Ο Αγώνας Ανεξαρτησίας της Ελλάδος

Ο Αγώνας Ανεξαρτησίας της Ελλάδος

«Ο Αγώνας Ανεξαρτησίας της Ελλάδος

απαρχές, πρωταγωνιστές, σημαντικά γεγονότα»   

Κείμενο, φωτογραφίες: Χρήστου Θανόπουλου

Φέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Με εθνική ανάταση γιορτάζουμε την Ανάσταση του Γένους. Τιμάμε τους ήρωες, συγκλονισμένοι από την τιτάνια προσπάθεια τους, μόνοι εναντίον όλων. Νιώθουμε αμήχανοι και πολύ μικροί μπροστά τους. Δεν είναι επέτειος πανηγυρισμών και εφησυχασμού, αλλά ενδοσκόπησης και εγρήγορσης. Διαφορετική η Ελλάδα του 19ου αιώνα, διαφορετικές οι συνθήκες σήμερα. Όλα τα γεγονότα που κρίνονται εκ των υστέρων, πρέπει να εξετάζονται εντός του συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου  κάθε εποχής.

Η ελληνική φυλή κατατρύχεται από ελαττώματα και αντιφάσεις, που την οδήγησαν ύστερα από περιόδους μεγαλουργίας στην αυτοκαταστροφή. Ο εξαετής Αγώνας της Ανεξαρτησίας (1821–1827), περιλάμβανε δύο ολέθριους εμφυλίους πολέμους, που αφορούσαν τη διανομή της εξουσίας στο υπό ίδρυση ελληνικό κράτος! Αιτίες πολλές, όπως η διχόνοια, η αρχομανία, οι προσωπικές διαφορές και φιλοδοξίες, ο στενός τοπικισμός (Πελοποννήσιοι εναντίον Ρουμελιωτών, Πελοποννήσιοι πρόκριτοι εναντίον Πελοποννησίων προκρίτων), οι αντιθέσεις στρατιωτικών – πολιτικών – προκρίτων (Κολοκοτρώνης, Ανδρούτσος εναντίον Μαυροκορδάτου, Κωλέττη, Ζαΐμηδων, Λόντων, κ.α.), Φαναριωτών, εμπόρων, κλήρου, λαού, ο φατριασμός σε αγγλικό κόμμα (Μαυροκορδάτος, Λόντος, Ζαΐμης, Κολοκοτρώνης), σε ρωσικό (Υψηλάντης), σε γαλλικό (Κωλέττης). Βεβαίως και άλλες επαναστάσεις κατέληξαν σε εμφύλιο πόλεμο, όπως ο Αμερικανικός πόλεμος Ανεξαρτησίας και η Γαλλική Επανάσταση.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η εξέγερση είχε καθαρά εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα, που απέρρεε από τον πόθο των Ελλήνων για πολιτική και θρησκευτική ελευθερία. Στρεφόταν εναντίον αλλοεθνούς και αλλόθρησκου κατακτητή, ο οποίος  επί τέσσερις αιώνες του επέβαλε  βίαιους εξισλαμισμούς, παιδομαζώματα (ο φόρος αίματος που τροφοδοτούσε το σώμα των γενιτσάρων), δυσβάστακτη φορολόγηση, καθημερινές αυθαιρεσίες, ταπεινώσεις και εξευτελισμούς. Ο κεφαλικός φόρος (χαράτσι) αποδιδόταν από κάθε μη μουσουλμάνο υπήκοο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για να έχει το δικαίωμα να ζει. Η απόδειξη του φοροεισπράκτορα έγραφε: «Ο φέρων το παρόν έχει την άδεια να φέρει επί ένα έτος την κεφαλή επί των ώμων του». Ο φόνος χριστιανού δε λογιζόταν ως έγκλημα. Δύο ψευδομάρτυρες αρκούσαν για την θανάτωση Έλληνα που δήθεν έβρισε το Ισλάμ. Ο χριστιανός που αλλαξοπιστούσε γινόταν από ραγιάς (δούλος), αφέντης και αγάς. Ήταν παραδειγματική η τιμωρία των στασιαστών με απαγχονισμό, αποκεφαλισμό ή ανασκολοπισμό. Οι γυναίκες κατέληγαν στα χαρέμια ή τα σκλαβοπάζαρα. Τα παιδιά γινόντουσαν μουσουλμάνοι και γενίτσαροι. Ο Γιάννης Κορδάτος επιχείρησε να παρουσιάσει την Επανάσταση ως κοινωνική εξέγερση και εν μέρει ταξική, όμως η τότε αστική τάξη ήταν πολύ μικρή.

ΣΥΝΕΚΤΙΚΟΣ ΚΡΙΚΟΣ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Κοινή συνισταμένη όλων αυτών που πολέμησαν για την ελευθερία ήταν η ελληνική συνείδηση, η χριστιανική θρησκεία και η ελληνική γλώσσα, είτε ήταν δίγλωσσοι Σουλιώτες, Αρβανίτες, Βλάχοι, Σλάβοι, είτε όχι. Όταν ο Αυστριακός Ιάκωβος – Φίλιππος Φαλμεράγιερ είπε: «Ουδεμία σταγόνα ελληνικού αίματος κυλάει στις φλέβες των Ελλήνων», ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815–1891) αντέτεινε: «Ε, καί; Το αίμα δεν μιλάει, η γλώσσα μιλάει και η γλώσσα είναι ελληνική». Είναι η  γλώσσα των Ευαγγελίων, που κυριαρχούσε στον Ελληνιστικό κόσμο. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος είναι ο δημιουργός της νεοελληνικής ταυτότητας μας, ο υποστηρικτής της ενιαίας ελληνικής ιστορίας, από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας.

Πολλοί οπλαρχηγοί και πολεμιστές ήταν Αρβανίτες, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, οι Σουλιώτες, όπως οι Μάρκος Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλλας, οι Υδραίοι, κ.α. Οι Αρβανίτες είναι εθνολογικό κράμα Ελλήνων (Ηπειρωτών)-Ιλλυριών, με το πρώτο στοιχείο να είναι το επικρατούν συστατικό, αλλά το δεύτερο να έχει επιβάλλει τη γλώσσα του, προερχόμενοι από την κάτω από τον Γενούσο ποταμό Αλβανία, Ήταν δίγλωσσοι, είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα από τον 14ο αιώνα (Αττικοβοιωτία, Μεγαρίδα, Άνδρο, Σπέτσες, Ύδρα, Ψαρά, Πελοπόννησο, Αιτωλία, νότιο Εύβοια, Ήπειρο, Θεσσαλία,) , γενετικά-ανθρωπολογικά  όμοιοι με τους Έλληνες, είχαν ελληνική συνείδηση.  Αν και αποτελούσαν μόλις το 20-25% του πληθυσμού, αποτελούσαν ισχυρή ομάδα κρούσης της Επανάστασης. Όμως ούτε η γλώσσα, ούτε η θρησκεία χαρακτηρίζουν από μόνα τους ένα λαό. Άλλωστε η αλβανική γλώσσα είχε καθιερωθεί ως καθομιλουμένη γλώσσα (lingua franca) των οθωμανικών ατάκτων στρατευμάτων στην Ευρώπη (που περιλάμβαναν Σλάβους, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Αλβανούς, κ.α.) και της άρχουσας μουσουλμανικής τάξης της νότιας Ελλάδος, (μουσουλμάνοι Αλβανοί ή Τουρκαλβανοί),  πράγμα που έδινε πλεονέκτημα σε όποιον τη μιλούσε και απέφευγε τις τουρκικές διώξεις.

ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ,

ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ (1821 – 1827)

1821         Εκστρατεία Χουρσίτ Πασά κατά του Αλή Πασά των Ιωαννίνων (5/1), επανάσταση στην Μολδαβία (16/2) και Βλαχία (19/3), παράδοση Καλαβρύτων (21/3), εξέγερση στην Πάτρα, απελευθέρωση Καλαμάτας (23/3), Επανάσταση στη Φθιώτιδα (24/3), Μάχη Αλαμάνας – θάνατος Αθανασίου Διάκου (23/4), νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι (12/5), ίδρυση Πελοποννησιακής Γερουσίας στις Καλτεζές (26/5), Μάχη στο Δραγατσάνι, καταστροφή Ιερού Λόχου, υποχώρηση επανάστασης στη Μολδοβλαχία (7/6), πρώτες φιλελληνικές επιτροπές σε Γερμανία – Ελβετία (Αύγουστος), άλωση Τριπολιτσάς (23/9), Α′ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου (20/12).

1822         Κατάληψη από Έλληνες Ακροκορίνθου (14/1), Καταστροφή Χίου, (Απρίλιος), Κατάληψη Ακρόπολης από Έλληνες (10/6), Πανωλεθρία Δράμαλη στα Δερβενάκια (26/7), συνέδριο Ιεράς Συμμαχίας στη Βερόνα (8/10), πρώτη πολιορκία Μεσολογγίου (Οκτώβριος), παράδοση Ναυπλίου στους Έλληνες (3/12).

1823         Β′ Εθνοσυνέλευση Άστρους, αναθεωρεί το Σύνταγμα της Επιδαύρου (29/3), πρώτη διπλωματική νίκη-αναγνώριση θαλασσίου αποκλεισμού Ελλήνων από φιλέλληνα Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών Γεώργιο Κάνινγκ (25 Μαρτίου), θάνατος Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόβρυσο (9/8), αποβίβαση Βύρωνα στην Κεφαλονιά, ίδρυση φιλελληνικών επιτροπών σε Αγγλία, Γαλλία, αναγγελία χορήγησης πρώτου αγγλικού δανείου (30/11), «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» Διονυσίου Σολωμού.

1824         Πρώτος εμφύλιος πόλεμος (9/3 – 22/5), Καταστροφή Κάσου (27/5) και Ψαρών (22/6) από τουρκικό στόλο, νίκες ελληνικού στόλου σε Μυκάλη (4/8), Κω και Αλικαρνασσό (24/8), κόλπο του Γέροντα (29/8), Δαρδανέλλια (10/9). Δεύτερος εμφύλιος πόλεμος (Νοέμβριος), Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί εισβάλλουν στην Πελοπόννησο (23/11).

1825         Αντιπροσωπεία εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως ζητά επισήμως από τον Κάνιγκ την αγγλική προστασία, Κολοκοτρωναίοι και Δηλιγιανναίοι εκτοπίζονται στην Ύδρα (6/2), εισβολή αιγυπτιακών στρατευμάτων με επικεφαλής τον Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο (11/2), σύλληψη Οδυσσέα Ανδρούτσου από οπαδούς του Μαυροκορδάτου (17/3), ήττα από Αιγυπτίους στη μάχη στο Κρεμμύδι (7/4/), έξοδος του «Άρη» (26/4), δεύτερη πολιορκία Μεσολογγίου (15/4), θάνατος Παπαφλέσσα στο Μανιάκι (20/5), δολοφονία Οδυσσέα Ανδρούτσου στην Ακρόπολη (5/6), προέλαση Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (Οκτώβριος).

1826         Συνέχιση σφοδρής πολιορκίας Μεσολογγίου (Ιανουάριος-Απρίλιος), ηρωική έξοδος Μεσολογγίου (10/4), προέλαση στρατευμάτων Κιουταχή στην Ανατολική Στερεά (3/8), νίκη Καραϊσκάκη στην Αράχοβα (18/11).

1827         Θάνατος Καραϊσκάκη στη Μάχη του Φαλήρου (23/4), πανωλεθρία στη Μάχη Αναλάτου (24/4), κατάληψη Ακρόπολης από Κιουταχή (24/5), Γρίβας και Κολοκοτρωναίοι μάχονται στο Ναύπλιο (30/5), Διάσπαση πενταμελούς Ιεράς Συμμαχίας από Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Συνθήκη Λονδίνου, υπαγόρευση σκληρών όρων στην Τουρκία, έναρξη ανάμειξης Μεγάλων Δυνάμεων στην ελληνική Επανάσταση (6/7), Ναυμαχία Ναβαρίνου, καταστροφή τουρκο – αιγυπτιακού στόλου, προάγγελος ελληνικής ανεξαρτησίας (8/10).

ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Από τις αρχές του 18ου αιώνα συζητιόταν το ενδεχόμενο απελευθερωτικής εξέγερσης υποκινημένης από μυστική εταιρεία, όπως οι προεπαναστατικές: Ελληνική Εταιρεία ή Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον, Φιλόμουσος Εταιρεία, ελληνική Νομαρχία, κ.α. Ο Ρήγας Βελεστινλής, στα τέλη του 18ου αιώνα, καλούσε τους λαούς της Βαλκανικής να επαναστατήσουν κατά των Οθωμανών, με επικεφαλής τους Έλληνες. Μυούσε Έλληνες εμπόρους της Βιέννης στην Ιδέα της Απελευθέρωσης του Γένους. Ο Ρήγας Φεραίος και οι σύντροφοι του συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν στο Βελιγράδι (1798).

Ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ιωάννης Καποδίστριας συμφωνούσαν ότι για να κερδηθεί η ελευθερία, θα έπρεπε πρώτα οι Έλληνες να μορφωθούν. Τελικά μόνο η Φιλική Εταιρεία από όλες τις προεπαναστατικές πατριωτικές εταιρείες κατόρθωσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Ιδρύθηκε στην Οδησσό (1814), από τρεις μικρεμπόρους, τους: Νικόλαο Σκουφά, Αθανάσιο Τσακάλωφ και Εμμανουήλ Ξάνθο. Αρχηγός («Γενικός Επίτροπος της Αρχής») μετά την άρνηση του Καποδίστρια, τοποθετήθηκε (12/4/1820) ο πρίγκιπας – στρατηγός Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792–1828). Μαζί με τον Παπαφλέσσα και τον Γεώργιο Λεβέντη, συνέταξε σχέδιο που προέβλεπε την ταυτόχρονη ανάφλεξη επαναστατικών εστιών σε Σερβία, Μαυροβούνιο, Μολδαβία, Ήπειρο και Πελοπόννησο. Προβλεπόταν επίσης, ο εμπρησμός του τουρκικού στόλου στην Κωνσταντινούπολη από Έλληνες ναύτες. Στους τρεις πρωτεργάτες («Υπέρτατη Αρχή») προστέθηκαν άλλοι οκτώ, ανάμεσα τους ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, εμποροϋπάλληλος από την Ανδρίτσαινα, ο μεγαλέμπορος Γεώργιος Σέκερης,  επιφανής Έλληνας της Ρωσίας, ο ιερωμένος, διανοούμενος, εκδότης του «Λόγιου Ερμή» Άνθιμος Γαζής, ο διανοούμενος Γ. Λεβέντης, ο Γρηγόριος Δικαίος – Παπαφλέσσας, κ.α. Η Υπέρτατη Αρχή δημοκρατικά λαμβάνει τις αποφάσεις. Ο συνολικός αριθμός των οργανωμένων μελών είναι άγνωστος. Τα γνωστά ονόματα υπολογίζονται σε 1.096. Μυούν νέα μέλη, συγκεντρώνουν χρήματα, μαζεύουν εφόδια, διαδίδουν την Ιδέα της Επανάστασης. Χρησιμοποιούν μυστικό αλφάβητο και κρυπτογραφικό κώδικα. Μυείται και ο Κολοκοτρώνης στη Ζάκυνθο. Αποφασίζεται η επίσπευση του χρόνου εκδήλωσης της Επανάστασης. Ο απόστολος της Εταιρείας Παπαφλέσσας κατεβαίνει στην Πελοπόννησο για να διαδώσει την Ιδέα της εξέγερσης με τον φλογερό του λόγο, πότε λέγοντας ψέματα ή υπερβολές, πότε εκβιάζοντας εμμέσως. Κλέφτες, καπετάνιοι και πρόκριτοι του ελλαδικού χώρου μυούνται στην Εταιρεία. Συνέβαλε τα μέγιστα σε αυτό ο Άνθιμος Γαζής.

Η επανάσταση ξεκίνησε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη (Φεβρουάριος 1821) στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, Βλαχία και Μολδαβία, οι οποίες ήταν ημιαυτόνομες, με Φαναριώτες ηγεμόνες (μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο (1768–1774) που έληξε με ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792–1828) ήταν γόνος παλιάς αρχοντικής βυζαντινής οικογενείας, γιός του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, Μεγάλου Διερμηνέα της Υψηλής Πύλης και ηγεμόνα της Μολδαβίας. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε αξιωματικός του ρωσικού στρατού, υπασπιστής του τσάρου Αλεξάνδρου Α′, έχασε τον δεξιό του βραχίονα στη μάχη της Δρέσδης (1813) και παρασημοφορήθηκε. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ξάνθο και αναγορεύτηκε αρχηγός της (Γενικός Επίτροπος) το 1820.

Σχεδίαζε να εξεγείρει τους βαλκανικούς λαούς, να συγκεντρώσει στρατό και να κατέβει στην Ελλάδα. Εισέβαλλε στη Μολδαβία επικεφαλής του Ιερού Λόχου. Ακολούθησε η ήττα στο Δραγατσάνι (Ιούνιος 1821). Τσακώθηκε με τους Ρουμάνους, εκτέλεσε τον Τουντόρ Βλαντιμηρέσκου, ηγέτη αγροτικού ρουμανικού κινήματος, κατέφυγε στην Αυστρία, φυλακίστηκε στις αυστριακές φυλακές, αποφυλακίστηκε με ενέργειες του τσάρου (1827) και πέθανε στη Βιέννη το 1828. Ανακομιδή των οστών του και μεταφορά τους στο Πεδίον του Άρεως έγινε το 1964.

Έστειλε τον αδελφό του Δημήτριο (1793–1832), λοχαγό του ρωσικού στρατού ως «πληρεξούσιο του Γενικού Επιτρόπου» στην Πελοπόννησο, με όπλα, τρόφιμα και εφόδια. Πήρε μέρος σε όλες τις μάχες της πρώτης φάσης της Επανάστασης και στη συνέχεια πολέμησε ηρωικά κατά του Ιμπραήμ Πασά. Έγραψε τον επίλογο της Επανάστασης με τη μάχη της Πέτρας (12 Σεπτεμβρίου 1829). Διορίστηκε στρατάρχης Ανατολικής Ελλάδος από τον Καποδίστρια και εκκαθάρισε την Αττικο-Βοιωτία από τους Τούρκους. Ως γνώστης της στρατηγικής του τακτικού στρατού, ήταν εναντίον του πλιάτσικου και της δολοφονίας αμάχων.

ΠΕΙΡΑΤΕΣ

Η πειρατεία και η λαφυραγώγηση (πλιάτσικο) υπήρξε τρόπος ζωής επί αιώνες για άτομα, ομάδες, φυλές και λαούς. Ήταν ένας τρόπος για να κερδηθούν τα προς το ζην και για να πληρωθούν οι στρατιωτικές δαπάνες. Στη Μεσόγειο υπήρχαν από την αρχαιότητα οι πειρατές της Κιλικίας και ακολούθησαν  Ενετοί, Ιωαννίτες Ιππότες, Σαρακηνοί – Άραβες, Αλγερινοί, Τούρκοι, Έλληνες (Μυκονιάτες, Μανιάτες, Υδραίοι). Γνωστός ο γαιοκτήμονας – πειρατής Ιωάννης Καψής, που αυτοαναγορεύτηκε βασιλιάς της Μήλου, το πρώτο ελεύθερο επί τρία χρόνια ελληνικό έδαφος (1677–1680). Ο ταγματάρχης του ρωσικού στρατού Λάμπρος Κατσώνης με το μικρό πειρατικό στόλο του προκάλεσε αναταραχή στο Αιγαίο και εξέγερση στη Μάνη (1788–1792).

ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΜΑΤΟΛΟΙ

Στην Ελλάδα νοτίως της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την σχεδιαζόμενη επανάσταση. Υπήρχαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί που υπερτερούσαν αριθμητικά έναντι των εγκατεστη-μένων στην ίδια περιοχή Τούρκων. Στην Πελοπόννησο η αναλογία για τους Έλληνες ήταν 11 προς 1, στη Στερεά Ελλάδα 15 προς 1, αν προσθέσουμε και τα νησιά του Αιγαίου, πλην της Κρήτης. Η Φιλική Εταιρεία είχε τεράστια εξάπλωση στο Μοριά, ο οποίος είναι ορεινός, με λαβύρινθο ορέων, στενών περασμάτων και απομονωμένος, σχεδόν νησί. Τα πολεμικά πλοία της Ύδρας και των Σπετσών μπορούσαν να προστατεύσουν τα παράλια του. Επιπλέον, ο Μοριάς κατελήφθη ολοκληρωτικά από τους Τούρκους μόλις το 1715, ήταν δηλαδή υπό τουρκική κατοχή μόλις έναν αιώνα. Εδώ κεντρικό ρόλο έπαιζαν οι πρόκριτοι (κοτζαμπάσηδες) με τις ένοπλες ομάδες τους (σωματοφύλακες), ως τοπάρχες που είχαν διατηρήσει εξουσία (δημογεροντία) και περιουσίες και η Μάνη ως ανεξάρτητη ηγεμονία, φόρου υποτελής στο σουλτάνο, με ικανό αριθμό εμπείρων ενόπλων, χωρίς τουρκική παρουσία. Η Στερεά Ελλάδα αντιθέτως, ήταν χωρισμένη σε αρματολίκια. Κεντρικό ρόλο έπαιζαν οι αρματολοί, στρατοχωροφύλακες δηλαδή στην υπηρεσία της οθωμανικής διοίκησης, διατηρούσαν την τάξη, συνέλεγαν τους φόρους από τους οποίους προερχόταν και η αμοιβή τους. Αντιμετώπιζαν τους κλέφτες, που επιβίωναν ανυπότακτοι στα βουνά (Σούλι, Άγραφα, Αρκαδία, Μάνη, κ.α.), εκεί όπου η οθωμανική εξουσία ήταν ασθενής.. Όμως συχνά οι κλέφτες περνούσαν στο στρατόπεδο των αρματολών και αντιστρόφως. Μεγάλος αρματολός των Αγράφων (Δυτική Στερεά Ελλάδα) ήταν ο Καραϊσκάκης. Αργότερα αποχώρησε από τη δούλεψη του Αλή Πασά των Ιωαννίνων και γενικά των Τούρκων και έγινε ο σημαντικότερος κλέφτης και τελικά ο αρχιστράτηγος στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, που εθεωρείτο πιο δύσκολη, λόγω γειτνίασης με τα τουρκικά στρατιωτικά κέντρα της Ηπείρου και Θεσσαλίας. Στην ανατολική Στερεά Ελλάδα κυρίαρχος κλέφτης ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Στην Πελοπόννησο κυρίαρχες οικογένειες προκρίτων ήταν οι Ζαΐμηδες, οι Δεληγιανναίοι, οι Λόντοι, οι Μαυρομιχαλαίοι στη Μάνη, κ.α. Στρατηγός της Πελοποννήσου ήταν ο «Γέρος του Μοριά» Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Οι ένοπλοι της Επανάστασης στην Πελοπόννησο προήλθαν αρχικά από τους οπλοφόρους (σωματοφύλακες) των κοτζαμπάσηδων. Οι υπόλοιποι απλοί άτακτοι πολεμιστές ήταν αγρότες – κτηνοτρόφοι εκπαιδευμένοι στα όπλα από τους Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, κ.α.

ΕΝΑΡΞΗ

Πολλοί πρόκριτοι ήταν διστακτικοί για την έναρξη της Επανάστασης. Η Φιλική Εταιρεία είχε αποφασίσει ότι ήταν πλέον ευνοϊκές οι συνθήκες σε συνδυασμό με την επιστροφή των Σουλιωτών στο Σούλι και την αποστασία του Αλή Πασά, ο οποίος πολιορκείτο από τα σουλτανικά στρατεύματα, υπό τον έμπειρο Χουρσίτ Πασά. Ο τελευταίος είχε αποχωρήσει από την διοίκηση της Πελοποννήσου για να τεθεί επικεφαλής τους.

Η άφιξη στην Πελοπόννησο των Παπαφλέσσα, Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Αναγνωσταρά, επιτάχυνε την έναρξη της Επανάστασης. Στη σύσκεψη της Βόστιτσας (Αιγίου) [26-29 Ιανουαρίου 1821] μεταξύ Παπαφλέσσα – προκρίτων, αποφασίστηκε η αναβολή της Επανάστασης, αλλά σχεδιαζόταν να γίνει στο εγγύς μέλλον, με πιθανές ημερομηνίες την 21η ή 25η Μαρτίου ή 23η Απριλίου 1821. Αντίθετα, στη σύσκεψη των οπλαρχηγών στη Λευκάδα (30 Ιανουαρίου 1821),  παρουσία των Υδραίων Γιακουμάκη – Τομπάζη και του Μανιάτη Ηλία Μαυρομιχάλη αποφασίστηκε η εξέγερση στην ανατολική Στερεά Ελλάδα να ανατεθεί στους Ανδρούτσο και Πανουργιά, και στη δυτική στους Τσόγκα και Βαρνακιώτη.  Οι Τούρκοι υπό τον φόβο της Επανάστασης «προσκάλεσαν» για διαβουλεύσεις προκρίτους και αρχιερείς στην Τριπολιτσά, για να τους κρατήσουν ομήρους. Στη δυτική Στερεά Ελλάδα ο οπλαρχηγός του Ζυγού Δ. Μακρής επιτέθηκε με 28 άνδρες εναντίον Τούρκων που συνόδευαν «θησαυρό» για τη Ναύπακτο. Μέσα Μαρτίου έφθασε πλοίο με πολεμοφόδια από Φιλικούς της Σμύρνης, στο λιμάνι του Αλμυρού. Στις 14 Μαρτίου ο μυημένος στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα Νικόλαος Σολιώτης του Χριστοδούλου, κτύπησε τους 2-3 Τούρκους ταχυδρόμους επιστολών του Σαλήχ μπέη προς τον Χουρσίτ Πασά στα Γιάννενα, στη θέση «Πόρτες» (Αγρίδι) έξω από τη Ζαρούχλα. Την ίδια μέρα κτυπήθηκε στη θέση «Χελωνοσπηλιά» ο Λαλαίος εισπράκτορας Σεϊδής και ο τραπεζίτης Ν. Ταμπακόπουλος με χρηματαποστολή από Καλάβρυτα προς Τριπολιτσά.   Επίσης, δύο Τούρκοι σπαχήδες φονεύθηκαν στο Λιβάρτζι με εντολή του Ασημάκη Φωτήλα. Ο Νικ. Σολιώτης επιτέθηκε και φόνευσε Αλβανούς στο Βερσοβά. Ενέδρα έστησαν οι Πετμεζαίοι εναντίον Τούρκων στην Ακράτα, κ.α.  Πετμεζαίοι και Μαζαίοι επιτέθηκαν εναντίον υπηρετών του Ιμπραήμ Πασά Αρναούτογλου, διοικητή Καλαβρύτων, στις 18 ή 20 Μαρτίου. Οι Τούρκοι οχυρώθηκαν σε τρεις πύργους των Καλαβρύτων. Στις 21 Μαρτίου συγκεντρώθηκαν 600 ένοπλοι υπό τους Σωτήρη Χαραλάμπη, Ασημάκη Φωτήλα, Σωτήριο Θεοχαρόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Νικ. Σολιώτη, Πετμεζαίους, πολιόρκησαν τους Τούρκους, οι οποίοι παραδόθηκαν μετά πέντε ημέρες. Πριν ξεκινήσουν για τα Καλάβρυτα, δηλαδή την 21η Μαρτίου 1821, παρακολούθησαν δοξολογία στην Αγία Λαύρα και πήραν για σημαία μαζί τους το λάβαρο της Μονής, με τη χρυσοκέντητη παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όλες οι πρώτες επαναστατικές ενέργειες στην Πελοπόννησο έλαβαν χώρα στην Αιγιαλεία (περιοχή Καλαβρύτων – Αιγίου).

Γύρω στην 20η Μαρτίου 1821 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο ηγούμενος της Μονής Τατάρνας Κυπριανός κτύπησαν χρηματαποστολή 60 Τούρκων υπό τον Χασάν μπέη Γκέκα. Άφησαν άθικτα τα χρήματα, για να φανεί ότι η ενέργεια ήταν επαναστατική. Η Βόστιτσα (Αίγιο) διέθετε από τις αρχές Μαρτίου επαναστατικό σώμα 400 ανδρών, χάρη στις ενέργειες των προκρίτων Ανδρέα Λόντου, Λέοντος Μεσηνέζη, Δημητρίου Μελετόπουλου. Οι Τούρκοι μετά τα γεγονότα των Καλαβρύτων, ήλθαν σε συνεννόηση με τους προκρίτους και διεκπεραιώθηκαν με ασφάλεια στη Φωκίδα. Στις 23 Μαρτίου ο Ανδρέας Λόντος ύψωσε την πρώτη ελληνική επαναστατική σημαία (κόκκινη με μαύρο σταυρό).

Στην Πάτρα οι Τούρκοι ανησυχούσαν ήδη από τον Φεβρουάριο για τη μη πληρωμή του χαρατσιού και την άρνηση μετάβασης του μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανού στην Τριπολιτσά. Στις 23 Μαρτίου κάλεσαν τους προξένους των ξένων δυνάμεων να αποτρέψουν εξέγερση των Ελλήνων. Αργότερα επιτέθηκαν και έκαψαν την οικία του προκρίτου Ιωάννου Παπαδιαμαντόπουλου (που απουσίαζε). Γενικεύθηκε η σύρραξη Ελλήνων (ενισχυμένων με Επτανήσιους οπλοφόρους) και Τούρκων. Οι τελευταίοι τελικά, κλείστηκαν στο κάστρο. Την επομένη μέρα, 24 Μαρτίου 1821, συγκεντρώθηκαν ομάδες επαναστατών υπό τους Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Νικόλαο και Ανδρέα Λόντο, Μπενιζέλο Ρούφο, Κερκίνης Προκόπιο, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, όπου ο Γερμανός έστησε ξύλινο σταυρό, έγινε δοξολογία, τρισάγιο και υψώθηκε η κοκκινόμαυρη σημαία του Α. Λόντου. Εκεί έγινε η επίσημη έναρξη της Επανάστασης με τον όρκο «Ελευθερία ή Θάνατος». Η σχηματισθείσα επιτροπή «Επαναστατικόν Διευθυντήριον», συνέταξε διακήρυξη, υπό την καθοδήγηση του Γερμανού και επιδόθηκε την 25η Μαρτίου στους προξένους στην Πάτρα.

Οι Τούρκοι της Καλαμάτας, με επικεφαλής τον Αρναούτογλου Σουλεϊμάν Αγά, εντόπισαν σπασμένο κιβώτιο πυρίτιδας και καραβάνι 250 υποζυγίων και 210 ενόπλων υπό τον Νικηταρά, που μετέφεραν πυρίτιδα από την Καρδαμύλη. Συνέλαβαν τους προκρίτους και αποπειράθηκαν να αποχωρήσουν από την περικυκλωμένη πόλη. Αργότερα τους απελευθέρωσαν και κατόπιν συμβουλής του Κυρίλλου, ηγουμένου της Μονής Προφήτη Ηλία, κάλεσαν σε βοήθεια τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Μανιάτη ηγεμόνα, αναγνωρισμένο από την κεντρική διοίκηση. Στην πόλη έφθασε ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με 150 Μανιάτες. Είχε προηγηθεί δοξολογία για την Επανάσταση στο Ναό των Ταξιαρχών της Αρεόπολης (17 Μαρτίου 1821). Στις 22 Μαρτίου 1821 2.000 ένοπλοι με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τους Μούρτζινους, Καπετανάκηδες, Χριστέηδες κατέλαβαν τους λόφους γύρω από την πόλη, ενώ πλησίαζαν οι Παπαφλέσσας, Νικηταράς, Αναγνωσταράς. Οι Τούρκοι ζήτησαν ενισχύσεις από τον Πετρόμπεη, ο οποίος εισήλθε στην Καλαμάτα με 2.000 Μανιάτες (23 Μαρτίου 1821). Μαζί του ήταν οι Κολοκοτρώνης, Παπαφλέσσας, Νικηταράς, Αναγνωσταράς, Μούρτζινος, κ.α. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν αμαχητί. Η Καλαμάτα ήταν η πρώτη μεγάλη πόλη που απελευθερώθηκε. Στις 24 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε επίσημη δοξολογία. Οι Τούρκοι της πόλης διασκορπίστηκαν στα διάφορα χωριά της Μεσσηνίας – Μάνης, όπου τελικά θανατώθηκαν. Η Επανάσταση εξαπλώθηκε στην ανατολική Μάνη. Στις 23 Μαρτίου στον πύργο των Τζανετάκηδων, στο Μαραθονήσι (Γύθειο) οι Γρηγοράκηδες ύψωσαν την επαναστατική σημαία. Στις 25 Μαρτίου ο Πετρόμπεης συνέστησε τη Μεσσηνιακή Γερουσία και εξέδωσε προκήρυξη προς τις ευρωπαϊκές αυλές, στην οποία εξηγούσε τους λόγους της Επανάστασης των Ελλήνων και ζητούσε τη συμπαράσταση τους. Σποραδικά κτυπήματα εναντίον Τούρκων είχαν γίνει σε Καρύταινα, κοντά στην Τριπολιτσά, στο χωριό Ζαχαριά, κ.α. Στις 27 Μαρτίου 1821 άρχισε η πολιορκία του Ακροκορίνθου. Στον Αγ. Πέτρο υψώθηκε επαναστατική σημαία (24 Μαρτίου 1821) και δημιουργήθηκε στρατόπεδο ενόπλων στα Βέρβαινα. Η επανάσταση εξαπλώθηκε στη Γαστούνη, Πύργο, Κυπαρισσία, Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο, Ζυγοβίτσι, Λαγκάδια, Δημητσάνα, Στεμνίτσα, Καρύταινα. Στις 24 Μαρτίου ο αρματολός των Σαλώνων Πανουργιάς, κήρυξε την Επανάσταση. Λίγο αργότερα κατελήφθησαν τα Σάλωνα. Το Γαλαξείδι, η Λιβαδειά, η Αράχωβα με τον Αθανάσιο Διάκο προσχώρησαν στην Επανάσταση. Στις 24 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης αναχώρησε από την Καλαμάτα με κατεύθυνση την Αρκαδία.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπήρξε ο στρατηγικός νους της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Ήταν η ενσάρκωση του αγώνα, ο ξεχωριστός ήρωας, ο μεγάλος δάσκαλος. Οι τότε κυβερνήσεις τον τίμησαν με δύο φυλακίσεις και μια καταδίκη σε θάνατο, που ευτυχώς έμεινε ανεκτέλεστη. Ήταν πενηντάρης με την έκρηξη της Επανάστασης, δηλαδή υπερήλικας για τα δεδομένα της εποχής, που το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα ήταν τα 35 χρόνια. Γι’ αυτό και ονομάστηκε  «Γέρος του Μοριά». Είχε την δύναμη να ξεσηκώνει τους απλούς ανθρώπους, ειρηνικούς βοσκούς και γεωργούς και να τους μεταμορφώνει σε άξιους πολεμιστές. Ήταν παιδί του κλεφταρματολού Κωνσταντή Κολοκοτρώνη και της Ζαμπέτας Κωτσάκη και γεννήθηκε στο Ραμοβούνι της Μεσσηνίας (1770). Το 1780 ύστερα από τουρκική πολιορκία των πύργων της Καστάνιτσας (Καστάνια Λακωνίας) και ηρωική έξοδο, σκοτώθηκε ο πατέρας του και οι περισσότεροι θείοι του. Σώθηκε ο μικρός Θεόδωρος και σε ηλικία 15 χρονών έγινε αρματολός στην υπηρεσία του φημισμένου κλεφταρματολού Ζαχαριά, ο οποίος είχε ιδρύσει την Αρματολική Ομοσπονδία του Μοριά. Με τη συμμετοχή του Κολοκοτρώνη φυγάδευσαν τον Ανδρούτσο Μουτσανό (πατέρα του Οδυσσέα) στη Στερεά Ελλάδα. Ο Κολοκοτρώνης νυμφεύθηκε την Αικατερίνη Καρούτσου και έκαναν τρεις γιούς και δύο κόρες. Ήταν κλέφτης για δύο χρόνια και κατόπιν αρματολός για 4-5 χρόνια στο Λεοντάρι και την Καρύταινα. Το 1798 ξεκίνησε νέος διωγμός των αρματολών και απέκτησε πειρατικό μανιάτικο καράβι με το οποίο κούρσευε τουρκικά πλοία και ακτές. Ύστερα από αλλεπάλληλους διωγμούς και περιπέτειες πέρασε από τη Μάνη στη Ζάκυνθο (1806) και δημιούργησε σώμα που κτυπούσε τους Τούρκους σε στεριά και θάλασσα. Επανήλθε και στήριξε τον πολιορκημένο στον πύργο του από τους Τούρκους, φίλο του Αλή Φαρμάκη, Αλβανό φεουδάρχη του χωριού Λάλα. Μαζί σχεδίαζαν την ίδρυση ημιαυτόνομου ελληνοαλβανικού κρατιδίου υπό γαλλική προστασία. Προσπαθεί να πείσει Γάλλους, Ρώσους και Άγγλους να επέμβουν στην Πελοπόννησο. Το 1809 κατετάγη στον αγγλικό στρατό της Ζακύνθου, στο νεοσύστατο πρώτο σύνταγμα ελαφρού ελληνικού πεζικού με το βαθμό του λοχαγού και διακρίθηκε στην κατάληψη του γαλλικού κάστρου της Λευκάδας. Το 1810 προήχθη σε ταγματάρχη. Συμπλήρωσε τις στρατιωτικές του γνώσεις σε συνθήκες τακτικού πολέμου. Οι Άγγλοι διέλυσαν τα τάγματα των Ελλήνων, μετά την εδραίωση της κυριαρχίας τους στα Επτάνησα και ο Κολοκοτρώνης ασχολήθηκε με το ζωεμπόριο και ως κρεοπώλης (1816–1821). Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία (1818) από τον Αναγνωσταρά, μύησε δεκάδες άλλους, κυρίως οπλαρχηγούς του Μοριά, και στις 3 Ιανουαρίου 1821 αποβιβάσθηκε κρυφά στην Πελοπόννησο. Ήρθε σε επαφή με τους Παπαφλέσσα, Νικηταρά, Αναγνωσταρά, για την καλύτερη προετοιμασία της Επανάστασης. Στις 23 Μαρτίου 1821 μαζί με τους Πετρόμπεη, Μούρτζινο, Νικηταρά, Παπαφλέσσα, Αναγνωσταρά και άλλους κατέλαβε χωρίς μάχη την Καλαμάτα. Συνέλαβε το σχέδιο κατάληψης της  Τριπολιτσάς, κεφαλής της τουρκικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο. Δημιούργησε στρατόπεδα σε Πιάνα, Χρυσοβίτσι, οχύρωσε το Βαλτέτσι. Η πρώτη πολύ σημαντική μάχη του Βαλτετσίου 12 Μαΐου 1821, ήταν νικηφόρα, ακολούθησε αυτή των Δολιανών και η κατάληψη της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), επισφραγίστηκε από σφαγές που δεν μπόρεσε να αποτρέψει. Τις προθέσεις του για κατάληψη της Πάτρας δεν άφησαν οι πρόκριτοι της Αχαΐας να υλοποιηθούν και η Πάτρα έμεινε σε τουρκικά χέρια μέχρι το τέλος του Αγώνα. Στις 26 Ιουλίου 1822 συνέτριψε τη στρατιά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Ο Κολοκοτρώνης πρωταγωνίστησε στους εμφυλίους, αξιώνοντας πολιτικό ρόλο και ερχόμενος σε διαδοχικές ρήξεις – συμβιβασμούς με τους πολιτικούς (Μαυροκορδάτο, Κωλέττη) και προκρίτους. Έγινε αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, με επικεφαλής τους Μαυροκορδάτο, Κωλέττη. Οι κοτζαμπάσηδες όμως που ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση των εξουσιών τους, ήρθαν σε σύγκρουση με τους λαοπρόβλητους ανερχόμενους στρατιωτικούς, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη και Ανδρούτσο και ξεκίνησε ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος (Ιανουάριος 1824). Σημαντικό ρόλο στην έκρηξη του εμφυλίου έπαιξε η διαχείριση του αγγλικού δανείου. Νέο Εκτελεστικό και νέα κυβέρνηση δημιουργήθηκαν με επικεφαλής τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Η εκστρατεία του κυβερνητικού στρατού εναντίον χωριών της Κυπαρισσίας που δεν πλήρωναν φόρους, η υποστήριξη τους από τον Κολοκοτρώνη, η δολοφονία του μεγάλου γιού του Πάνου και η απολυταρχική διάθεση του Κουντουριώτη, όξυναν τα πνεύματα και ξεκίνησε ο δεύτερος εμφύλιος (Νοέμβριος 1824). Οι Υδραίοι σχημάτισαν κυβέρνηση, με επικεφαλής τον χαμηλής ευφυΐας και μεγαλομανή Γεώργιο Κουντουριώτη, κάλεσαν τα μισθοφορικά στρατεύματα των Ρουμελιωτών υπό τους Κίτσο Τζαβέλλα, Γκούρα, Γεώργιο Καραϊσκάκη, οι οποίοι εισέβαλλαν στην Πελοπόννησο, στράφηκαν εναντίον των Πελοποννήσιων προκρίτων, του συμμάχου τους Κολοκοτρώνη και τους κατέβαλαν. Ακολούθησε η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και 24 προκρίτων στον Προφήτη Ηλία της Ύδρας (Φεβρουάριος 1825) για 85 ημέρες. Η σαρωτική εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο τον ίδιο μήνα και η λαϊκή απαίτηση, ώθησαν στην αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826), την κατάργηση της κυβέρνησης Κουντουριώτη, τον θάνατο του Καραϊσκάκη και την παράδοση της Ακρόπολης στον Κιουταχή, ο Κολοκοτρώνης ξαναζωντάνεψε την ετοιμοθάνατη Επανάσταση, με το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Με την Ναυμαχία του Ναβαρίνου οι Μεγάλες Δυνάμεις έθεσαν τα θεμέλια της ελευθερίας της Ελλάδος. Ο Κολοκοτρώνης υποστήριξε με θέρμη τον πρώτο κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και μετά τη δολοφονία του συμμετείχε στην τριμελή κυβερνητική επιτροπή με τον Αυγουστίνο Καποδίστρια και τον Κωλέττη. Επί Αντιβασιλείας, συκοφαντήθηκε ότι συνωμοτεί κατά του θρόνου, φυλακίστηκε στο Ιτς Καλέ και Παλαμήδι, μαζί με τους Πλαπούτα, Γρίβα και άλλους αγωνιστές για έξι μήνες. Στη δίκη (30 Απριλίου – 26 Μαΐου 1834) καταδικάστηκε ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας σε θάνατο δια αποκεφαλισμού. Οι δικαστές Γ. Τερτσέτης και Α. Πολυζωΐδης αρνήθηκαν να συνυπογράψουν. Λόγω αντιδράσεων, η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια και αργότερα σε κάθειρξη 20 ετών. Μεταφέρθηκε και φυλακίστηκε στο Παλαμήδι. Ο Όθων μόλις ενηλικιώθηκε αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση (20 Μαΐου 1835), υπέγραψε την αποφυλάκιση των δύο αγωνιστών. Ο Γέρος του Μοριά σχεδόν τυφλός και με προβλήματα υγείας, είχε υποδοχή ήρωα στο Ναύπλιο και απόλαυσε πολλές τιμές στην Αθήνα. Έγινε στρατηγός, Σύμβουλος Επικρατείας, παρασημοφορήθηκε και απηύθυνε την πνευματική διαθήκη του στη νεολαία, με την περίφημη ομιλία στην Πνύκα (Νοέμβριος 1838). Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1834 και ετάφη στο Α′ Νεκροταφείο Αθηνών.

          Συνεχίζεται στο επόμενο Τεύχος..

previous arrow
next arrow
Slider