) γινόταν από αντιγραφείς. Το χειρόγραφο ήταν το μοναδικό μέσο για τον πολλαπλασιασμό και τη διάδοση λογοτεχνικών και άλλου είδους κειμένων.

Η λέξη βιβλίο υποδηλώνει αρχικά ένα εκτενές κεφάλαιο ενός μεγαλύτερου συγγράμματος, π.χ. το πέμπτο βιβλίο της ιστορίας του Προκοπίου «Υπέρ των πολέμων». Στο Μεσαίωνα, όταν ο κύλινδρος αντικαταστάθηκε από τον κώδικα, δεν υπήρχε ουσιαστικά κανένας λόγος η λέξη «βιβλίο» να χρησιμοποιείται με αυτή τη σημασία, αν και διατηρήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις.

Το χαρτί και η τυπογραφία εφευρέθηκαν στην Κίνα. Το χαρτί έφθασε στην Ευρώπη, ακολουθώντας το δρόμο του μεταξιού. Άρχισε να χρησιμοποιείται στην Ευρώπη κυρίως τον 13ο αιώνα (Ισπανία 1151, Ιταλία 1255, Γερμανία 1390), ενώ οι χειρόγραφοι κώδικες έδωσαν τη θέση τους στο τυπωμένο βιβλίο τον 15ο αιώνα (Γουτεμβέργιος 1435).

Από τους μεγαλογράμματους στους μικρογράμματους κώδικες

Οι Έλληνες δεν άλλαξαν τη γραφή τους από την εποχή του Καδμίου αλφάβητου (8ος π.Χ. αιώνας). Ο κύλινδρος με την μεγαλογράμματη γραφή θεωρείται το εγκυρότερο γραπτό κείμενο. Η γραφή γίνεται πιο ελεύθερη σε άλλα καθημερινά κείμενα, όπως π.χ. οι επιστολές. Η κεφαλαιογράμματη γραφή έχει διάφορα στυλ: όρθια, στρογγυλογράμματη, πλάγια. Στη μεγαλογράμματη γραφή των Αττικών επιγραφών κυριαρχούσε η συμμετρία. Υιοθετήθηκε από τους γραφείς των παπύρων και πέρασε έτσι στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τα γράμματα χαράζονταν πλάι-πλάι, ευδιάκριτα και καθαρά, χωρίς διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις. Αυτός ο τρόπος γραφής έχει  σημαντικά μειονεκτήματα. Χρειαζόταν πολύς χρόνος για να γραφτεί ένα κείμενο και έπιανε πολύ χώρο, δηλαδή περισσότερη περγαμηνή, με επακόλουθο η παραγωγή χειρογράφων να είναι αργή και ακριβή. Στα τέλη του 2ου μ.Χ. αιώνα, διαμορφώθηκε η βιβλική μεγαλογράμματη γραφή, η οποία είναι καλλιγραφική και δημιουργεί την εντύπωση φωτοσκιάσεων, με την εναλλαγή έντονων και λεπτών γραμμών (κώδικες με τη Βίβλο). Κατά τον 3ο και 4ο μ.Χ. αιώνα επικράτησε η ελληνική «επισεσυρμένη» μεγαλογράμματη γραφή (κολλητά τα γράμματα, σέρνονται). Κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα διαμορφώνονται δύο τύποι. Ο τύπος της γραφής των επίσημων εγγράφων που επιστρέφει στη βιβλική μεγαλογράμματη και ο τύπος της καθημερινής ζωής (της ταχείας επικοινωνίας μέσω χειρόγραφων επιστολών), η «κοινή επισεσυρμένη», που αναζήτησε έναν τρόπο εύκολης και γρήγορης γραφής. Αυτοί οι δύο τύποι προετοίμασαν την μικρογράμματη ελληνική γραφή, της οποίας οι ρίζες ανάγονται πριν την εποχή του Χριστού.

Η μορφή των γραμμάτων προσαρμόστηκε στην κίνηση της γραφής, στο “ductus”, τη διαδρομή δηλαδή που ακολουθεί το χέρι για να γράψει το γράμμα. Η αλλαγή των μορφών των γραμμάτων συστηματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων αιώνων του Βυζαντίου (6ο – 9ο μ.Χ. αιώνα) και στη συνέχεια υιοθετήθηκε ως γραφή των βιβλίων. Όλα σχεδόν τα σωζόμενα ελληνικά βιβλία από τον 4ο π.Χ. αιώνα έως τις αρχές του 9ου μ.Χ. αιώνα γράφονται στη μεγαλογράμματη γραφή. Η ελληνική μικρογράμματη ή βυζαντινή γραφή τυποποιήθηκε στις αρχές του 9ου μ.Χ. αιώνα και είναι η σημαντικότερη εξελικτική αλλαγή στον τρόπο γραφής. Αναφέρεται και ως «στουδιτική γραφή», από το παλαιότερο μέχρι σήμερα, σωζόμενο χρονολογημένο χειρόγραφο ελληνικής μικρογράμματης γραφής, το τετραβάγγελο Ουσπένσκι (σήμερα βρίσκεται στην Αγ. Πετρούπολη), προερχόμενο από τη Μονή Στουδίου Κωνσταντινούπολης (835) και συγκεκριμένα δημιουργήθηκε από τον μοναχό Νικόλαο τον Κυδωνιέα (από την Κυδωνία, δηλαδή τα σημερινά Χανιά). Το βιβλιογραφικό εργαστήριο της Μονής Στουδίου είναι συντηρητικό και ακολουθεί αυστηρούς κανόνες (κομψά, καλοβαλμένα γράμματα, με ελαφριά κλίση προς τα αριστερά). Το ίδιο κάνουν και τα scriptoria των μονών της Δύσης, σε αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους αντιγραφείς που έχουν σχετική ελευθερία και ακολουθούν τη μόδα της εποχής. Η μικρογράμματη γραφή πλεονεκτεί έναντι της μεγαλογράμματης γραφής, διότι τα κείμενα γράφονται σε συντομότερο χρόνο και πιάνουν λιγότερο χώρο. ΄Αρα η παραγωγή βιβλίων καθίσταται ταχύτερη και φθηνότερη και τα βιβλία μπορούν να γίνουν κτήμα περισσοτέρων ανθρώπων, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει το μορφωτικό τους επίπεδο. Η αντιγραφική δραστηριότητα συνεχίζεται και στη μεταβυζαντινή εποχή. Άλλωστε από τον 15ο αιώνα συνυπάρχει το χειρόγραφο και το έντυπο. Η διάδοση της μικρογράμματης γραφής αντικατοπτρίζει την αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων. Η μικρογράμματη γραφή συνδυάζεται και συνυπάρχει με την μεγαλογράμματη, η οποία παραμένει ως στοιχείο έμφασης στους τίτλους, στα αρχιγράμματα και ενίοτε μέσα στο κείμενο. Επιπλέον επειδή η αντιγραφή δεν ήταν μια μηχανική διαδικασία, αλλά συνοδευόταν από μελέτη και σύγκριση με άλλα χειρόγραφα, άρχισαν να γίνονται διορθώσεις και σχόλια στα παλιά κείμενα και έτσι γεννήθηκε η επιστήμη της Φιλολογίας. Το κυρίως κείμενο γράφεται στη μικρογράμματη γραφή, ενώ οι σημειώσεις, επεξηγήσεις γράφονται περιμετρικά του κυρίως κειμένου, είτε στη μικρογράμματη, είτε στη μεγαλογράμματη γραφή.

Πολύ λίγα χειρόγραφα που περιέχουν έργα της βυζαντινής λογοτεχνίας χρονολογούνται πριν τον 9ο αιώνα. Η καθιέρωση της μικρογράμματης γραφής οδήγησε σε αυξημένη παραγωγή χειρογράφων τόσο αρχαίων, όσο και βυζαντινών κειμένων. Η Παλαιογραφία, ως κλάδος των βυζαντινών σπουδών, είναι η επιστήμη που ασχολείται με τον τρόπο ανάγνωσης των χειρογράφων, τη χρονολόγηση και την απόδοση τους σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, γραφείς ή βιβλιογραφικά εργαστήρια. Στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες των είκοσι μονών του Αγίου Όρους, του Πρωτάτου και των σκητών, διασώζονται 14.500 τόμοι (χειρόγραφα και έντυπα) βασικών θεολογικών και λειτουργικών βιβλίων. Πολλές αποστολές έφθασαν από τη Δύση στο Άγιο Όρος, με σκοπό την απόκτηση βυζαντινών βιβλίων είτε με δόλο, είτε με εξαγορά. Κάποια βιβλία καταστράφηκαν λόγω πυρκαγιών. Γι’ αυτό σε πολλές περιπτώσεις τα βιβλία  και οι βιβλιοθήκες μεταφέρθηκαν από το νάρθηκα (χώρο κατηχουμένων) σε πύργους, όπως στη Μονή Βατοπαιδίου, για να είναι ασφαλείς από τη φωτιά, τα έντομα και τους κλέφτες. Πολλά βιβλία παραχωρήθηκαν σε βιβλιοθήκες της Οξφόρδης έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων, όταν οι μονές είχαν περιπέσει σε δεινή οικονομική κατάσταση.

Το έντυπο βιβλίο είναι η δεύτερη επανάσταση μετά την εισαγωγή της μικρογράμματης ελληνικής γραφής, η οποία εισάγει σταδιακά το βιβλίο σε κάθε σπίτι. Στη μεταβυζαντινή εποχή τυπογραφεία της Δύσης δημιούργησαν στοιχεία για το ελληνικό αλφάβητο βασισμένα στη μικρογράμματη γραφή του 9ου αιώνα και στη μεγαλογράμματη γραφή. Πάνω σε αυτές τις γραμματοσειρές βασίστηκε το σύγχρονο ελληνικό αλφάβητο.

Βιβλιογραφία              

    • Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμουπόλεως, Διαρκής Έκθεση Χαρτί και Καλαμάρι, Τα εργαλεία της γραφής και η γραπτή επικοινωνία, Μιχάλης Καΐρης
    • Διαλέξεις για το κοινό του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 2019
    • Καραμολέγκου Ελένη, Η ρωμαϊκή περίοδος, συνάντηση της ρωμαϊκής παράδοσης με το ελληνικό πνεύμα, Η Καθημερινή, Ένθετο επτά ημέρες, Η βιβλιοθήκη διαμέσου των αιώνων, Κυριακή 24 Νοεμβρίου 1996, Αθήνα
    • νέα εγκυκλοπαιδεία, λήμμα κώδικας, τόμος 13, Κοινωνία – Κώδικας, Εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία, Πήγασος Εκδοτική Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2006
    • νέα εγκυκλοπαιδεία, λήμμα πάπυρος, τόμος 20, Πανδίονας – Πιλαλίστρα, Εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία, Πήγασος Εκδοτική Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2006
    • byzantiumtoday.wordpress.com/2014/04/26/ένα-βήμα-με-τεράστιες-συνέπειες-η-αλλαγή -της-γραφής
    • https://el.wikipedia.org/wiki/Ελληνική – μικρογράμματη – γραφή
    • https://ellinikihistoria.wordpress.com/2019/03/02/ ή – μικρογράμματος – γραφή/
    • https//en.wikipedia.org>wiki>Rylands Library Papyrus P52-wikipedia
    • library.manchester.ac.uk St. John Fragment (The University of Manchester)
    • Miriam FeinbergVamosh, Η καθημερινή ζωή την εποχή του Χριστού, Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα 2002
    • Jan Olof Rosenqvist, Η Βυζαντινή λογοτεχνία από τον 6ο αιώνα ως την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Μετάφραση Ιωάννης Βάσσης, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2006
    • Xu Yanhao, Picture collection of China’s Ancient Machinery, China Science and Technology Museum, Popular Science Press, Beijing 2012
    • previous arrow
      next arrow
      Slider