Οδός των Πειρατών

Οδός των Πειρατών

Από τον Δημήτρη Βόϊκο

—–

Με τον καιρό…, θα φτάσουμε μεσ’ το παλιό λιμάνι,

και θα διαβούμε τη στενή οδό των πειρατών!

Οι άσπροι τοίχοι έγιναν από την πορσελάνη,

λάφυρο των καιρών και των μεταπρατών.

—-

Τα μεθυσμένα βήματα των πειρατών ακόμη

θε ν’ αντηχούν… – σμίγοντας με φωνές των καπηλειών –

πάνω στις σκούρες πέτρες, που τις έχτισαν λατόμοι,

από το έρμα, πλοίων σάπιων και παλιών.

—-

Και σα να μας κοιτούν από τους μουχλιασμένους τοίχους,

πόρτες στο χρόνο μοιάζουν ξεχασμένες, ανοιχτές –

θα μας τραβούν μ’ ωδές, σε παθιασμένες μάχες … κι ήχους…

και σε ταξίδια…, που δεν πλεύσαμε ποτές!

—-

Θα δούμε άντρες πειρατές σε πλοία καταπέρα,

αναπαμένοι χρόνια τώρα, σε βυθό ρηχό.

Θα μοιάζει, σα να τραγουδούν στο φύσημα τ’ αγέρα

και θ’ αφυπνίζουν μιαν παράξενη ηχώ

—-

με τον Γαρμπή, να παίζει μουσική γλυκά στα ξάρτια

και θα ηχούν αυτά, όπως μιας άρπας τις χορδές…!

Λάφυρα είναι οι ψυχές, επάνω στα κατάρτια

ή προσφορά σ’ αμπάρια κοίλα, σα σπονδές!

—-

Κι όπως σαλπάρανε, πληρώματα μαζί και πλοία

αιώνα τον αιώνα θρυλικής διαδρομής,

μ’ αυτοθυσία με λαφυραγώγηση και λεία,

έτσι θα μοιάζει πως σαλπάραμε κι εμείς…,

—-

σε κάτι μπάρκα…, ικανά να πολλαπλασιάσουν

σε χίλιες περιπέτειες, μια μαλθακή ζωή

και που τους δίνει νόημα, τα κάνει να ευωδιάσουν,

μιας όμορφης γυναίκας… η επιρροή.