Ελέγειο στον Κυρ’ Παντελή

ΕΛΕΓΕΙΟ ΣΤΟΝ ΚΥΡ’ ΠΑΝΤΕΛΗ

Από τον Τάκη Κυριτσόπουλο

===

Χαρταετός κι αλάργευε

η Σμύρνη πίσωθέ μου,

πότε πουλάκι του φευγιού,

πότε άθυρμα τ’ ανέμου …

Σε σακούλι μέσα ψωμιού,

βρέφος εσύ του σπάργανου τότε,

άκουγες το φευγιό σου, συσπειρωμένος στο σκοτάδι.

Και αφουγκραζόσουν εξανδραποδισμούς,

υπόκωφες κραυγές βιασμών,

τσιρίδες μανάδων και μανέδες δερβίσηδων

ν’ αφιονίζουνε τους Τσέτες …

Έβλεπες, δυό μηνώ δε θα ’σουνα,

τα κουφάρια των γνώριμων

ίδια αγάλματα από σάρκα να σφαδάζουν

μέσα στο άλικο λασπουριό.

Την αθεόρατη φλόγα θωρούσες,

ιερείς να κατακαίει και ιστορία

και στους οστεόκηπους μέσα να καθεύδουν

ίσκιοι νεκρών αγγέλων.

Μοναχά τα σκεπασμένα με κύμα στο λιμάνι κουφάρια

δε μπόραγες να ξεκρίνεις,

μηδέ την καρτερία των γερόντων,

που λες και πρόσμεναν από καιρό

το χτύπημα τούτο …

Μας φέραν απ’ τη Σμύρνη

κι από το Κορδελιό,

ένα καινούργιο δάκρυ,

που ’μοιαζε με παλιό …

Και στην αντίπερα πατρίδα,

αλλού εκείνοι κι αλλού τα φτερά τους,

ήρθαν οι ξεριζωμένοι

και άπλωσαν νέους ίσκιους,

όταν οι δρόμοι όλοι της θύμησης,

που ανηφόριζαν ίσαμε τις καρδιές τους,

τους ξαναγύριζαν τα δειλινά

στους κήπους της παιδικής τους ηλικίας.

Και με τα χρόνια και τα ζαμάνια

κέντησαν γιορτινά μπαλώματα

απάνω στις καθημαγμένες τους σάρκες.

Και οι απανθρακωμένες τους ψυχές,

που στέναζαν και θάμπωνε ο αγέρας,

γιάνανε και τούτες με του καιρού το φεύγα.

Και στήσανε σπιτικά με βασιλικά και δυόσμους,

που θάλλανε με δάκρυ ποτιστικό.

Τώρα ακούγεται η σιωπή τους

και η σιωπή σου, γέροντα,

σαν συνέχεια προσευχής,

μ’ όλο που φύγανε από τότες

ενενήντα τόσα χρόνια …

=======

* Ο Παντελής Τεκέλογλου (1922–2015) έφθασε βρέφος στην Ερμούπολη, μέσα σε μια πάνινη σακούλα ψωμιού, όπου τον φυγάδευσαν οι γονείς του μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

   Διατήρησε κατάστημα στην περιοχή του Αγίου Νικολάου μέχρι τα βαθιά του γεράματα.