Νίκος Εγγονόπουλος

Νίκος Εγγονόπουλος

ο Ορφέας του Υπερρεαλισμού

Κείμενο, φωτογραφίες Χρήστου Θανόπουλου

Την Παρασκευή 13 Μαΐου 2022, στην έκθεση «Νίκος Εγγονόπουλος, ο Ορφέας του Υπερρεαλισμού», μια συντροφιά δώδεκα Συριανών και φίλων ξεναγήθηκε από την κ. Άννα Πλέσσα, υπεύθυνη εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. και Μ. Θεοχαράκη. Εκατόν σαράντα ζωγραφικά έργα του Ν. Εγγονόπουλου, προερχόμενα από ιδιωτικές συλλογές, κάποια άγνωστα στους πολλούς, έγιναν αντικείμενο θαυμασμού, στοχασμού και ονειροπόλησης.

Η κ. Α. Πλέσσα μεστή και συνοπτική, μας ξενάγησε επιτυχώς, στο σουρεαλιστικό κόσμο του Νίκου Εγγονόπουλου, του μεγάλου τεχνίτη του χρωστήρα και του στίχου, του καθηγητή της ΑΣΚΤ, του ανθρώπου του θεάτρου, για το οποίο σχεδίαζε κοστούμια και σκηνικά. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1907, όμως το γενεαλογικό του δένδρο έχει ρίζες στην Κωνσταντινούπολη, Ύδρα, Μάνη και Βόρειο Ήπειρο. Προπάππος του ήταν ο Σμίτ, αρχικηπουρός του Όθωνα και δημιουργός του Εθνικού Κήπου. Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Πέρασε τα μαθητικά του χρόνια (1919–1927) εσωτερικός σε γαλλικό κολλέγιο του Παρισιού. Ξεκίνησε να σπουδάζει ιατρική στο Παρίσι, αλλά διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην Αθήνα το 1927 και υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του έως το 1928. Κατόπιν εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1928–1930), ενώ παράλληλα φοιτούσε σε νυκτερινό γυμνάσιο. Εργάστηκε ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Φοίτησε (1932–1938) στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), όπως είχε μετονομαστεί το Σχολείο Τεχνών. Είχε δάσκαλο του Παρθένη, το Βολανάκη. Ο Παρθένης φέρνει έναν αέρα ανανέωσης στην ΑΣΚΤ. Είναι διαφορετικός από τους άλλους καθηγητές. Εισάγει τους ιμπρεσιονιστές στην Ελλάδα. Οι φοιτητές μαγνητίζονται από την πολυδιάστατη προσωπικότητα και το έργο του. Ο Δημητρόπουλος και άλλοι κάνουν πόλεμο στον Παρθένη. Ο Εγγονόπουλος κοντά τον Παρθένη, μαθαίνει για την τέχνη της αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου. Επίσης, μαθαίνει τη σημασία του χρώματος. Γνωρίζει τον Τσαρούχη και τον Μπισκίνη, με τους οποίους συνεργάζεται και σε συνεργασία με τον σύλλογο παραδοσιακών σπιτιών, συμμετέχει σε καταγραφή κατεστραμμένων οικιών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέσσερα χρόνια κοντά στο Φώτη Κόντογλου στο εργαστήριό του (στο σπίτι του), και στον Ανδρέα Ξυγγόπουλο, διδάχτηκε τη βυζαντινή τέχνη και τις προσπάθειες αναβίωσής της. Η βυζαντινή αγιογραφία τα έχει όλα. Έντονα χρώματα, έλλειψη προοπτικής, είναι υπερβατική. Έχει κοινά στοιχεία με την ευρωπαϊκή ζωγραφική. Μαθαίνει από τον Κόντογλου το σχέδιο, τη σημασία της χρυσής τομής και της αρμονίας. Ο Εγγονόπουλος ζωγραφίζει πολλές αγιογραφίες έως το 1950. Ούτως ή άλλως η βυζαντινή τέχνη υπάρχει σε πολλά έργα του.

Το 1939 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση, με επιρροές από το μεταφυσικό κόσμο του Βολιώτη Τζιόρτζιο ντε Κίρικο και την υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης. Προσπαθεί να εκφράσει την παγκοσμιότητα του Ελληνισμού μέσα από την πολυσημία της σουρεαλιστικής γραφής. Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», Κύκλος, Αθήνα 1938, η οποία προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις και ειρωνείες εκ μέρους κάποιων κριτικών. Μοναδικός υπερασπιστής υπήρξε ο επιστήθιος φίλος του και υπερρεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος. Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς. Μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο εργασίας, από όπου δραπέτευσε και επέστρεψε με τα πόδια στην Αθήνα. Το 1944 με νωπές τις αναμνήσεις του πολέμου παρουσιάζει τον «Μπολιβάρ», Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήναι, δηλαδή συλλογή ποιημάτων για την απελευθέρωση της Νότιας Αμερικής από τους Ισπανούς, κορυφαία στιγμή της ποίησής του, δίνοντας το διαχρονικό πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Το 1945 ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα στο ΕΜΠ ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελεύθερου Σχεδίου. Το 1969 έγινε καθηγητής στην έδρα Ελεύθερου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης.

Η ακαδημαϊκή καριέρα του έληξε το 1973 με τη συνταξιοδότησή του. Πραγματοποίησε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Εκπροσώπησε με 100 έργα την Ελλάδα στη XXVII Μπιενάλε της Βενετίας (1954). Εικονογράφησε βιβλία και σκηνοθέτησε πολλά θεατρικά έργα. Έφτιαξε τα σκηνικά σε δεκαέξι παραστάσεις, που κυριολεκτικά έκλεβαν την παράσταση. Έχει εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές. Τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βραβείο ποιήσεως το 1958 και το 1979, για τις ποιητικές συλλογές «Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω» και «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», αντίστοιχα. Τιμήθηκε για το ζωγραφικό έργο του με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α’ (1966) και του Ταξιάρχη του Φοίνικα.

Άλλα έργα του: «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής», Ιππαλεκτρύων, Αθήναι, 1939, «Επτά ποιήματα», «Ο Γλάρος», Αθήναι 1944, «Η επιστροφή των πουλιών», Ίκαρος, Αθήναι 1946, Ατλαντικός, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Αθήναι 1954, «Τρία ποιήματα και ένας πίνακας», Σπείρα, Αθήναι 1975, «Ελληνικά Σπίτια», εικονογραφημένη έκδοσις, ΕΜΠ 1972, «Ο Καραγκιόζης, ένα ελληνικό θέατρο σκιών», «Υ», βιβλία, Αθήναι 1980, κ.α. Ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν μελοποιηθεί από το Μάνο Χατζηδάκη, τον Αργύρη Κουνάδη και το Νίκο Μαμαγκάκη. Ο Νίκος Εγγονόπουλος τοποθετείται στην πρωτοπορία των Ελλήνων ζωγράφων και ποιητών, προβάλλοντας το αίτημα του ελληνοκεντρικού σουρεαλισμού.

Ο σουρεαλισμός (υπερρεαλισμός) ξεκίνησε στο Παρίσι σαν κίνημα από τη λογοτεχνία και επεκτάθηκε στην τέχνη. Ο σουρεαλιστές καλλιτέχνες νιώθουν απελευθερωμένοι και έρχονται σε ρήξη με τον καπιταλισμό και τα κοινωνικά πρότυπα. Δε θέλουν να έχουν σχέση με την ιστορία. Επικεφαλής των σουρεαλιστών είναι ο Μπρετόν. Εκδίδουν στο Παρίσι το περιοδικό ”Minotaure” με εξώφυλλα του Πικάσο και του Magritte. Ο Μινώταυρος για τους σουρεαλιστές συμβολίζει τη μάχη στον άνθρωπο μεταξύ συνειδητού – ασυνείδητου, επίσης συμβολίζει την αγριότητα, το θάνατο. Χρησιμοποιούν συμβολικά στοιχεία και φέρνουν στο προσκήνιο το ασυνείδητο, του οποίου δεν κατανοούμε τις διεργασίες. Είναι η εποχή που ο Freud διατυπώνει τη θεωρία της Ψυχανάλυσης και την ύπαρξη του Εκείνο, του Εγώ, του Υπερεγώ και του συνειδητού-ασυνείδητου. Παράλληλα, στην Ελλάδα οι καλλιτέχνες της γενιάς του ’30 αναζητούν μια νέα ταυτότητα μέσω της Αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου και περνούν σταδιακά από το Ρεαλισμό στο Σουρεαλισμό.

Ο Εγγονόπουλος ασχολείται αρχικά με τη βυζαντινή τέχνη, ενώ παράλληλα ξετυλίγει τα σουρεαλιστικά έργα του, δανειζόμενος στοιχεία από τη σκοτεινή ζωγραφική του Giorgio de Kiriko, (Μεταφυσική Περίοδος, πρώτη περίοδος της ζωγραφικής του). Κυριαρχεί η ελληνικότητα και το ονειρικό στοιχείο στα έργα του Εγγονόπουλου. Οι ανθρώπινες μορφές παρουσιάζονται σαν ανδρείκελα, χωρίς χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, με έντονα χρώματα. Τα χρώματα που χρησιμοποιεί είναι η ώχρα, το κόκκινο, το κυανό του κοβαλτίου, το βαθύ πράσινο. Ζωγραφίζει ακατάπαυστα με την ίδια μαεστρία, υλοποιώντας τα οράματά του, με ελαιογραφίες, αυγοτέμπερα. Αρχικά, ζωγράφιζε σε χαρτί μικρών διαστάσεων το όραμά του, με σινική μελάνη, υδατοχρώματα, χρωματιστά μολύβια. Κατόπιν σχεδίαζε το έργο με μολύβι ή κάρβουνο ή και τα δύο. Οι γυναίκες έχουν καλοσχηματισμένα στήθη και ανοικτή λεκάνη, σύμβολα γονιμότητας. Υπάρχουν συμβολικά στοιχεία, όπως ο ρόμβος και η πυραμίδα που κοιτάζει προς τα επάνω και συμβολίζει το θάνατο. Ο κύβος συμβολίζει τη σταθερότητα, τη στιβαρότητα των πραγμάτων, η σφαίρα συμβολίζει την ολοκλήρωση, το όλον. Το χέρι δείκτης (εμπνευσμένο από οδοδείκτες Παρισιού της δεκαετίας του ’30), το κλουβί, είναι στοιχεία δανεισμένα από τον Ντε Κίρικο. Κάθε σκηνή ζωγραφικού έργου εκτυλίσσεται στο εσωτερικό σπιτιού ή στο ύπαιθρο. Απουσιάζει η προοπτική. Εμπνέεται από τη μυθολογία, λογοτεχνία και την ιστορία. Ήρωες του είναι ο Ορφέας και η Ευρυδίκη, ο Ηρακλής, ο Οδυσσέας, ο Ερμής, η Καλυψώ, ο Πηλέας, η Θέτις, ο Ιάσονας, η Μήδεια, ο Οιδίποδας, ο φιλόσοφος Παρμενίδης, ο Άνθιμος ο Τραλλέας, ο Ισίδωρος ο Μιλήσιος, ο Ρήγας Φεραίος, ο Άγιος Γεώργιος. Στον Ορφέα έχει αφιερώσει ποιήματά του και δεκατρείς πίνακες ζωγραφικής, σε μια περίοδο τριάντα ετών. Ο Ορφέας, γιός του Οιάγρου και της μούσας Καλλιόπης ή Πολύμνιας, τραγουδιστής, μουσικός, ποιητής, ιερέας των Αργοναυτών, πιστός στη γυναίκα του Ευρυδίκη κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο για να τη συναντήσει. Ο Άδης και η Περσεφόνη τού έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία να επιστρέψει η αγαπημένη του στον Πάνω Κόσμο, υπό τον όρο να μην την κοιτάζει μέχρι την άνοδό της. Εκείνος από λαχτάρα την κοίταξε και έτσι την έχασε για δεύτερη φορά. Στη Θράκη, οι Θρακιώτισσες παρθένες κομματιάζουν τον Ορφέα που δε μπορούν να κάνουν δικό τους. Τα κομμάτια του φτάνουν στη Λέσβο, όπου γεννιέται η λυρική ποίηση.

Ο Ορφεύς

les nuages, les merveilleux nuages…  Ch. Baudelaire

Τον Ορφέα ποτέ —μα ποτέ— τίποτα δεν τον επαρηγόρησε για την διπλήν απώλεια

της Ευρυδίκης: άλλοτε —για λίγο— έλεγε κανά τραγούδι μες στο μαράζι του

άλλοτε —για λίγο πάλε— τα χρώματα τον γοητεύανε

με τις άπειρες ποικιλίες τους και τους συμπτωματικούς

λογής λογής συνδυασμούς τους

—-

μια φορά —κατά του ήλιου το βασίλεμα— πρόσεξε μες στο γαλάζιο τ’ ουρανού

γοητευτικές αράδες σύννεφα

—-

γι’ αυτό που στο Καβούρι κάποτε ένας χωροφύλακας* σα μεταμεληθείς εκραύγασε:

«Ιδού τα σύννεφα του Εγγονόπουλου!» — αλλά αυτά —πραγματικά—

δεν ήσανε τα σύννεφα του Εγγονόπουλου ήταν μαχαίρια λεπίδες

ακονισμένες κάμες και χατζάρια που πάνω στις γαλάζιες τους εσθήτες

εκρατάγε ακονισμένες κάμες και χατζάρια

που πάνω στις γαλάζιες τους εσθήτες εκρατάγανε

οι σκληρότατες της Θράκης οι παρθένες

—-

κι αυτά κραδαίνοντας οι σκληρές παρθένες στ’ άπονα τα χέρια τους

μ’ αυτά —λέω— πέσανε πάνω του: τον κατακρεουργήσανε τον κομματιάσαν τον Ορφέα

 *       Άραγες να γνώριζε τον συνάδελφό του —κατωτέρου άλλωστε βαθμού— εν υπηρεσία στο Tinchebray (Orne);

Νίκος Εγγονόπουλος. 1978. Στην κοιλάδα με τους ροδώνες. Αθήνα: Ίκαρος.

«Η ποίηση έχει το πλεονέκτημα του χρόνου στον τρόπο που επικοινωνεί με τον αναγνώστη μαζί με όλα όσα συνεπάγεται κάτι τέτοιο, δηλαδή τον ρυθμό, τη μουσική, τη διαδοχή εικόνων και εννοιών και τη σταδιακή τους εξέλιξη. Αντίθετα, η ζωγραφική έχει το πλεονέκτημα της αμεσότητας, της ακαριαίας αισθητικής συγκίνησης στη συνολική θεώρηση του πίνακα. Και τα δύο ο Εγγονόπουλος τα εκμεταλλεύτηκε με τον μοναδικό του τρόπο για να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό και γνήσια ελληνικό εκφραστικό ύφος. Αναρωτιέμαι αν εννοούσε τον εαυτό του όταν έγραφε στη συλλογή του Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω: «Μιλούσε μίαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας λησμονημένης πλέον πόλεως, της οποίας ήταν άλλωστε ο μόνος νοσταλγός».

                                                                   Βασίλης Παπαδόπουλος

Ο εισαγωγικός πίνακας στην έκθεση είναι ο πίνακας «Ερμής, Ορφέας, Ευρυδίκη», ελαιογραφία του 1941. Ο Ψυχοπομπός Ερμής, ο Ορφέας και δίπλα η Ευρυδίκη καλύπτει τη γύμνια της πίσω από την κόκκινη κουρτίνα, το όριο του Πάνω και του Κάτω Κόσμου. Άλλο αντιπροσωπευτικό και αγαπημένο έργο του είναι «Ο ποιητής και η μούσα», λάδι, 1965. Δίπλα ένα βαρύ έπιπλο (σκρίνιο), με τα πινέλα του ζωγράφου και γύρω τους πράσινους τοίχους, αντιπροσωπευτική γωνιά του εργαστηρίου του ζωγράφου, από το σπίτι του στην Κυψέλη. Ο ίδιος τιμολογούσε πολύ υψηλά τα έργα του και έτσι απέφευγε την πώληση τους.

«Στη ζωγραφική με γοήτευαν οι Βυζαντινοί, ο Θεοτοκόπουλος, ο Μανέ, ο Σερά, ο Σεζάν, ο Παρθένης, ο Παύλος Κλε και ο Ντε Κίρικο. Είμαι πρώτα ζωγράφος και μετά ποιητής. Γι’ αυτό, κακώς αρχίσαμε από τον Σολωμό. Έπρεπε ν’ αρχίσουμε από τους ζωγράφους, τον Θεοτοκόπουλο, τον Παρθένη. Ο Παρθένης δε με δίδαξε μόνο με το μυαλό, αλλά με την καρδιά του».

                                                                          Ν.Ε.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στην αρχή της καριέρας του ως ζωγράφος, ξεκίνησε με την βυζαντινή αγιογραφία και με σκίτσα (όπως η «Αυτοπροσωπογραφία» με σινική μελάνη σε χαρτί). Το βυζαντινής τεχνοτροπίας πορτραίτο «Φαγιούμ» (1954), αυγοτέμπερα, μικρών διαστάσεων, ανήκει στη συλλογή του Κρίτωνα Ιωαννίδη. Ο «Άγιος Νικόλαος» (1933), από την ίδια συλλογή, ο «Ευαγγελιστής Λουκάς» (1952), ο «Ιωάννης ο Πρόδρομος», είναι κλασσικά έργα. Υπέροχο έργο ο «Άγιος Χαρίτων ο μέγας» (1933), αυγοτέμπερα σε χαρτόνι και «Η θυσία του ποιητή Ιάσωνος Κλεάνδρου εν Κομμαγηνή» (1935), αυγοτέμπερα σε χαρτόνι, έργο εμπνευσμένο από ποίημα του Κων/νου Καβάφη.

Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή, 595 μ.Χ.

Τό γήρασμα τοῦ σώματος καί τῆς μορφῆς μου
εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι.
Δέν ἔχω ἐγκαρτέρησι καμιά.
Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμέςἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ.

Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαίρι. —
Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάμνουνε — γιά λίγο — νά μή νοιώθεται ἡ πληγή.

                                                                                 Κ. Π. Καβάφης

«Για να βρω τον δρόμο μου τον αληθινό, τον υπερρεαλιστικό, για να μπορέσω να εκδηλωθώ ελεύθερα κι απερίφραστα, αυτό το χρωστώ σε δύο κορυφαίους, στις δύο μεγαλύτερες μορφές που παρουσίασε ποτέ ίσαμε τώρα, εξ όσων γνωρίζω, το παγκόσμιο υπερρεαλιστικό κίνημα. Ευτύχησα να γνωρίσω τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο και τον μεγάλο ζωγράφο τον μεγάλο Βολιώτη Γεώργιο ντε Κήρυκο».

Ν.Ε.

«Ο φωνογράφος στο ακρογιάλι» (1939–1940), λάδι σε μουσαμά, με γυμνή γυναίκα που κρατάει ψάρι, ίσως φαλλικό σύμβολο και έναν άντρα με ριγέ μαγιό και περικεφαλαία, πίσω τους ο φωνογράφος πάνω στην αμμουδιά, στο βάθος η θάλασσα. Στο έργο «Νίκο hora ruit» ο αδυσώπητος χρόνος που τρέχει συνεχώς, με δύο γυμνές γυναικείες μορφές, στο εσωτερικό δωματίου, γεμάτο νερό και ψάρια, τα χέρια της μίας γυναίκας μετατρέπονται σε κορδέλες που ανεμίζουν. Στο «Au rendez – vous allemand», (μορφή ΙΙ), 1963, λάδι σε μουσαμά, γυναικεία μορφή με ρούχα 19ου αιώνα, στέκεται δίπλα σε Γερμανό φρουρό με τη μορφή σκελετού, με γερμανικό κράνος, ξιφολόγχη, μπροστά από φυλάκιο, πίσω του κάγκελα, στο βάθος η Αθήνα με την Ακρόπολη. Ο «Εμφύλιος Πόλεμος» (1948), λάδι σε μουσαμά, απεικονίζει τη γυναίκα με κόκκινο κορσέ που διαπερνά στο ύψος της κοιλιάς με κοντάρι – σημαία τη γυναίκα με τη μπλε φούστα. Ο «Πλούταρχος», γυμνός άνδρας με περικεφαλαία – σπαθί, ανάμεσα σε δυο γυναίκες και σύμβολα σφαίρας, κύβου, κόλουρου, κώνου.

«Μιλώ για τις απαιτήσεις που έχει η τέχνη από τους νέους δημιουργούς, που πρέπει να προσθέτουν κάτι, έστω κι ένα ελάχιστο στην προσφορά των αιώνων, κι όχι να επαναλαμβάνουν οτιδήποτε, που έχει γίνει ήδη, σε άλλους καιρούς και υπό διαφορετικές συνθήκες».

Ν. Ε.

«Τι είναι λογική; Σήμερα υπάρχουμε, αύριο δεν θα υπάρχουμε. Η μόνη λογική είναι ότι κάποτε δεν θα υπάρχουμε. «Και μου μαυρίζει ο ντουνιάς κι αράδα παλαβώνω», λέει ο Χατζή – Σεχρέτ. Όλα τα άλλα είναι παραλογισμός. Κατηγορούν τον υπερρεαλισμό ότι δεν έχει σχέση με τη ζωή, ότι είναι ασυνάρτητος. Μα η ζωή είναι συναρτημένη; Ασυνάρτητη δεν είναι κι αυτή;».

Ν. Ε.

«Πρέπει να πω, πως βλέπω τη σχέση του ανθρώπου με το έργο τέχνης. Πιστεύω πως ο άνθρωπος, κι ο πιο πολυάσχολος, ακόμη κι ο πιο δοσμένος σε κάτι, έχει στιγμές αφόρητης μοναξιάς. Ε, λοιπόν, σκοπός του έργου τέχνης είναι, ακριβώς, η κατάργηση αυτής της μοναξιάς. Σκοπός του έργου τέχνης δεν είναι, απλά, να μας διασκεδάσει, πρέπει να μας παρηγορεί.

Ν. Ε.

Ο Ν. Εγγονόπουλος είναι ο μοναδικός καλλιτέχνης που έχει ζωγραφίσει την επιθανάτια προσωπογραφία του (τέμπερα σε χαρτί). Ο ζωγράφος κρατώντας την παλέτα με τα πινέλα του, με γυρισμένη την πλάτη προς εμάς, φορώντας λευκό μανδύα, λευκό καπέλο, ατενίζει τη θάλασσα, με τα ελληνικά νησιά, έχοντας στο έδαφος, αφήσει πίσω του διάφορα σύμβολα, δίπλα σε κουρτίνα που ανοίγει. Είναι σαν να λέει: «Το έργο μου το έκανα, αφήνω τα σύμβολα σε σας. Φεύγω από εδώ.»

Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985, από ανακοπή καρδιάς. Η κηδεία του έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, δημοσία δαπάνη.

«Ο Εγγονόπουλος κάνει ποίηση ζωγραφίζοντας και δημιουργεί εικαστική τέχνη με την ποίησή του, λοιδορήθηκε πρώτα, πολυβραβεύτηκε ύστερα από την Πολιτεία. Αναγνωρίστηκε τέλος ως αυτός που σεβάστηκε την παράδοση, οφειλή ίσως αυτό στους δασκάλους του: Κόντογλου και Παρθένη. Έκανε σύγχρονη την ελληνική τέχνη, χωρίς τον περιρρέοντα επαρχιωτισμό, οφειλή ίσως αυτό στη γαλλική του παιδεία. Μεγάλος και διεθνής, λοιπόν, ο Έλληνας Εγγονόπουλος».

Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ

Βιβλιογραφία:

Κείμενα έκθεσης: Νίκος Εγγονόπουλος, Ο Ορφέας του Υπερρεαλισμού, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Θ. & Μ. Θεοχαράκη

Ξενάγηση κυρίας Άννας Πλέσσα, υπευθύνου εκπαιδευτικών προγραμμάτων

https://www.sansimera.gr/biographies/2022  

previous arrow
next arrow
Slider