Οικογένεια – Οικία Ράλλη

«Οικογένεια Ράλλη – Οικία Ι. Λ. Ράλλη»  

Κείμενο, φωτογραφίες Χρήστου Θανόπουλου

Ανεβαίνοντας την οδό Αγ. Νικολάου και αφού αφήσουμε πίσω μας το θέατρο «Απόλλων» και το Μέγαρο Βελισσαρόπουλου, στρίβουμε στη γωνία και αντικρίζουμε την πλατεία Αγίου Νικολάου (1878–80) με το όμορφο κηπάριο, το Μνημείο του Άταφου Αγωνιστή του 1821 (1888) και τις προτομές των Κασίων εφοπλιστών – ευεργετών Νικολάου και Μηνά Β. Ρεθύμνη. Ο ανηφορικός δρόμος στα δεξιά τιμά τον Χίο έμπορο Λουκά Ράλλη, που ονομαδότησε την Ερμούπολη. Άλλωστε το τρίτο οίκημα στη σειρά, στο νούμερο 4, είναι η οικία της Χιώτικης οικογένειας Ράλλη και ειδικότερα του Ιωάννη Λαυρεντίου Ράλλη.

Το διώροφο αρχοντικό έκτισε (1853–54) ο τέκτων Αναστάσιος Μ. Σαρρής, αρκετά απλό σε σχέση με την προσωπικότητα του αρχικού του ιδιοκτήτη, Φιλικού, πρωτεργάτη του εποικισμού, εμπόρου, ασφαλιστή, δημογέροντα και μετέπειτα δημάρχου. Το αλλοίωσαν η προσθήκη ορόφου και οι σιδεριές στα παράθυρα του ισογείου. Η εγγονή του Ιωάννη, Αικατερίνη Σωκρ. Ράλλη το δώρισε (1951) στην Ιερά Μητρόπολη Σύρου, όπως αναφέρει η μαρμάρινη επιγραφή υπεράνω της κεντρικής εισόδου: ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ Σ. ΡΑΛΛΗ ΤΟΝΔΕ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ ΤΗ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ ΕΥΛΑΒΩΣ ΕΔΩΡΗΣΑΤΟ 1951. Η  Μητρόπολη για πολλές δεκαετίες το χρησιμοποιούσε ως έδρα των διοικητικών γραφείων της. Μετά την μεταστέγαση των γραφείων της στο κόκκινο Μέγαρο Νικ. Ταμβάκου (1852)– Δημ. Βαφιαδάκη (1878), στην οδό Βαφιαδάκη (2005), το κτίριο στέγασε γραφεία κομμάτων και από το 2012 φιλοξενεί την Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Κυκλάδων, Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νοτίου Αιγαίου (Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού).

Το κτίριο είναι γνωστό για τις αξιόλογες τοιχογραφίες του. Οι πλέον διάσημες βρίσκονται στην οροφή του πρώτου δεξιά δωματίου του ισογείου. Τέσσερα πλοία στις γωνίες, μέσα σε κυκλικά ανθεμωτά πλαίσια και ο Ποσειδώνας με το άρμα του στο κέντρο της οροφής. Υπέροχη η περιστρεφόμενη ξύλινη κλίμακα ανόδου στον πρώτο όροφο και η οροφογραφία σε απομίμηση φατνωμάτων. Αξιοσημείωτες και οι οροφογραφίες σε δύο από τα δωμάτια του πρώτου ορόφου. Στο ένα η διάταξη των τοιχογραφιών είναι όπως στο ισόγειο, μόνο τα θέματα αλλάζουν. Σκηνές με πουλιά υπάρχουν στις τέσσερις γωνίες της οροφής, μέσα σε κυκλικά και πάλι πλαίσια και στο κέντρο της οροφής δεσπόζει ο Ήλιος με το άρμα του. Στο δεύτερο δωμάτιο, διαστάσεων 4,63 x 6,12 μ., η οροφή χωρίζεται σε ορθογώνια και καμπυλό-γραμμα γεωμετρικά σχήματα, διακοσμημένα με πλοχμούς, φυτικά κοσμήματα και μυθικά όντα, πουλιά μαζί με διακοσμητικά μοτίβα και άνθη, σε πολύ απαλά και ωραία χρώματα, όπως στο αρχοντικό της οδού Βαφιαδάκη 15, που λειτουργεί ως ξενώνας πολυτελείας.

Η συνοικία Βαπόρια δημιουργήθηκε από το πρώτο ηγετικό στρώμα της Ερμούπολης, τις μεγαλοαστικές οικογένειες των Ράλλη, Ροδοκανάκη, Πετροκόκκινου, Ψύχα, Νεγρεπόντη, με ρίζες από Χίο, Βυζάντιο, Σμύρνη, Ψαρά, Μακεδονία, κ.α. Διάλεξαν την ανατολική πλευρά της πόλης, την καλύτερη από υγειονομική άποψη. Τα σπίτια της περιοχής ανήκουν σε τρεις γενιές, πρώτη γενιά έως το 1840, δεύτερη έως το 1870 και τρίτη γενιά 1870–1880. Κάποιοι έφυγαν, κάποιοι έμειναν. Οι τελευταίοι της τρίτης γενιάς τόνισαν τα πλούτη τους, με τον περίτεχνο εξωτερικό διάκοσμο και τις ολομάρμαρες επενδύσεις. Στον μεσοπόλεμο οι απόγονοι έφυγαν από την Ερμούπολη, νοικιάζοντας τα σε ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους, δικηγόρους ή δωρίζοντας τα σε Δήμο ή κράτος και στέγαζαν δημόσιες υπηρεσίες.

Η οικογένεια Ράλλη και γενικότερα οι Χίοι έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ιστορία της Ερμούπολης. Η καταστροφή της Χίου (Απρίλιος 1822), της πλουσιότερης νήσου του Αιγαίου με τους 100.000 κατοίκους, ήταν μία συμφορά άνευ προηγουμένου, από την οποίαν γλίτωσαν μόλις το 1/3 των κατοίκων της. Οι Χίοι πρόσφυγες διέφυγαν στην ελεύθερη Ελλάδα (Τήνο, Μύκονο, Κέα, Ψαρά, Πελοπόννησο, Πειραιά) και στην Δυτική Ευρώπη, στις ακμάζουσες παροικίες Χίων εμπόρων. Οι περισσότεροι Χίοι τελικά εγκαταστάθηκαν στην Σύρο, ιδανικό τόπο εμπορίου. Ήρθαν σε τέσσερα κύματα: 1821, 1822 (158 άτομα), 1823 (8.000 άτομα ή 110 οικογένειες, όπως η οικογένεια Αντωνίου Μπενάκη, Ευστράτιου Νεγρεπόντη, Ιακώβου Ράλλη, Λουκά Ράλλη και ο Ιωάννης Λαυρεντίου Ράλλης), 1824 (οικογένεια Σταματίου Πρωΐου, Ιωάννου Πρασσακάκη, Στεφάνου Ζυγομαλά, Ζαννή Πετροκόκκινου, Νικολάου Ράλλη, Δημητρίου Βαφιαδάκη).

Η Ερμούπολη, πόλη των προσφύγων, κατέστη σε διάστημα λίγων ετών η κυριότερη εστία ανάπτυξης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, σταυροδρόμι, της Ανατολικής Μεσογείου. Οι πάροικοι της νέας πόλης προέρχονταν από Χίο, Σμύρνη, Κυδωνιές, Μοσχονήσια, Κωνσταντινούπολη, Μακεδονία, Ύδρα, Ρόδο, Θεσσαλία, Κρήτη, Κάσο, Ψαρά, Θράκη, Επτάνησα, Σπέτσες, Πελοπόννησο, κ.α. Ο αστικός χαρακτήρας της Ερμούπολης πήγαζε από τις ενέργειες, δραστηριότητες, νοοτροπίες, συμπεριφορές των παροικιακών κοινοτήτων της Σύρου, που με τον δυναμισμό και τις πρακτικές τους ανέδειξαν την νέα τους πατρίδα σε αδιαφιλονίκητη οικονομική πρωτεύουσα της Ελλάδος. Οι παροικιακές κοινότητες λειτουργούσαν ανταγωνιστικά και κάποιες φορές δεν έλειψαν οι συγκρούσεις. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1830 σχηματίστηκαν στην Ερμούπολη δύο παρατάξεις, η χιακή («Λέσχη Ερμής») και η αντιχιακή («Λέσχη Ερμουπολιτών»), οι οποίες τελικά ενώθηκαν και ιδρύθηκε η «Λέσχη Ελλάς» (1861). Η υπεροχή του χιακού στοιχείου στην Ερμούπολη, που έως το τέλος του 19ου αιώνα αποτελούσε το 1/3 του συνολικού της πληθυσμού, γίνεται εμφανής από την συνεχή παρουσία Χίων δημάρχων: Ν. Πρασακάκης (1837–1840) και (1848–1850), Ιωάννης Λαυρεντίου Ράλλης (1843–1846), Αμβρόσιος Δαμαλάς (1853–1862), Δημήτριος Βαφιαδάκης (1870–1887) και (1895–1898), Κωνσταντίνος Τσιροπινάς (1887–1895). Εκτός από τον Δήμο Ερμουπόλεως οι Χίοι κατόρθωσαν να ελέγχουν το Εμπορικό Επιμελητήριο, το σημαντικότερο θεσμικό όργανο της εμπορικής κοινωνίας. Χίοι μεγαλέμποροι-κεφαλαιούχοι επένδυσαν και χρηματοδότησαν την ανάπτυξη της ναυτιλίας και των ναυπηγείων, μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Το εμπορικό δίκτυο εξήντα χιακών οικογενειών, περιλαμβάνει λιμάνια της Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας και της Αγγλίας. Οι Χίοι αλληλοϋποστηρίζονται και πραγματοποιούν επωφελείς επιγαμίες μεταξύ τους.

Η πιο ισχυρή οικογένεια του «Χιακού Δικτύου» είναι οι Ράλληδες. Με ρίζες στο Βυζάντιο, ένας κλάδος της οικογενείας είχε εγκατασταθεί τον 16ο αιώνα στην Χίο. Ο «Οίκος των αδελφών Ράλλη» είχε ιδρυθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1800, με έδρα πρώτα την Σμύρνη και αργότερα το Λονδίνο. Η εταιρεία αναδιοργανώθηκε και επεκτάθηκε έως τις αρχές του 20ου αιώνα, εμπορευόμενη, σιτηρά, υφάσματα, βαμβάκι, προϊόντα  της Ινδίας, με υποκαταστήματα πλην της Ευρώπης και σε Περσία, Ινδία, Η.Π.Α. Την δεκαετία του 1830 πλέον δραστήρια μέλη ήταν ο Ιωάννης Λαυρεντίου Ράλλης και ο Λουκάς Ράλλης.

Ο  Λουκάς Ράλλης (1794-1879) αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο σε Οδησσό και Κωνσταντινούπολη. Έφθασε στην Σύρο με τους γονείς του το 1823. Δραστηριοποιήθηκε δυναμικά στην Ερμούπολη από το 1828–1836. Πρωτοστάτησε σε κάθε εθνική, κοινωνική, πολιτιστική εκδήλωση της Σύρου. Οργάνωσε την εμπορική τάξη της Σύρου και προκάλεσε την συγκρότηση Συνελεύσεως, για την αναγνώριση του νέου οικισμού σε αυτόνομη κοινότητα, την οποία και ονοματοδότησε στην Συνέλευση του Ι. Ν. Μεταμορφώσεως Σωτήρος (1826), παρουσία του εκπροσώπου της Κυβερνήσεως Δρόσου Μανσόλα. Ίδρυσε δική του εταιρεία υπό την επωνυμία «Λουκάς Ράλλης & Σία», από τις πρώτες που ίδρυσαν και τμήμα ασφαλειών («Φιλεμπορική Ασφάλεια»). Επιδόθηκε στο εμπόριο υφασμάτων, τα οποία προμηθευόταν κυρίως από το Μάντσεστερ. Αποτελούσε μέλος ενός ευρύτατου εμπορικού δικτύου, συνεργαζόμενος με τους αδελφούς του, Ζαννή (Οδησσός), Αυγουστίνο (Μασσαλία), Παντιά (Λονδίνο), Τομαζή (Κωνσταντινούπολη) και Ευστράτιο (Λίβερπουλ). Εξελέγη Δημογέρων Χίου και την αντιπροσώπευσε στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Συμμετείχε ενεργά στην αποτυχημένη εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου (1827), η οποία αποτέλεσε αιτία έντονης τριβής με τον Καποδίστρια.  Διορίστηκε από τον Καποδίστρια Πρόεδρος του Ανεκκλήτου Δικαστηρίου Πελοποννήσου (1830). Ήλθε σε ρήξη με τον κυβερνήτη, παραιτήθηκε από το αξίωμα, επέστρεψε στην Σύρο και πρωτοστάτησε στην αντικαποδιστριακή στάση στην Σύρο (1831). Εκλέχτηκε Δημογέρων Ερμουπόλεως (1832) και διορίστηκε συνδικαστής στο Εμποροδικείο Σύρου. Το 1836 αναχώρησε για τον Πειραιά, διαβλέποντας ότι εκεί αναδύονται νέες ευκαιρίες και θα γίνει ο επόμενος επιχειρηματικός κόμβος. Επιδόθηκε με τον ίδιο ζήλο στην δημιουργία του μελλοντικού πρώτου λιμανιού της χώρας και εξελέγη κατ´επανάληψη δημοτικός σύμβουλος και αργότερα δήμαρχος Πειραιά (1855-1866).

Ο Θεόδωρος Ράλλης υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους εμπόρους της Χίου και αργότερα της Σύρου. Πριν την καταστροφή της πατρίδος του είχε παραμείνει στην Ύδρα, στην κοινότητα της οποίας παρέσχε σημαντικό άτοκο δάνειο. Το 1823 μετοίκησε στην Σύρο. Συνεργάστηκε με τον Λουκά Ράλλη και τον Ιωάννη Λαυρεντίου Ράλλη και συνέστησαν την εταιρεία «Ι. Ράλλης & Σία» (1824).

Άλλο μέλος του δικτύου των Ράλληδων ήταν ο Ιωάννης Αμβροσίου Ράλλης, έμπορος, ασφαλιστής (ιδρυτής της εταιρείας «Φίλοι Ασφαλιστές», την ίδια εποχή που ο Νικ. Πρασακάκης ίδρυσε την ασφαλιστική εταιρεία «Φοίνιξ») και πλοιοκτήτης. Μετέφερε προϊόντα από το λιμάνι της Σύρου στην Βοστώνη των Η.Π.Α., με το ιδιόκτητο ατμόπλοιο «Αμβρόσιος», ήδη από το 1837. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλλάδος στην προσπάθεια της να διεισδύσει στην αγορά της Ερμούπολης, ίδρυσε «Πρακτορείο» (1845) με πρώτο διευθυντή (πράκτορα) του Ιωάννη Αμβροσίου Ράλλη και σύμβουλο τον Ν. Γιαγτζή. Το 1847 το πρακτορείο ανέστειλε τις εργασίες του για ένα χρόνο. Η Τράπεζα εδραίωσε την θέση της και ίδρυσε υποκατάστημα το 1856, μετά την ευρωπαϊκή κρίση (1848) και τον Κριμαϊκό πόλεμο (1854– 1856).

Ο Ιωάννης Λαυρεντίου Ράλλης, ιδιοκτήτης του προαναφερόμενου μεγάρου, εθεωρείτο ο πατριάρχης της οικογενείας Ράλλη. Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και διατηρούσε προσωπικές σχέσεις και δεσμούς με τους περισσότερους ταγούς της Ελληνικής Επανάστασης και ιδιαιτέρως με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Απολάμβανε τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων των Χίων. Με την κήρυξη της Επανάστασης του 1821, κατήλθε στην Πελοπόννησο, έλαβε μέρος σε συνελεύσεις – συσκέψεις στα Τρίκορφα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης του ανέθεσε να περιέλθει τα νησιά του Αιγαίου για στρατολόγηση ανδρών. Δεν πρόλαβε να φέρει εις πέρας το έργο του, λόγω του επελθόντος χειμώνα και της καταστροφής της Χίου. Τελείως κατεστραμμένος ήλθε με την οικογένεια του ως πρόσφυγας, πρώτα στην Τήνο και μετά στην Σύρο. Συνέστησε ένα από τα παλαιότερα ασφαλιστικά καταστήματα. Διετέλεσε δήμαρχος Ερμουπόλης (1843–1846) και φρόντισε για την κατασκευή υδραγωγείου και μεταφορά νερού στην Ερμούπολη.

Οι Χίοι συνέβαλαν αποφασιστικά στην ίδρυση και ανάπτυξη της Ερμούπολης, περισσότερο από κάθε άλλη παροικιακή κοινότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ακμή της Ερμούπολης συνταυτίζεται με την αντίστοιχη κυριαρχία του επονομαζόμενου «Χιώτικου Δικτύου» (1830–1860). Άλλωστε το διεξαγόμενο εμπόριο στην Σύρο, την περίοδο 1833-1842, αντιπροσωπεύει ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού εμπορίου της χώρας. Η υποκατάσταση του «Χιώτικου Δικτύου» από το αντίστοιχο «Ιόνιο», συνεπιφέρει και την σταδιακή απώλεια του ηγεμονικού ρόλου της Ερμούπολης, από το 1870 και μετά.

Βιβλιογραφία:

Αγριαντώνη Χριστίνα, Φενερλή Αγγελική, Ερμούπολη – Σύρος, Ιστορικό Οδοιπορικό, Β΄ έκδοση, σελ. 92, 53, 103, 195, Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης της Ερμούπολης, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 2000 

‒  Κουφοδήμος Απόστολος, Χιώτες Πρόσφυγες στην Σύρο, Η Συμβολή τους στη δημιουργία και στην οικονομική ανάπτυξη της Ερμούπολης, σελ. 11-12, 17-20, 52-53, 58-59, 92, 102-104, Έκδοση: Θεατρικός Πολιτιστικός Όμιλος Σύρου Απόλλων, Αύγουστος 2016     

– Τραυλός Ιωάννης, Κόκκου Αγγελική, Ερμούπολη, σελ. 45, 71, 95-96, Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1980

– Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, τόμος 11ος, σελ. 74-75, Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, Εγκυκλοπαιδικαί Εκδόσεις Ε.Ε., Αθήναι 1965

–  Ξανθάκης Γιώργος, Χίος και Σύρος: Μια ειδική σχέση, www.politischios.gr/parelthon/khioskaisurosmiaeidikeskhese/ 9/3/20

Από την εσωτερική τοιχογραφία

previous arrow
next arrow
Slider