ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΑΣΚΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΑΣΚΟΣ

ΚΛΕΙΘΡΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ 

Κείμενο Φωτογραφίες Χρήστου  Θανόπουλου

Γεώργιος Δάσκος

Όλοι όσοι γνωρίζουν το Γιώργο Δάσκο και έχουν επισκεφτεί το ισόγειο κατάστημά του, στους πρόποδες της Άνω Σύρου, μιλούν με τα καλύτερα λόγια, για την εμβληματική φυσιογνωμία, τον επαγγελματισμό, την τελειομανία, την ευσυνειδησία και την τιμιότητα του παλιού κλειθροποιού και συλλέκτη.

Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1948 και γονείς του ήταν ο Πολύκαρπος Δάσκος και η Χαρίκλεια Βενικουά. Ο Γ. Δάσκος παντρεύτηκε τη Μαρία Κοντορούχα και έχουν μία κόρη, την Ελένη που συμπαραστέκεται δυναμικά στον πατέρα της. Έχει την χαρά να καμαρώνει δύο εγγονούς, τον Σταύρο και το Γιώργο. Από δέκα ετών δούλευε ως λαντζιέρης στο εστιατόριο της οικογένειας Λειβαδάρα (κάτω από το ξενοδοχείο «Ακταίον», στο λιμάνι) και όταν έγινε δεκατεσσάρων ετών φοιτούσε στη Βαρδάκειο Επαγγελματική και Νυκτερινή Σχολή. Έχει αποφοιτήσει από την κρατική μέση τεχνική, τετραετούς φοιτήσεως, Σχολή Εργοδηγών Μηχανολόγων και από τη Σχολή Μηχανικών.

Προσλήφθηκε το 1960 και εργαζόταν στο Μηχανουργείο του Νεωρίου, ως εργοδηγός στους τόρνους. Με την εθελουσία έξοδο, αποχώρησε από το Νεώριο το 1993. Όπως μας λέει ο ίδιος: «Το Νεώριο αρχικά, πέρασε στην εποχή των Αδελφών Γουλανδρή (Αλέκου και Γιάννη), που είχαν μεγαλεπήβολα σχέδια.  Είχαν διαθέσει πολλά χρήματα για την απόκτηση ακινήτων που βρίσκονταν στην περιοχή από το «Λίντο»  μέχρι τα Λαζαρέττα και ονειρεύονταν να ενοποιήσουν όλα τα καρνάγια – ταρσανάδες, υπό την αιγίδα του Νεωρίου. Ο άγιος Γουλανδρής (Γιάννης) άλλαξε ριζικά το Νεώριο. Έδωσε την ψυχή του! Ακολούθησε η κρατικοποίηση και μετά πάλι η ιδιωτικοποίηση του Νεωρίου. Το ποσόν που ορίστηκε να πληρώσει ο νέος ιδιοκτήτης (Ταβουλάρης), τροποποιήθηκε αργότερα και το Νεώριο τελικά δεν αγοράστηκε, αλλά χαρίστηκε. Επί χρόνια πουλούσαν τα περιουσιακά στοιχεία του Νεωρίου, όπως του Λαδόπουλου, Σκαγιάδικο, κ.α. Λεηλατούσαν την υλικοτεχνική υποδομή του, χωρίς να τιμωρηθεί ποτέ κανείς. Ο συνδικαλισμός είχε γίνει κανιβαλισμός, εγώ δε συμφωνούσα, δε μπορούσα να συνεννοηθώ και γι’ αυτό αποχώρησα».

Παράλληλα είχε ξεκινήσει να ασκεί το επάγγελμα του κλειθροποιού από το 1979, αρχικά ως μαθητευόμενος του παλιού κλειθροποιού Αγγελή Γαϊτάνου.

«Τυχαία βγήκα κλειδαράς. Ήταν γύρω στο 1979. Ο Παρίσης που είχε το πρακτορείο πλοίων, είχε εξαφανιστεί. Τον ψάχνανε επί τρεις μέρες. Είχε αυτοκτονήσει. Ξύπνησαν το Γαϊτάνο, που τότε ήταν 85 χρονών, κατά τη μία η ώρα το πρωί, τον πήραν από το σπίτι του και τον πήγαν στο πρακτορείο δίπλα στα «Γιάννενα». Ήθελαν να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο, μήπως είχε αφήσει κάποιο σημείωμα. Άνοιξε το χρηματοκιβώτιο. Κατόπιν φώναξε εμένα για να το διορθώσω. Αρρώστησε και έμεινε τρεις μήνες στο νοσοκομείο. Μου έδειχνε συνεχώς τη δουλειά και μου παραχωρούσε σταδιακά πελάτες. Γύρω στο 1982 πήγα στην Αθήνα και εκπαιδεύτηκα στους αδελφούς Σιάμου, στην οδό Αριστοτέλους, αυτούς που αργότερα ασχολήθηκαν με τις θωρακισμένες πόρτες. Πήγαινα πολλές φορές, παίρνοντας άδεια από το Νεώριο. Όμως η κανονική – μόνιμη δουλειά μου ήταν μηχανουργός στο Νεώριο. Ευτυχώς έμαθα και την τέχνη του κλειθροποιού και είχα εναλλακτική λύση βιοπορισμού, μετά την αποχώρησή μου από το Νεώριο.

Έχω ανοίξει πολλά χρηματοκιβώτια, βιεννέζικα, γαλλικά. Συνήθως το ζητάνε οι κληρονόμοι ή χάνονται τα κλειδιά . Έχω ανοίξει  χρηματοκιβώτια τραπεζών, ιδιωτών, κ.α. Τα χρηματοκιβώτια τα ανοίγω πρώτα και κατόπιν τα αποδίδω γερά και με κλειδιά. Κατάφερα να ανοίξω, ύστερα από προσπάθειες δύο ωρών, το περίφημο χρηματοκιβώτιο Αθανασίου Λαδόπουλου, μετέπειτα Τσουρού. Αφαιρούσα σταδιακά έναν – έναν τους πίρους. Ο Τσουρός είχε γεμίσει με σκάγια τις κλειδαριές του, προσπαθώντας να το ανοίξει. Δεν με άφησε να το φωτογραφίσω, όπως ήταν μισοθαμμένο στην ερειπωμένη αποθήκη του κτήματός του. Στο ανακαινισμένο πατρικό του Κώστα Κρυστάλλη, που λειτουργεί ο ξενώνας «Αχίλλειον», στην οδό Φαίδωνος Κουκουλέ στη Νεάπολη, στο χώρο υποδοχής υπάρχουν τρία χρηματοκιβώτια, του Μιχαήλ Ασημομύτη, που είχε περάσει στην ιδιοκτησία του κοσμηματοπώλη – χρυσοχόου Ντίνου Τόζου, του Συκουτρή και του Κρυστάλλη. Ο θείος του Κώστα, Παναγιώτης Κρυστάλλης έχει μία συλλογή τριάντα έως σαράντα χρηματοκιβωτίων, στην αποθήκη του στα Τάλαντα, από τα οποία περίπου είκοσι προέρχονται από εμένα».

Ο Γιώργος Δάσκος έχει και μία άλλη ιδιότητα. Αυτή του συλλέκτη. Στο κατάστημά του, με τον τεράστιο χώρο, τα άφθονα ράφια, κουτιά, κιβώτια, προθήκες, φιλοξενείται μία μεγάλη ποικιλία παλαιών αντικειμένων, πολλά από τα οποία τα έχει αγοράσει. Ανάμεσα στα άλλα, υπάρχει το βιεννέζικο χρηματοκιβώτιο του Κατσιμαντή και ένα γαλλικό αγνώστου ιδιοκτήτη. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει μία μίνι ατμομηχανή, της οποίας ο λέβητας έκαιγε κάρβουνο. Ο ρυθμιστής με τα εξαρτήματά του και τα συνδετικά τμήματα είναι καινούργια και έχουν τοποθετηθεί από το Γ. Δάσκο. Μας παρουσιάζει μία μέγγενη, ένα τρυπάνι, ένα λουκέτο, ένα παχύμετρο, ένα άγκιστρο πτυσσόμενο για αντλίες με μανιβέλα, μία ζυγαριά φαρμακείου διακοσίων ετών, μάσκουλα, μάνταλα, άγκυρες ναυαρχείου, ζυγαριές, ένα μηχανισμό πλοίου εποχής Κανάρη, ένα χειροκίνητο τροχό, ένα κουμπάσσο (διαβήτη).

«Όλες οι κούτες είναι γεμάτες παλαιά αντικείμενα. Αν είχα χώρο θα τα παρουσίαζα στο κοινό. Όνειρό μου είναι η δημιουργία μίας μόνιμης έκθεσης».

Αυτός είναι ο Γιώργος Δάσκος, ο κλειθροποιός και συλλέκτης, ο πολυπράγμων και πολυτάλαντος.

Τον ευχαριστούμε θερμά για την υπομονή και τη φιλοξενία.

previous arrow
next arrow
Slider