Ο Αγώνας Ανεξαρτησίας της Ελλάδος

Ο Αγώνας Ανεξαρτησίας της Ελλάδος

Ο Αγώνας Ανεξαρτησίας της Ελλάδος

απαρχές, πρωταγωνιστές, σημαντικά γεγονότα   

Κείμενο και φωτογραφίες : Χρήστου Θανόπουλου

Συνέχεια από το προηγούμενο..

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Ο αγώνας των Ελλήνων στη θάλασσα ήταν μια εποποιία. Οι νίκες τους είχαν αποφασιστική σημασία για την Επανάσταση. Τον ελληνικό στόλο αποτελούσαν τα μικρά ευέλικτα μπρίκια, γολέτες και πυρπολικά Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, τα οποία βρίσκονταν σε αντιπαράθεση με τα τεράστια τουρκοαιγυπτιακά δίκροτα ή τρίκροτα πλοία γραμμής (με δύο ή τρεις σειρές πυροβόλων), φρεγάτες, κορβέτες. Το κόστος για ένα υδραίικο πλοίο ανά μήνα ήταν 10.000 γρόσια. Το πλήρωμα έπαιρνε μηνιαίο μισθό και μερίδιο από τη λεία. Αυτά τα νησιά είχαν υποχρέωση να τροφοδοτούν με ναύτες τον τουρκικό στόλο. Τα ελληνικά πλοία εκτελούσαν εμπόριο και όχι απλές μεταφορές, μεταφέροντας κυρίως σιτηρά από τη Μαύρη Θάλασσα στη Μεσόγειο και ήταν εξοπλισμένα για την αντιμετώπιση των πειρατών. Βρισκόταν υπό ρωσική προστασία και οι Υδραίοι – Σπετσιώτες πρόκριτοι πλούτισαν την εποχή των Ναπολεόντειων Πολέμων, σπάζοντας τον αγγλικό αποκλεισμό και ανεφοδιάζοντας λιμάνια της Μεσογείου. Την εποχή της Επανάστασης οι αποθήκες των προκρίτων σε Ύδρα – Σπέτσες ήταν κατάφορτες από εφόδια κάθε είδους και χρήματα. Το Μάρτιο του 1821 τα πλοία ήταν αραγμένα στο λιμάνι της Ύδρας και τα πληρώματα άεργα. Οι Υδραίοι πρόκριτοι δίσταζαν να εμπλακούν στον Αγώνα. Ο πλοίαρχος Αντώνης Οικονόμου ξεσήκωσε τους πλοιάρχους, τα πληρώματα, το λαό και αναγκάστηκαν οι Υδραίοι πρόκριτοι να προσχωρήσουν στην Επανάσταση (Απρίλιος 1821). Αργότερα ο Οικονόμου καταδιώχθηκε από τους προκρίτους και τελικά δολοφονήθηκε στην Πελοπόννησο. Τα τρία νησιά υποστήριξαν οικονομικά και επιχειρησιακά τον Αγώνα. Ο ελληνικός στόλος κυριάρχησε στο Αιγαίο, διέσωσε Σάμο, Ύδρα, Σπέτσες, περιφρούρησε την επανάσταση στην Πελοπόννησο, τροφοδότησε επανειλημμένα το Μεσολόγγι, κ.α. Θρυλική η δράση των θαλασσομάχων Μιαούλη, Κανάρη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Αποστόλη και των πυρπολητών Πιπίνου, Ματρώζου, Θεοχάρη, κ.α.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Ο κλεφταρματολός της ανατολικής Στερεάς Ελλάδος Οδυσσέας Ανδρούτσος, ήταν γιός του επίσης κλεφταρματολού Ανδρέα Βερούση ή Ανδρούτσου από τις Λιβανάτες της ανατολικής Λοκρίδας, (συμπολεμιστή του Λάμπρου Κατσώνη), ο οποίος πέθανε μαρτυρικά στην Κωνσταντινούπολη (1797). Ο Οδυσσέας γεννήθηκε στην βενετοκρατούμενη Πρέβεζα και νονά του ήταν η σύζυγος του Λάμπρου Κατσώνη. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος από μικρός κατετάγη στις ενετικές ναυτικές δυνάμεις της Πρέβεζας και μετά την κατάληψη της από τον Αλή Πασά (1798), εντάχθηκε στη στρατιωτική αυλή του. Ο Αλή Πασάς χρησιμοποίησε τον Ανδρούτσο σε διάφορους πολέμους του, κέρδισε την εκτίμηση του και  διορίστηκε γενικός αρματολός Δωρίδος – Φωκίδος (δερβέναγας ανατολικής Ρούμελης), την οποία σκόπευε να προσαρτήσει στο ημιαυτόνομο κράτος του. Είχε εντολές να εξοντώσει τους κλέφτες οπλαρχηγούς Δυοβουνιώτη, Διάκο, Πανουργιά, Γκούρα και να υποτάξει τους Τούρκους αγάδες. Απέφευγε να μάχεται τους πρώτους, ενώ κτυπούσε αμείλικτα τους Έλληνες και Τούρκους κοτζαμπάσηδες. Ο Αλή Πασάς τον νύμφευσε με την Ελένη Καρέλη, από τους Καλαρρύτες. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος εξελίχθηκε σε έναν από τους ικανότερους πολέμαρχους. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τους Πετιμεζαίους (1818). Διέσωσε τον Αθανάσιο Διάκο και άλλους οπλαρχηγούς από την απόφαση του Αλή να τους φονεύσει, πείθοντας τον να τους στρατολογήσει ως αρματολούς. Μύησε τους Διάκο, Γκούρα, Μανίκα και άλλους στη Φιλική Εταιρεία και τους έκανε πρωτοπαλίκαρα στο αρματολίκι του. Ο Ανδρούτσος μετέβη στα Ιωάννινα να ενισχύσει τον Αλή, που πολιορκείτο από τα σουλτανικά στρατεύματα. Όταν όλα είχαν χαθεί, τον εγκατέλειψε μαζί με άλλους 1.500 Έλληνες πολεμιστές. Οι Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης και άλλοι οπλαρχηγοί διέφυγαν στα Επτάνησα. Στην Άρτα ο Ανδρούτσος και άλλοι Έλληνες πρότειναν στους Αλβανούς οπλαρχηγούς την από κοινού επανάσταση κατά των Οθωμανών, όμως η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε, κυρίως λόγω αντίδρασης ενός από αυτούς, του περίφημου  Ομέρ Βρυώνη. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος πήγε την οικογένεια του στους Παξούς και συμμετείχε στο πολεμικό συμβούλιο οπλαρχηγών Ρούμελης – Μοριά για την προετοιμασία της Επανάστασης. Ο Ανδρούτσος και ο Πανουργιάς ανέλαβαν την εξέγερση στη Ρούμελη. Στη συνάντηση Μακρυγιάννη – Ανδρούτσου στην Πάτρα αναφέρθηκε ότι οι Διάκος – Πανουργιάς θα έκαναν εξέγερση στην ανατολική Στερεά και ο Ανδρούτσος στη δυτική (Ξηρόμερο – Ακαρνανία). Παρακινούσε με επιστολή τούς Γαλαξειδιώτες να συμβάλλουν στην Επανάσταση. Η ανατολική Στερεά εξεγέρθηκε. Η δυτική δίσταζε λόγω γειτνίασης με τα Γιάννενα. Στη γέφυρα της Τατάρνας φόνευσε τον τοπικό δερβέναγα και 60 Τούρκους που συνόδευαν χρηματαποστολή. Ο Χουρσίτ Πασάς που πολιορκούσε τον Αλή, έστειλε ισχυρό εκστρατευτικό σώμα με επικεφαλής τον Ομέρ Βρυώνη, Πασά του Βερατίου, έξοχο στρατηγό και τον Κιοσέ Μεχμέτ, για να καταπνίξει την Επανάσταση.

Ο Αθανάσιος Διάκος, με 200 περίπου άνδρες επιχείρησε να σταματήσει την κάθοδο των Τούρκων στην Αλαμάνα (Απρίλιος 1821), χωρίς βοήθεια από τους Ανδρούτσο και Πανουργιά, με κατάληξη τη μεγαλειώδη θυσία τους. Οι πρόκριτοι της Λιβαδειάς εξέλεξαν στη θέση του Διάκου νέο οπλαρχηγό τον Μπούσγο. Ο Ομέρ Βρυώνης επιχείρησε να προσεταιριστεί τον Ανδρούτσο, υπολογίζοντας στην κοινή θητεία τους στην αυλή του Αλή Πασά και τον καλούσε να συναντηθούν στη Γραβιά. Ο Οδυσσέας διέταξε την εξόντωση των Τούρκων και Αλβανών αιχμαλώτων που ήταν συγκεντρωμένοι στα Σάλωνα (Άμφισσα). Ο ίδιος μαζί με 120 παλληκάρια οχυρώθηκε στο Χάνι της Γραβιάς. Ολιγάριθμοι άνδρες υπό τους Δυοβουνιώτη, Πανουργιά, Κοσμά, Κατσικογιάννη, οχυρώθηκαν στα υψώματα δεξιά και αριστερά της διάβασης, αλλά ήταν οπλισμένοι κυρίως με σφενδόνες και μαχαίρια και γι’ αυτό υποχώρησαν κάτω από το βάρος της εχθρικής επίθεσης (8 Μαΐου 1821). Οι επιθέσεις των 8.000 Τουρκαλβανών αποκρούστηκαν και ο Ομέρ Βρυώνης ζήτησε να αποσταλούν πυροβόλα (κανόνια) από τη Λαμία (Ζητούνι). Τα χαράματα είχαν τελειώσει τα πυρομαχικά και ο Ανδρούτσος αποφάσισε προσεκτική έξοδο, για να αποφευχθεί άσκοπη θυσία. Διέφυγαν μέσα από τα σπαρτά. Είχαν μόλις 6 νεκρούς, ενώ οι Τουρκαλβανοί είχαν απώλειες 200 ανδρών και 600 τραυματίες. Ο Ομέρ Βρυώνης μετά τις μάχες της Γραβιάς, Βρυσακίων, Βασιλικών, ματαίωσε τη μετάβαση του στο Μοριά. Έτσι διασώθηκε η Επανάσταση και ανέβηκε το ηθικό των Ελλήνων. Στην επανάσταση είχαν προσχωρήσει εν τω μεταξύ, η δυτική Στερεά και η Εύβοια. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Ανδρούτσος ήταν ο ηγέτης της Επανάστασης στην ανατολική Στερεά. Όμως καταδιώχθηκε και συνεθλίβη κατά τις εμφύλιες διαμάχες. Ο Ιωάννης Κωλέττης, προσωπικός εχθρός του, όπως και του Κολοκοτρώνη και άλλων κορυφαίων αρχηγών, ήθελε να τους ταπεινώσει. Οι πρόκριτοι επίσης τους μισούσαν, επειδή ήταν αγαπητοί στο λαό. Μαυροκορδάτος και Κωλέττης ανάγκασαν τον Ανδρούτσο να τα βρει με τους Τούρκους (τα γνωστά «καπάκια» των κλεφτών). Η κυβέρνηση Κουντουριώτη μετά την φυλάκιση Κολοκοτρώνη (Ιανουάριος 1825), κατηγόρησε τον Ανδρούτσο ότι ήταν σε συνεννόηση με τους Τούρκους. Ο Ανδρούτσος τελικά παραδόθηκε και φυλακίστηκε στην Ακρόπολη. Άνθρωποι του φρούραρχου και πρωτοπαλίκαρου του Γκούρα τον γκρέμισαν από τα τείχη, ως προδότη. Η μνήμη του αποκαταστάθηκε αργότερα από το ελληνικό κράτος (1872). Σημαντικότερος πλέον οπλαρχηγός στη Ρούμελη απέμεινε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.

                                ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

Το Μεσολόγγι, προπύργιο της Επανάστασης στη δυτική Ελλάδα υπέστη δύο πολιορκίες. Πρώτη πολιορκία (25 Οκτωβρίου – 25 Δεκεμβρίου 1822) από τους Κιουταχή – Ομέρ Βρυώνη. Δεύτερη πολιορκία (15 Απριλίου 1825 – 10 Απριλίου 1826) από τους Κιουταχή, Ιμπραήμ. Μετά την κατάληψη από τους εχθρούς των νησίδων Ντολμά, Κλείσοβα, Βασιλάδι και της πόλης του Αιτωλικού, στάθηκε αδύνατος ο ανεφοδιασμός του Μεσολογγίου από τον Μιαούλη και αποφασίστηκε ηρωική έξοδος. Διεσώθησαν από τους 10.000 Έλληνες μόνο 1.500. Ανάμεσα τους και η «εξοδίτισσα» Ελένη Στάϊκου, της οποίας το χρυσοκέντητο γιλέκο και η φωτογραφία αποτελούν καμάρι του Ιστορικού Μουσείου «Διέξοδος» (οικία του αρχιστρατήγου Θανάση Ραζή – Κότσικα). Η Ελένη Στάϊκου έβγαλε το ένα μάτι της με ένα πιρούνι, για να μην την στείλουν οι Τούρκοι σε χαρέμι ή σκλαβοπάζαρο. Τα δύο ολοκαυτώματα του Χρίστου Καψάλη και του επισκόπου Ρωγών, Ιωσήφ, εντός της πόλης, έγραψαν τον τραγικό επίλογο. Η επανάσταση στη Στερεά φαινόταν ότι έσβηνε, είχε φθάσει όμως η ώρα του Καραϊσκάκη. Η πεισματώδης αντίσταση του Μεσολογγίου και η θρυλική έξοδος είχαν τεράστιο αντίκτυπο στην Ευρώπη, καθώς αναζωπύρωσε το Φιλελληνικό Ρεύμα και ιδιαιτέρως σε Γαλλία και Αγγλία.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο «γιος της καλογριάς», γεννήθηκε στο Μαυρομάτι Καρδίτσας (Άγραφα) ή Σκουληκαριά Άρτας (1782) και πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Γονείς του ήταν ο Δημήτρης Καραϊσκάκης ή Ίσκος και η Ζωή Διμισκή. Σε ηλικία 15 ετών έγινε κλέφτης. Έλαβε μέρος στους πολέμους του Αλή Πασά, άλλοτε ως αντίπαλος και άλλοτε ως συμπολεμιστής του. Νυμφεύτηκε την Γκόλφω Καραγιαννοπούλου και έκαναν δύο γιούς και δύο θυγατέρες. Ο Καραϊσκάκης ενάλλασσε το ρόλο του κλέφτη και του αρματολού της περιοχής των Αγράφων. Τους πρώτους μήνες του 1821 εξέγειρε την περιοχή της Βόνιτσας, τα Τζουμέρκα, το Μακρυνόρος. Ήταν ισχνός, φυματικός, αθυρόστομος με θυμώδη χαρακτήρα. Η κυβέρνηση Ζαΐμη ανέθεσε, μετά την πτώση του Μεσολογγίου και την εισβολή Ιμπραήμ, την αρχιστρατηγία της Πελοποννήσου στον Κολοκοτρώνη και της Στερεάς Ελλάδος στον Καραϊσκάκη (1826). Ο Καραϊσκάκης από «διάβολος» έγινε «άγγελος», όπως αναφέρει ο ίδιος. Ο Κιουταχής προερχόμενος από το Μεσολόγγι εισέβαλλε στην Αττική. Ο Καραϊσκάκης με οπλαρχηγούς της Ρούμελης, τον Φαβιέρο και τακτικούς έστησε το στρατηγείο του αρχικά στην Ελευσίνα. Στις νικηφόρες μάχες Αγ. Βλασίου – Διστόμου απέκρουσε τον Ομέρ Πασά Καρύστου και στην Αράχωβα τον Μουστάμπεη – στήθηκε το τρόπαιο του Καραϊσκάκη (Νοέμβριος 1826). Συμμετείχε στη μάχη στο Κρεμμύδι. Ενισχύθηκαν οι Έλληνες υπερασπιστές της Ακρόπολης. Η τετράμηνη περιοδεία του Καραϊσκάκη απελευθέρωσε τη Στερεά, πλην Μεσολογγίου, Ναυπάκτου, Βόνιτσας. Μετέφερε το στρατηγείο του στο Κερατσίνι, δημιουργώντας κλοιό γύρω από τον Κιουταχή (Ρεσίτ Πασά), που πολιορκούσε την υπό ελληνική κατοχή Ακρόπολη. Η Δ′ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας διόρισε τους Άγγλους Τσώρτς και Κόχραν, αρχιστράτηγο και αρχιναύαρχο, αντίστοιχα. Έμελλε να είναι οι μοιραίοι άνθρωποι για την ανατροπή της έκβασης του Αγώνα στη Στερεά. Ο Καραϊσκάκης δεν συμφωνούσε με τους δύο νέους αρχηγούς, που σχεδίαζαν κατά μέτωπο επίθεση στον Κιουταχή, σε ανοικτή πεδιάδα και χωρίς να διαθέτουν ιππικό. Ο Καραϊσκάκης επέμενε ότι τα ελληνικά στρατεύματα ήταν καταλληλότερα στον πόλεμο χαρακωμάτων. Θα προχωρούσαν λίγο-λίγο και με νέα χαρακώματα θα περίζωναν τον στρατό του Κιουταχή, ο οποίος είχε αρχίσει να υποφέρει από στερήσεις. Αυτή η στρατηγική του Καραϊσκάκη ήταν επιτυχής στην Αττική. Το βράδυ της 22ας προς 23η Απριλίου 1827, ο Καραϊσκάκης πυροβολήθηκε θανάσιμα, σε μια άκαιρη πρόωρη συμπλοκή μεθυσμένων Ελλήνων με Τούρκους, στο Φάληρο. «Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και βαστάτε την πατρίδα». Η επιχείρηση δεν αναβλήθηκε. Η μάχη του Αναλάτου είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα για τους Έλληνες, που έπαθαν πανωλεθρία από το Τουρκικό ιππικό. Σκοτώθηκαν 2.000 άνδρες, ανάμεσα τους οι: Α. Βεΐκος, Γ. Δράκος, Ι. Νοταράς, Κ. Τζαβέλλας, Ιγγλέσης, κ.α. (24 Μαΐου 1827). Μετά ένα μήνα παραδόθηκε η Ακρόπολη από τον Γκούρα στους Τούρκους και όλο το έργο του Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα κατέρρευσε. Η Στερεά υποτάχθηκε στους Οθωμανούς. Έγινε ανακομιδή των οστών του Καραϊσκάκη από τον Ι. Ν. Αγ. Δημητρίου Σαλαμίνας, στον Πειραιά (1895). Στο ίδιο μνημείο τοποθετήθηκαν οστά Ελλήνων και Φιλελλήνων πεσόντων της μάχης Φαλήρου.

ΕΙΣΒΟΛΗ ΙΜΠΡΑΗΜ ΣΤΟ ΜΟΡΙΑ                   

   Κατά τα τρία πρώτα έτη του Αγώνα ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ προσπαθούσε με τις δικές του δυνάμεις να καταβάλει τους επαναστάτες. Από την αρχή όμως του 1824, επειδή αντελήφθη ότι δεν μπορούσε μόνος να υποτάξει τους Έλληνες, ζήτησε τη συνδρομή του Πασά της Αιγύπτου (που βρισκόταν στην επικυριαρχία του σουλτάνου) Μεχμέτ Αλή. Ο Ιμπραήμ Πασάς, γεννημένος στην Καβάλα, είχε υιοθετηθεί από τον Μεχμέτ Αλή (γεννημένο επίσης στην Καβάλα). Ήταν σπουδαίος στρατηγός και οι ικανότητες του είχαν αποκαλυφθεί όταν κατάφερε να καταστείλει την επανάσταση των Ουαχάμπι στη Σαουδική Αραβία. Ο Μεχμέτ Αλή ήταν Αλβανός πολέμαρχος, στρατολογημένος από τους Τούρκους, διακρίθηκε κατά την εποχή της εκστρατείας του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και εξελίχθηκε σε αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Είχε αντιληφθεί την αξία του τακτικού στρατού και κάλεσε Γάλλους αξιωματικούς να οργανώσουν το στρατό του κατά το ευρωπαϊκό σύστημα. Ο σουλτάνος για να τον έχει πρόθυμο βοηθό του παραχωρούσε Κύπρο, Κρήτη και διόριζε τον θετό γιό του Ιμπραήμ Πασά της Πελοποννήσου. Ο Μεχμέτ Αλή δέχθηκε, έτσι ενώ ο αιγυπτιακός στόλος θα κατέπνιγε την Επανάσταση σε Κρήτη και Κάσο, ο τουρκικός θα κατέστρεφε τα Ψαρά, κατόπιν οι δύο στόλοι θα υπέτασσαν τη Σάμο και την Ύδρα. Οι Αιγύπτιοι θα στρέφονταν εναντίον της Πελοποννήσου  και οι Τούρκοι κατά της Στερεάς. Η επαναστατημένη Κρήτη υποτάχθηκε από τον Αιγύπτιο Χουσεΐν Μπέη (Μάιος 1824). Η Κάσος και τα Ψαρά καταστράφηκαν, ο ελληνικός στόλος όμως διέσωσε τη Σάμο και την Ύδρα. Το λιμάνι της Σούδας στην Κρήτη έγινε ορμητήριο του 23χρονου Ιμπραήμ, ο οποίος αποβιβάστηκε ανενόχλητος στην Πελοπόννησο με 4.000 πεζούς και 400 ιππείς (11–12 Φεβρουαρίου 1825), καθώς μαινόταν ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη αντί να ενισχύσει την άμυνα των κάστρων της Μεσσηνίας, καταγινόταν πώς να εξοντώσει τους αντιπάλους της προκρίτους Αχαΐας και τον Κολοκοτρώνη. Ο Ιμπραήμ σάρωσε  την Πελοπόννησο επί δύο χρόνια και ούτε ο αποφυλακισμένος Κολοκοτρώνης μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826), την καταστροφή του Φαλήρου (Απρίλιος 1827) και την πτώση της Ακρόπολης (Μάιος 1827), η Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια. Ελεύθερες στην Πελοπόννησο είχαν παραμείνει η Μάνη και η περιοχή του Ναυπλίου. Η ήττα στο Ναβαρίνο έθεσε τέρμα στη δράση του. Επέστρεψε στην Αίγυπτο και πέθανε από φυματίωση το 1848.

Η Επανάσταση δεν πέτυχε τους στόχους της στον στρατιωτικό τομέα επειδή οι Έλληνες δε μπόρεσαν να συγκροτήσουν ενιαία δύναμη. Η Ελλάδα του 1821 ήταν κατακερματισμένη σε εξουσίες. Στον Αχελώο αρχηγός ο Στουρνάρης. Στα Άγραφα ο Καραϊσκάκης. Στη Λιβαδειά ο Ανδρούτσος. Κανείς δεν αμφισβητούσε την κυριαρχία του άλλου. Στην Πελοπόννησο οι πρόκριτοι, ο Δεληγιάννης στα Λαγκάδια, ο Ζαΐμης στην Πάτρα, ο Λόντος στο Αίγιο, ο Σισίνης στη Γαστούνη. Ο πρώτος που κατάφερε να συγκροτήσει ενιαίο έθνος – κράτος ήταν ο Καποδίστριας.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αγγλόφιλος, πολιτικός και αγωνιστής, θαυμαστής του αγγλικού κοινοβουλευτισμού, τίμιος, συνέδεσε το όνομά του με την άμυνα του Μεσολογγίου και με όλες τις διαβουλεύσεις για την ίδρυση ελληνικού κράτους. Υπεύθυνος για την ήττα στη μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822), όπου πέθαναν πολλοί Έλληνες και Φιλέλληνες, επικρότησε την επιλογή του Καποδίστρια, ως πρώτου Κυβερνήτη, αλλά στο τέλος τον πολέμησε, ξεσηκώνοντας τα νησιά εναντίον του.

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, γνωστός και αγαπητός από τα «Απομνημονεύματα» του, μόλις και μετά βίας πρόλαβε να γλιτώσει τη ζωή του στη Μάχη Αναλάτου. Δεν είχε τη στρατηγική ιδιοφυΐα ενός Καραϊσκάκη ή Ανδρούτσου, για να αναλάβει αρματολίκι. Τα κείμενα του έχουν ιστορικές ανακρίβειες, είναι γεμάτα αντιφάσεις και συχνά χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά «για να βρει το δίκιο του».

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έβγαλε στο σφυρί την οικογενειακή περιουσία, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Η ηγετική τάξη (πρόκριτοι ναυτικών νησιών Ύδρας, Σπετσών, Ψαρών-Πελοποννήσου) που ανέλαβε τα ηνία του Αγώνα, αναγκάστηκε την πρώτη και κρίσιμη περίοδο να αναλάβει τα έξοδα συντηρήσεως του. Τα τρία νησιά είχαν συγκεντρώσει το ρευστό κεφάλαιο του ελλαδικού πλούτου. Σκοπός των προκρίτων ήταν στην ελεύθερη Ελλάδα το περιβάλλον των κτητικών σχέσεων να μείνει αδιατάρακτο. Οι πόροι της Επανάστασης προήλθαν από λάφυρα, λείες, λύτρα, εσωτερικά δάνεια, αναγκαστικές εισφορές, τακτική φορολογία, τελωνειακούς δασμούς, εκούσιες εισφορές, εράνους, εισφορές Φιλελλήνων και εξωτερικά δάνεια. Τα λάφυρα, λείες, λύτρα τα πρώτα δύο χρόνια ήταν πλούσια από τις καταλήψεις π.χ. της Τριπολιτσάς, Ακροκορίνθου, Ναβαρίνου, Μονεμβασιάς, της καταστροφής στρατιάς Δράμαλη και θα μπορούσαν να υπερκαλύψουν τις ανάγκες του Αγώνα, αλλά δεν έγινε σωστή χρήση. Το αίτημα διανομής της «εθνικής γης» στις ασθενέστερες τάξεις, έμεινε στα χαρτιά , παρά τα ψηφίσματα των Εθνοσυνελεύσεων. Τα δύο εξωτερικά δάνεια δόθηκαν από αγγλικές τράπεζες (1824 και 1825) με εγγύηση τα εθνικά κτήματα και τα δημόσια έσοδα. Αφαιρουμένων των τόκων, τοκοχρεωλυσίων, των πρώτων δύο ετών και άλλων εξόδων, τελικά στο ελληνικό κράτος έφθασε μόλις το 1/6 του αρχικού ποσού και οι δανειστές πήραν τη μερίδα του λέοντος, με όρους σκανδαλώδεις. Τα ομόλογα των δανείων παίχτηκαν στο χρηματιστήριο. Το πρώτο δάνειο ουσιαστικά ενεργοποίησε την εμφύλια διαμάχη, εδραίωσε την αγγλοκίνητη παράταξη, εξασφαλίζοντας τη μακροχρόνια επιρροή της Αγγλίας στον ελλαδικό χώρο. Με το δεύτερο δάνειο, αντί να αποσταλούν χρήματα και εφόδια στην Ελλάδα, παραγγέλθηκαν ατμοκίνητα πλοία σε Αγγλία, ΗΠΑ και μισθώθηκαν ξένοι στρατιωτικοί. Έγινε μερική αποστολή κανονιών στην Ελλάδα. Έφθασαν από την Αγγλία, ύστερα από πολλές καθυστερήσεις, τα ατμοκίνητα πλοία «Καρτερία», «Επιχείρησις», «Ερμής». Ουσιαστικά κυρίως η «Καρτερία» με κυβερνήτη τον Άστιγγα, έκανε αισθητή την παρουσία της στον Αγώνα και η φρεγάτα «Ελλάς», από τις ΗΠΑ.  Αμφότερες έφθασαν στην Ελλάδα το 1826.

ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ – ΠΡΟΣΤΑΤΡΙΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Η πενταμελής Ιερά Συμμαχία (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Αυστρία, Ισπανία) μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων (1812) στο συνέδριο της Βιέννης (1815), με επικεφαλής τον Αυστριακό Υπουργό Εξωτερικών Μέττερνιχ, αποφάσισε την διατήρηση και περιφρούρηση των υφιστάμενων καθεστώτων και συνόρων στην Ευρώπη. Οποιοδήποτε απελευθερωτικό κίνημα στην Ιταλία, Οθωμανική Αυτοκρατορία ή αλλού ήταν ανεπιθύμητο (Συνέδριο Λάιμπαχ 1821, Βερόνας 1822 ). Ο Φιλελληνισμός ξεκίνησε στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Αρχικά Ευρωπαίοι πολίτες, σε αντίθεση με τις κυβερνήσεις τους, διέκειντο φιλικά προς τους Έλληνες, λόγω αρχαίας ελληνικής ιστορίας, χριστιανικού θρησκεύματος και της ίδιας της Επανάστασης, που διεξαγόταν από το ελληνικό έθνος, εναντίον πολύ ισχυρού απάνθρωπου δυνάστη. Το φιλελληνικό κίνημα ισχυροποιείται κατά το 1823. Ιδρύονται φιλελληνικές επιτροπές, γράφονται φλογερά άρθρα σε εφημερίδες, διεξάγονται έρανοι και πολλοί Φιλέλληνες εθελοντές καταφθάνουν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν στο πλευρό των Ελλήνων. Γνωστότεροι Φιλέλληνες ήταν οι: Σ. Χάου, Γ. Τζάρβις (Η.Π.Α.), Σανταρόζα (Ιταλία), Θηρς (Γερμανία), βασιλεύς Βαυαρίας Λουδοβίκος Α΄ πατέρας του Όθωνα, Βίκτωρ Ουγκώ, Ε. Ντελακρουά, βασιλεύς Κάρολος Ι΄ (Γαλλία), Εϋνάρδος (ίδρυσε την Εθνική Τράπεζα), Μάγερ εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών» στο Μεσολόγγι (Ελβετία). Ο Άγγλος ταγματάρχης Στάνχοπ και ο ρομαντικός ποιητής λόρδος Βύρωνας (1788–1824) ως εκπρόσωποι του φιλελληνικού κομιτάτου Λονδίνου, έφθασαν στο Μεσολόγγι (Δεκέμβριος 1823). Ο λόρδος Βύρωνας απεβίωσε τον Απρίλιο του 1824. Ο σημαντικότερος όλων είναι ο Άγγλος αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού Φ. Άστιγξ (Φ. Α. Χέιστιγκς 1794-1828), ο οποίος ως κυβερνήτης της πρωτοποριακής ατμοκίνητης κανονιοφόρου «Καρτερία» (πρώτο ατμόπλοιο παγκοσμίως με πολεμική δράση), την οποία είχε εξοπλίσει με δικά του χρήματα, έκανε θαλάσσιες επιχειρήσεις σε Πειραιά, Ωρωπό, Ερέτρια, Βόλο, Πατραϊκό, Κορινθιακό. Κορυφαία υπήρξε η ναυμαχία στην Ιτέα, όπου μαζί με άλλα πέντε σκάφη βύθισε επτά τουρκικά. Κατέλαβε την νησίδα Βασιλάδι, στο Μεσολόγγι, αλλά τραυματίστηκε θανάσιμα στο Αιτωλικό (1828).

Η μεταστροφή των κυβερνήσεων άρχισε το 1823, όταν για την καλή τύχη της Ελλάδος Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας ήταν ο φιλέλληνας Γ. Κάνινγκ και για το φόβο των Ρώσων αναγνώρισε τον θαλάσσιο αποκλεισμό της ελληνικής κυβέρνησης (πρώτη διπλωματική νίκη της Επανάστασης) τον Μάρτιο 1823, το δικαίωμα δηλαδή των Ελλήνων να αποκλείουν τα τουρκικά παράλια, δικαίωμα που κανονικά αναγνωρίζεται μόνο σε κράτη. Η στάση του Κάνιγκ, όπως και η σύναψη δανείου από τους Άγγλους κεφαλαιούχους, προς ενίσχυση του επίσης θαλασσσινού λαού των Ελλήνων, απέβλεπαν πρωτίστως στην ισχυροποίηση των αγγλικών συμφερόντων στη Μεσόγειο, με την δημιουργία ελληνικού κράτους υπό αγγλική επιρροή.. Ο πρόεδρος Μονρόε των ΗΠΑ εξέφρασε την ελπίδα για ελληνική νίκη και ίδρυση ελληνικού κράτους. Η Ρωσία προς το τέλος του 1823 για να μη μείνει πίσω στις εξελίξεις, ως προς την Αγγλία, πρότεινε τον σχηματισμό τριών ημιαυτόνομων ελληνικών κρατιδίων, τύπου Μολδοβλαχίας (Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, Πελοποννήσου-Κρήτης), υπό την κυριαρχία του σουλτάνου, κάτω από ρωσικό έλεγχο.  Την πρόταση δέχτηκε ο Καποδίστριας σαν μια καλή αρχή, ο οποίος πίεζε συνέχεια τον τσάρο υπέρ της Ελλάδος, αλλά  απέρριψαν οι εμπόλεμοι. Ο Κάνινγκ το 1827 έγινε πρωθυπουργός. Χάραξε φιλελεύθερη πολιτική και πήρε τα πρωτεία από τον Μέττερνιχ στην ευρωπαϊκή διπλωματία. Πήρε με το μέρος του τον νέο τσάρο της Ρωσίας Νικόλαο (αγγλορωσικό πρωτόκολλο του 1826) και παρέσυρε τον Γάλλο βασιλέα Κάρολο Ι′, που πιεζόταν και από το ισχυρό γαλλικό φιλελληνικό ρεύμα. Η Αγγλία φοβόταν τις πρωτοβουλίες της Ρωσίας και δεν επιθυμούσε η Αίγυπτος να βάλει πόδι στην Πελοπόννησο. Οι θηριωδίες του Ιμπραήμ, με σφαγές, εξανδραποδισμούς αμάχων, πυρπόληση πόλεων, ερήμωση της υπάιθρου, επιτάχυναν την επέμβαση των Τριών Δυνάμεων. Έτσι, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία έσπασαν την πενταμελή Ιερά Συμμαχία και υπέγραψαν στις 26 Ιουνίου 1827 τριμερή σύμβαση στο Λονδίνο (Πρωτόκολλο Λονδίνου), όπου θα επιβαλλόταν δια των όπλων ειρήνευση των εμπολέμων, διαπραγματεύσεις, ίδρυση αυτοδιοίκητου ελληνικού κράτους (Πελοπόννησος-Κυκλάδες), φόρου υποτελούς στο σουλτάνο. Έτσι δημιούργησαν τη διπλωματική βάση για την επέμβαση στο Ναβαρίνο. Οι Έλληνες δέχθηκαν με ανακούφιση τους όρους. Ο Κάνινγκ πέθανε στις 8 Αυγούστου 1827 και σ’ αυτόν οφείλει η Ελλάδα κατά 90% την ανεξαρτησία της. Οι Τρεις Δυνάμεις συγκρότησαν στόλο 26 πλοίων, υπό τους ναυάρχους Κόδριγκτον, Χέϋδεν, Δεριγνύ (Ντε Ρινύ) και κατέπλευσαν στο Αιγαίο. Ο Ιμπραήμ αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις εντολές των Προστάτιδων Δυνάμεων. Στον κόλπο του Ναβαρίνου εισήλθαν οι ενωμένοι στόλοι των Τριών Δυνάμεων και παρατάχθηκαν απέναντι από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο των 82 πλοίων. Πυροβολήθηκε το αγγλικό πλήρωμα μιας βάρκας και άρχισε η ναυμαχία, η οποία έληξε με την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου (8 Οκτωβρίου 1827). Στον ρωσοτουρκικό πόλεμο που ακολούθησε (1828–29) ηττήθηκε η Τουρκία και με τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως (1829), αναγνώρισε αναγκαστικά την ανεξαρτησία της Ελλάδος. Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) το νέο ελληνικό κράτος περιλάμβανε την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. Καταλυτικός υπήρξε ο διπλωματικός αγώνας του Καποδίστρια. Η αγγλική επιρροή στο νέο ελληνικό κράτος συνεχίστηκε έως τις αρχές του Εμφυλίου πολέμου (1946). Τους Άγγλους διαδέχθηκαν οι Αμερικανοί. Παρ’ όλα αυτά, η Αγγλία ήταν φιλότουρκη επί τρεις γενεές, προκειμένου να εμποδίσει τη ρωσική διείσδυση στη Μεσόγειο.

 ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ – ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑ – ΚΑΠΟΔΙΤΣΡΙΑΣ

Τα αρχικά διοικητικά σώματα της Επανάστασης ήταν η επταμελής Πελοποννησιακή Γερουσία υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, η Γερουσία δυτικής Ελλάδος υπό τον Μαυροκορδάτο και στα Σάλωνα ο Άρειος Πάγος της ανατολικής Ελλάδος υπό τον Θ. Νέγρη. Επικρατούσε όμως πολυαρχία και σύγχυση, οπότε ο Υψηλάντης κάλεσε να εκλέγουν οι ελεύθερες περιφέρειες αντιπροσώπους, που θα συμμετείχαν στην πανελλήνια συνέλευση. Την 1η Ιανουαρίου 1822 η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου εξέδωσε πανηγυρική διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ελλάδος και ψήφισε το πρώτο σύνταγμα. Ήταν επηρεασμένο από το αμερικανικό Σύνταγμα και τα συντάγματα της γαλλικής επανάστασης. Όριζε τρεις εξουσίες: Το Νομοτελεστικόν (Νομοθετικό) με πενταμελή επιτροπή, για ένα έτος και πρόεδρο τον Μαυροκορδάτο. Το Βουλευτικόν από 70 βουλευτές, ψηφίζει – απορρίπτει νομοσχέδια του Νομοτελεστικού (Νομοθετικού), με πρόεδρο τον Υψηλάντη και ετησία θητεία. Δικαστική εξουσία (δεν υπήρχαν ακόμη δικαστήρια). Δεύτερη ήταν η Εθνοσυνέλευση του Άστρους. Τα συντάγματα αυτών των συνελεύσεων ήταν υπερβολικά δημοκρατικά, χωρίς σαφή διάκριση των εξουσιών. Η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (Απρίλιος 1827) διάλεξε έναν ισχυρό ηγέτη, τον Ιωάννη Καποδίστρια (1776–1831), ο οποίος αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο την 6η Ιανουαρίου 1828. Από εκεί διεκπεραιώθηκε στην Αίγινα για να ξεκινήσει απερίσπαστος το έργο του. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα, σπούδασε ιατρική στην Πάντοβα της Ιταλίας, έλαβε διάφορα αξιώματα στην Επτάνησο Πολιτεία, έγινε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του Ρώσου αρχιστρατήγου και Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας. Ως εκπρόσωπος της Ρωσίας χειρίστηκε επιτυχώς το οξύ ελβετικό πρόβλημα, δημιουργώντας το σύνταγμα της ομοσπονδίας των τριών καντονιών της Ελβετίας (1813). Ένα έδρανο στο Κοινοβούλιο της Βέρνης μένει πάντα κενό προς τιμήν του. Διέθεσε την πενιχρή περιουσία του στην πατρίδα. Στην Αίγινα ίδρυσε διδασκαλείο, γυμνάσιο, ορφανοτροφείο. Αφιέρωσε τις δυνάμεις του στη συγκρότηση κράτους, δηλαδή στρατού (δημιουργία Στρατιωτικού Κανονισμού-ίδρυση Στρατιωτικού Σχολείου στο Ναύπλιο, πρόδρομου της Σχολής Ευελπίδων), δικαιοσύνης, δημόσιας εκπαίδευσης, φορολογικού συστήματος. Εξασφάλισε δάνειο από την κυβέρνηση της Επτανήσου Πολιτείας, ίδρυσε πιστωτικό ίδρυμα, έκοψε νόμισμα (τον φοίνικα), φρόντισε για τη γεωργία (Γεωργική Σχολή Τίρυνθας, εισαγωγή πατάτας, κ.α.), ίδρυσε Ταχυδρομική Υπηρεσία, κατασκεύασε την πρώτη Εθνική Οδό (Πύλου-Μεθώνης). Οργάνωσε τα άτακτα στρατεύματα σε οκτώ χιλιαρχίες, δημιουργώντας εθνικό στρατό. Η μισθοδοσία του στρατού θα γινόταν από το κράτος. Φρόντισε για την εξαγορά αιχμαλώτων, για τη συντήρηση χιλιάδων ενδεών και προσφύγων, τον επαναπατρισμό των προσφύγων. Παρέλαβε μια Ελλάδα, χωρίς καθορισμένα σύνορα.. Οι διπλωματικοί  αγώνες του κυβερνήτη υπήρξαν κρίσιμοι για την δημιουργία βιώσιμου ελληνικού κράτους. Η καθυστέρηση εκκένωσης της Αιτωλοακαρνανίας, κατόπιν συμβουλών των Μεγάλων Δυνάμεων, είχε ως αποτέλεσμα να συμπεριληφθεί στο νέο ελληνικό κράτος. Με τη βοήθεια του Μιαούλη εξεδίωξε τους πειρατές από το Αιγαίο (Βόρειες Σποράδες Γραμβούσα Κρήτης). Εξάλειψε τη ληστεία. Δημιούργησε κανονισμό Εμπορικής Ναυτιλίας. Ίδρυσε ναυπηγεία σε Πόρο και Ναύπλιο. Ο Γάλλος στρατηγός Μαιζόν εκκαθάριζε την Πελοπόννησο από τους Αιγυπτίους και ο Τσώρτς με τον Υψηλάντη τη Στερεά από τους Τούρκους. Κυβέρνησε εξ ανάγκης αυταρχικά. Διέλυσε τη Βουλή, ίδρυσε το Πανελλήνιον (Κυβερνητικό Συμβούλιο). Τον Καποδίστρια πλαισίωναν σε κυβερνητικά πόστα τα αδέλφια του, Επτανήσιοι δικηγόροι και άνθρωποι των γραμμάτων. Οι Υδραίοι πρόκριτοι ζητούσαν πολεμικές αποζημιώσεις, για την αναπλήρωση πλοίων , ανδρών και αγαθών. Άλλωστε οι λείες στη θάλασσα ήταν πολύ μικρότερες από αυτές στη στεριά. Ο Καποδίστριας μπορούσε να καλύψει μόλις το 1/3 των οικονομικών απαιτήσεων και να δώσει ως αντιπαροχή εθνικές γαίες, οι οποίες όμως ήταν πολύ δύσκολο να αξιοποιηθούν από τους Υδραίους. Οι τελευταίοι εισέπρατταν τις προσόδους από τα νησιά και τα χειρίζονταν ανεξέλεγκτα. Η αδυναμία αποζημίωσης των Υδραίων και άλλων αγωνιστών, οι αντιθέσεις των κομμάτων προς το πρόσωπο του (Υψηλάντης, Κουντουριώτης, Μιαούλης, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης, Τομπάζης, Τσωρτς, Γκόρντον) οδήγησαν στην εξέγερση Ύδρας, Μάνης, Αταλάντης, τη δημιουργία ξεχωριστής κυβέρνησης από τους Υδραίους προκρίτους και την άρνηση τους να φορολογηθούν. Η Σύρα, εμπορικό κέντρο της Ελλάδος, πήγε με το μέρος των εξεγερμένων και δεν κατέβαλλε τους τελωνιακούς δασμούς. Ο Καποδίστριας ζήτησε τη βοήθεια των Τριών Δυνάμεων. Ανταποκρίθηκε μόνο ο ρωσικός στόλος και ο Μιαούλης έκαψε στον Πόρο την κορβέτα  «Ύδρα» και την φρεγάτα «Ελλάς». Ο Καποδίστριας φυλάκισε τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ως υποκινητή ανταρσίας. Οι γιοί του Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης δολοφόνησαν τον κυβερνήτη, ενώ προσερχόταν στον Ι.Ν. Αγ. Σπυρίδωνα Ναυπλίου, για να εκκλησιαστεί (27 Σεπτεμβρίου 1831). Ετάφη στην Μονή Πλατυτέρας στην Κέρκυρα. Πέθανε σε ηλικία 52 ετών και είχε κυβερνήσει για 3,5 χρόνια. Ακολούθησε η επιλογή του Όθωνα, γιού του Λουδοβίκου Α΄ βασιλιά της Βαυαρίας, ως πρώτου βασιλιά της Ελλάδος (1832). Δύο μήνες μετά οριστικοποιήθηκαν τα σύνορα της Ελλάδος στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού, περιλαμβάνοντας Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Εύβοια, Κυκλάδες. Ο Όθων έφθασε στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι συνεχιζόμενες κακοδαιμονίες μας αφορούν, εκτός των άλλων, τις σχέσεις πολίτη – κράτους και τον συνεχιζόμενο μέχρι σήμερα «κλεφτοπόλεμο». Για πολλούς το κράτος είναι εν δυνάμει εχθρός και εμείς έχουμε μέσα μας τον κλεφταρματολό, που θέλει να εκδηλωθεί.

Ας θυμηθούμε τα λόγια του Κολοκοτρώνη από τα απομνημονεύματα του: «Είδα τότε, ότι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχουμε ελπίδα καμιά από τους ξένους …». Στο λόγο του στην Πνύκα (13 Νοεμβρίου 1838) απευθύνεται προς τους νέους: «Παιδιά μου! Εις τον τόπον τούτον, όπου εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και δημιουργούσαν τον παλαιόν καιρόν άνδρες σοφοί και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των … ήταν σοφοί και από εδώ επήραν και εδανείσθηκαν τα άλλα έθνη τη σοφία των … Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τις πόλεις … αλλά ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας … Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι … και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμε στην Κωνσταντινούπολι … διότι όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος … Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, όπου ημείς ελευθερώσαμε …».

 

Βιβλιογραφία              

    • Δάφνης Κώστας, Ι. Καποδίστρια Κείμενα, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1976
    • Χριστοδούλου Χρίστος, Η ιστορία της νήσου Ύδρας, Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Β′ έκδοση, Ύδρα 1990
    • el.wikipedia.org, Γεώργιος Καραϊσκάκης
    • aixminews.gr Η εξοδίτισσα Ελένη Στάϊκου επιστρέφει στον ιερό τόπο, 9 Απριλίου 2018
    • Βακαλόπουλος Α., Βακαλόπουλος Κ., Γιαννόπουλος Ι., Δεσποτόπουλος Α., Δρούλια Λ., Κούκκου Ε., Κουμαριανού Α., Παπαδόπουλος Σ., Σφυρόερας Β., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Η Ελληνική Επανάσταση και η ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1821–1832), Τόμος ΙΒ′, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1975
    • Ματαράση Α., Παπασταματίου Σ., Ιστορία των Νεώτερων και των Νεώτατων Χρόνων, ΟΕΔΒ, Αθήναι 1974
    • Παπαδόπουλος – Παπαργυριάδης Π., Η πραγματική αρχή του Εικοσιένα, Αθήνα 1984
    • Φίνλεϊ Γεώργιος, Μετάφραση Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Τόμος 1-2, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2008
    • Τσάτσος Κωνσταντίνος, Ιωάννης Καποδίστριας, Διακόσια χρόνια από τη γέννηση του, 1776–1976, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1976
    • Dakin Douglas, Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία (1821-1833), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1989
    • e-nautilia.gr/1821-astigx-mia-naytiki-idiofyia-sto-pleyro-ton-ellinon/
    • com/2019/04/11/rafailidis-canning/Βασίλης Ραφαηλίδης
previous arrow
next arrow
Slider