O Χρυσόστομος Σμύρνης

O Χρυσόστομος Σμύρνης

«Η Ελλάδα συμβολίζει για μένα ορι­σμένες αξίες και στοιχεία που μπο­ρούν να εμπλουτίσουν τα παγκόσμια πνεύματα…» έγραφε ο Νομπελίστας ποιη­τής μας Οδυσσέας Ελύτης.

Προσυπογράφω την άποψη. Αυτό δεν ισχύει μόνο για όσα οι Έλληνες πρόσφεραν στην ανθρωπότητα με τα Γράμματα, με τη Φιλοσοφία και με τ’ απαράμιλλα έργα τέχνης. Τα παγκόσμια πνεύματα, όμως, τα εμπλουτίζουν και άνθρωποι, που θυσιάζο­νται για αξίες και ιδανικά. Και ένας τέτοιος άνθρωπος υπήρξε και ο Χρυσόστομος Σμύρ­νης, που μαρτύρησε το 1922, έτος που το σημάδεψε η Μικρασιατική Καταστροφή.

Ο Χρυσόστομος Καλαφάτης (όπως ήταν το επώνυμό του) γεννήθηκε στην Τρίγλια της Μικράς Ασίας, στις 8 Ιανουαρίου 1867. Ο πατέρας του, Νικόλαος Καλαφάτης, και η μητέρα του, Καλλιόπη Λεμονίδου, είχαν αποκτήσει οκτώ παιδιά. Ο πατέρας του ήταν νομομαθής και εκλεγόταν και δημογέροντας.

Ο Χρυσόστομος, όπως και τ’ άλλα αδέρφια του, μεγάλωσαν μέσα σε μία οικογένεια χριστιανική. Από νωρίς εκδήλωσε την επιθυμία ν’ ακολουθήσει την ιεροσύνη. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλ­κης. Υπήρξε ευλογημένος, γιατί τα έξοδα των σπουδών του ανέλαβε ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κωνσταντίνος, που τον χειροτόνη­σε διάκονο και τον πήρε κοντά του. Ο Χρυ­σόστομος τον ακολούθησε και στην Έφεσο, μετά την εκεί μετάθεσή του, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη αργότερα, όταν εκείνος έγινε Πατριάρχης (Κωνσταντίνος Ε΄). Στις 18 Μαΐου 1897 τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και τον χειροθέτησε Μέγα Πρωτοσύγκελο του Πατριαρχείου. Διακρινόταν για το ήθος του και την πληθώρα των αρετών του, αλλά και για την ευγλωττία του. Μετά την απομάκρυν­ση του Κωνσταντίνου απ’ τον Οικουμενικό Θρόνο επελέγη Πατριάρχης ο Ιωακείμ Γ’. Γνωρίζοντας τον Χρυσόστομο και εκτιμώντας τα προσόντα και τον χα­ρακτήρα του, τον εξέλεξε Μητροπολίτη Δράμας στις 23 Μαΐου 1902. Κατά την εκλογή του και την αντιφώνησή του στον Πατριάρχη, είπε, μεταξύ άλλων και αυτά, που η τελευταία πρό­τασή τους ενείχε κι ένα «είδος προφητείας»: «Εν όλη τη καρδία και εν όλη τη διανοία θα υπηρετήσω την Εκκλησίαν και το Γένος, και η μίτρα, την οποίαν αι άγιαι χείρες σου εναπέθεσαν επί της κεφαλής μου, εάν πέπρωται να απωλέσει ποτέ την λαμπηδόνα των λίθων της, θα μεταβληθεί εις ακάνθινον στέφανον μάρτυρος ιεράρχου…».

Από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να ενισχυθούν τα σχολεία και γενικά η εκπαίδευση. Με δική του πρωτοβουλία κτίστηκε το Γυμνάσιο Δράμας και μάλιστα σε σχήμα «Ε», που συμβόλιζε τις λέξεις: Ελλάδα και Ελευθερία. Τα έξοδα καλύφθηκαν από την οικογένεια Μελά και από άλλους Δραμινούς.

Περιόδευε ασταμάτητα στις κωμοπό­λεις και τα χωριά που δέχονταν –με την ανοχή των Τούρκων– πιέσεις απ’ τους Βούλ­γαρους. Ήταν η περίοδος του Μακεδονικού Αγώνα. Το Βουλγαρικό Κομιτάτο οργίαζε και ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Ο Χρυσόστομος έκτισε μεγαλοπρεπή Ναό στη Δράμα, σχολεία αρρένων και θηλέων, νοσοκομείο, γυμναστήριο και ίδρυσε μουσικούς συλλό­γους, για να κρατηθεί ψηλά η ελληνικότητα. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με φιλανθρωπικά έργα (γηροκομεία, ορφανοτροφεία, κ.ά.).

Η όλη δραστηριότητά του ήταν «καρ­φί» στα μάτια των Βουλγάρων, ενώ και η Πύλη ανησύχησε. Αποτέλεσμα αυτών των ανησυχιών απ’ την πλευρά των Οθωμανών ήταν να διατάξουν τον Οκτώβριο του 1907 την ανάκλησή του. Κατά την αναχώρησή του, σύσσωμος ο λαός της Δράμας τον συνόδευσε ως τον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Πήγε στην πατρίδα του, την Τρίγλια, αλλά τον Ιούλιο του 1908 οι Οθωμανοί έδωσαν γενική αμνηστεία και ο εξόριστος Ιεράρχης επέστρεψε στην έδρα της Μητροπόλεώς του.

Συνέχισε με αμείωτο ζήλο την εθνική του δράση και το 1909 κτίστηκαν Εκπαιδευτή­ρια στην Προσοτσάνη, όπου στεγάστηκαν η Αστική Σχολή Αρρένων και το Παρθενα­γωγείο. Ακούραστος, άγρυπνος και με ανύστακτη συνείδηση, ο Μητροπολίτης Χρυσό­στομος, προασπιζόταν με όλα τα μέσα που διέθετε και κάτω από αντίξοες συνθήκες, το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων, που δεχόταν τις δίχως τέλος, πιέσεις του εκβουλγαρισμού από το Βουλγαρικό Κομιτάτο, πάντα με τις ευλογίες των Οθωμανών. Η πίεση αυτή των Βουλγάρων είχε αποτέλεσμα, αφού οι Τουρκικές Αρχές απαγόρευσαν στον ιεράρχη να επισκέπτεται τα χωριά, αποκόπτοντάς τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, από το ποίμνιό του. Τούρκοι και Βούλγαροι «συμμάχησαν» και πέτυχαν, για δεύτερη φορά την απομά­κρυνση του Χρυσοστόμου από τη Δράμα τον Ιούνιο του 1909. Ο Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών γύρισε και πάλι στη γενέτειρα πόλη του. Δεν έμεινε, όμως, για πολύ, ως εξόριστος στην Τρίγλια, αφού στις 11 Μαρτίου του 1910 ανέλαβε τα υψηλά καθήκοντα σε μία άλλη σπουδαία έπαλξη. Έγινε Μητροπολίτης στην πρωτεύουσα της Ιωνίας, στην πάγκαλη και μοναδική Σμύρνη. Εκεί εργάστηκε ακαταπαύστως και πρόσφερε σημαντικό ποιμαντικό, εκπαιδευτικό, κοινωνι­κό και εθνικό έργο. Κατά τον πρώτο διωγμό (διαρκούντος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) βοήθησε πολλούς Έλληνες να φύγουν ασφαλείς. Ο Γερμανός Πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη έγραψε γι’ αυτόν: «εξήρθη εις το ύψος του καλύτερου επί γης κληρικού».

Εκδιώχθηκε εκ νέου στις 20 Αυγούστου 1914 στην Κωνσταντινούπολη και επανήλθε στη Σμύρνη μετά την Ανακωχή του Μούδρου, το 1918, όπου και έτυχε παλλαϊκής υποδοχής. Το άστρο του έλαμπε και μεσου­ρανούσε. Όλοι τον δέχονταν ως τον Εθνάρ­χη του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Κι ενώ με την αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού όλα έδειχναν πως το όραμα της Μεγάλης Ιδέας έβαινε προς την πραγμάτωσή του και ο ορίζοντας της Ανατολής γαλάκτωνε και ρόδιζε, ήρθε η Μεγάλη Παρασκευή για τη Μικρασία το 1922.

Ο Χρυσόστομος προσπάθησε να σώσει τη Σμύρνη και τον Ελληνισμό της Ιωνίας. Οι Σύμμαχοι, όμως, και ο δικός μας –δυ­στυχώς– διχασμός, άλλα υπαγόρευσαν. Στον Χρυσόστομο προτάθηκε να φυγαδευτεί και να σωθεί. Αυτός, ως άξιος Ιεράρχης είπε: «Είμαι Ποιμένας και οφείλω να μείνω κοντά στο ποίμνιό μου». Οι Τούρκοι τον κατηγό­ρησαν –επόμενο ήταν– για την όλη στά­ση του. Τον βασάνισαν, τον τύφλωσαν και «εκρεουργήθη», όπως έγραψε το Ελεύθερο Βήμα στην Αθήνα, στις 27 Αυγούστου 1922.

Η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο ως Ιερομάρτυρα και η μνήμη του, μαζί και με τη μνήμη τεσσάρων άλλων σύν αυτώ Αρχιε­ρέων και όσων κληρικών σφαγιάστηκαν τότε, τιμάται την Κυριακή πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταύρου.

Μνημονεύοντάς τον, ας δεηθούμε για την μεσιτεία του στον Ύψιστο υπέρ ημών και της πατρίδας μας.

Στάθης Ηλ. Παρασκευόπουλος

Αναδημοσίευση από περιοδικό «Σύνδεσμος» της Χριστιανικής Στέγης Καλαμάτας, Τεύχος 571, Αυγ. Σεπτ. 2022.

Μαρτυρικό θάνατο βρήκαν το 1922-1923 και οι Μητροπολίτες Κυδωνιών Γρηγόριος Ωρολογάς, Μοσχονησίων Αμβρόσιος Πλειανθίδης, Ζήλων (Αμάσειας Πόντου) Ευθύμιος Αργιτέλης, Ικονίου Προκόπιος Λαζαρίδης. Η αγιοκατάταξη των πέντε μητροπολιτών έγινε από την Εκκλησία το 1993.