Η Μπαλάντα του Ξεριζωμού

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΞΕΡΙΖΩΜΟΥ

Ανάθημα στα εκατό χρόνια απ’ τη Μικρασιατική Καταστροφή

Από τον Τάκη Κυριτσόπουλο

====

Φέτος είχανε ορίσει τα καλαμπόκια,

να δέσουνε καρπό στο υστερόγραφο

του θέρους απάνω.

—-

Και ’κείνοι, με τις ευλογίες των άλλοτε θεών,

τη στράτα πήρανε της ξερολιθιάς,

τρέχοντας με τα πόδια του Ενός, οι Μυριάδες,

ότι τους είχανε πάρει στο κατόπιν

οι Πένητες με τα γιαταγάνια

και τις μελαχρινές κραυγές τις στεντόρειες.

—-

Αχ, και μήτε Μάης, μηδέ Απρίλης

μπροστά τους να διαβούνε!

Μόνο αρές, που ο θυμός επαλήθευε,

μόνο βόγγοι δυσνόητοι

και ανάσες γεμάτες στιχομυθίες.

—-

Και τότε τα παιδόπουλα νιώσανε

τις ματιές τους να περνάνε στην εφηβεία

και να σταυρώνονται μέσα στα μάτια των άλλων.

—-

Και τότε οι ιερουργούντες

βαστώντας παραμάσχαλα την αγιαστούρα του πεύκου,

έπεμψαν δέσμες ψαλμών,

που ως θυμίαμα περιέλουσαν

την κυκλική Δόξα του θόλου

και τον ανεικονικό διάκοσμο

στα εσωράχεια των τόξων.

—-

Και τότε το δάκρυ μέσα σε όλων τα μάτια

εσήκωσε κυματισμό.

—-

Και των παλαιών ανομιών οι δυσοσμίες

κρύφτηκαν πίσω από το γιασεμί.

Και το Αίμα του Αμνού στα βημόθυρα είπε:

«Μακάριοι οι δεδιωγμένοι».

Και οι εναπομείναντες, ψηλοί ως τα τώρα,

ανεμίζοντας κόμες λευκές, πέρα απ’ τον ασβέστη,

παραμείνανε ν’ αμολύσουν τις γούμενες

και τις λαντζάνες των τρεχαντηριώνε,

νιώθοντας τα βλέφαρά τους

να υποκύπτουν σε νύστα θανάτου.

—-

Και όλες μεμιάς οι γυναίκες

στα γαλετόμπρικα και στις νάβες

τίναζαν με τις μαντήλες τους

το σκοτάδι να φύγει.

Ότι η ώρα τούτη νύχτα δεν ήτανε.

Μόνο μέρα ντυμένη σε πένθος!