Παρουσίαση του βιβλίου της Ρόζας Φρέρη,

Παρουσίαση του βιβλίου της Ρόζας Φρέρη,

Παρουσίαση του βιβλίου της Ρόζας Φρέρη,

«Ντελλαγκράτσια – Ποσειδωνία, Ακούγοντας τον τόπο μου» 

  

Κείμενο-φωτογραφίες: Χρήστου Θανόπουλου

Την Τρίτη 17 Αυγούστου 2021 στον μαγευτικό κήπο της Έπαυλης Τσιροπινά (πρώην Δημαρχείο Ποσειδωνίας), έγινε η παρουσίαση του βιβλίου της Ρόζας Φρέρη «Ντελλαγκράτσια – Ποσειδωνία, Ακούγοντας τον τόπο μου» των εκδόσεων «Εν Σύρῳ, Σελεφάϊς» (σελίδες 271), παρουσία ακροατηρίου 215 ατόμων.

Το βιβλίο προλόγισε η ιστορικός κ. Μαρία – Θηρεσία Δαλεζίου, η οποία είχε και την επιμέλεια της έκδοσης. Συντονίστρια ήταν η κ. Ειρήνη Δράκου. Αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασαν η λογοτέχνης κ. Λουκρητία Δούναβη και η ηθοποιός κ. Νένα Μεντή. Τον λόγο έλαβαν επίσης ο ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, κ. Χρήστος Λούκος και ο κ. Αλέξης Αθανασίου, χωρικός Αντιδήμαρχος της προηγούμενης αυτοδιοικητικής αρχής. Τελευταία μίλησε η συγγραφέας κ. Ρόζα Φρέρη, η οποία υπηρέτησε επί 38 έτη στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση του Νομού Κυκλάδων, ως μετεκπαιδευμένη νηπιαγωγός και επί 5 έτη υπεύθυνη Πολιτιστικών του νομού. Σήμερα είναι συνταξιούχος και ασχολείται με τη λαογραφία. Τα τραγούδια της κ. Ελπίδας Γαδ  διάνθισαν την εκδήλωση.

Το βιβλίο είναι ο καρπός πολύχρονης συστηματικής προσπάθειας καταγραφής λαογραφικών στοιχείων της περιοχής, πληροφορίες που αφορούν τον τρόπο ζωής, τα αρχοντικά και την ιστορία τους. Το βιβλίο έχει την εξής δομή. Μετά τον πρόλογο του Δημάρχου κ. Νίκου Λειβαδάρα, γίνεται αναφορά στην ιστορία της Σύρου και της Ποσειδωνίας (από τον 19ο αιώνα). Ακολουθεί η περιγραφή της ζωής των κατοίκων της Ποσειδωνίας, που αφορά κυρίως τους πρώτους οικιστές (χωρικούς), την κατοικία τους, τις ασχολίες, τις μέρες γιορτής, τα χοιροσφάγια, την εκπαίδευση, τη θρησκευτική ζωή και τέλος τους παραθεριστές. Δύο κεφάλαια πραγματεύονται: Των πολέμων τα δεινά (Μικρασιατική Καταστροφή, Κατοχή) και τα Αρχοντικά και άλλα διατηρητέα κτίσματα. Τέλος, υπάρχουν τα παραρτήματα με παράθεση αρχειακού υλικού. Παρεμβάλλονται αφηγήσεις ζωής, κυρίως υπερηλίκων, από τους οποίους κάποιοι έχουν φύγει πλέον από τη ζωή. Η κ. Ρόζα Φρέρη προσπαθεί να διασώσει τις μνήμες, την ιστορία, τις παραδόσεις του τόπου, πριν αυτά χαθούν, μαζί με αυτούς που φεύγουν από κοντά μας.

Η κ. Μαρία – Θηρεσία Δαλεζίου περιέγραψε τα κεφάλαια και υποκεφάλαια του βιβλίου. «…Το κείμενο είναι πλαισιωμένο από φωτογραφίες, κάποιες καλλιτεχνικές, κάποιες περιγραφικές της εποχής … Η Ρόζα Φρέρη πήρε 93 συνολικά συνεντεύξεις, καταγεγραμμένες στη συριανή ντοπιολαλιά, την οποία οι νεότερες γενιές σύντομα δεν θα κατανοούν. Κάποιες μαρτυρίες είναι χειμαρρώδεις. Κάποιες έχουν ύφος λογοτεχνικό, σχεδόν ποιητικό … Αναλύονται οι σχέσεις χωρικών – παραθεριστών, οι οποίες είναι ως επί το πλείστον αρμονικές. Οι σχέσεις των ανθρώπων με το φυσικό τοπίο, τα αγαθά του, με το δομημένο τοπίο … Μαθαίνουμε να ξεχνάμε. Πρέπει να ακούμε τη μνήμη των άλλων, για να είμαστε σε θέση να ακούσουμε τη δική μας μνήμη (Λουϊζίνι) …»

Ο κ. Χρήστος Λούκος, ο οποίος με ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών του Πανεπιστημίου Κρήτης και άλλων ιδρυμάτων έχει ταξινομήσει και μελετήσει τα διασωθέντα αρχεία κοινοτήτων της Σύρου (Βάρης, Μάννα, Ποσειδωνίας, κ.α.) ανέφερε: «… Η κ. Φρέρη χρησιμοποιεί τις προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων, πράγμα που εμείς οι ιστορικοί αποφεύγουμε … Οι χωρικοί και οι πλούσιοι παραθεριστές ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, υπάρχει πολυμορφία, σχέσεων … Η ιστορία των αρχοντικών έχει βασιστεί στις συνεντεύξεις απογόνων των αρχικών ιδιοκτητών …»

Ο κ. Αλέξης Αθανασίου σχολίασε ότι: «… Το υλικό των συνεντεύξεων είναι πολύτιμη πρωτογενής πληροφορία, η οποία καταγράφηκε, διαφορετικά θα είχε χαθεί … Οι φωτογραφίες επίσης είναι πηγή άφθονων πρωτογενών πληροφοριών. Η φωτογραφία είναι φορέας της ιστορίας τού σήμερα. Ο Μάνος Ελευθερίου έλεγε: «Κάθε μέρα τραβάτε φωτογραφίες» … Οι αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα να μην έχουν selfies, αλλά παλιές φωτογραφίες, για να διασώζεται η ιστορία του τόπου μας … Ο Μπάμπης Κουλούρας έχει καταγράψει (βιντεοσκοπήσει) πολλές ώρες γεγονότων …»

Η κ. Ρόζα Φρέρη, ευχαρίστησε τους ομιλητές και τους ακροατές. Απηύθυνε θερμές ευχαριστίες  στους κυρίους Λειβαδάρα και Αθανασίου, που την παρότρυναν να γράψει το βιβλίο, για να διασωθεί η ιστορία της Ποσειδωνίας. «… Ήταν ένα όμορφο ταξίδι, γεμάτο πόνο, αγάπη, συμπόνια … Ο Δήμος Σύρου – Ερμούπολης διέθεσε το κεφάλαιο για την έκδοση του βιβλίου σε 1.000 αντίτυπα. Τα 500 θα διατεθούν από τον Δήμο και τα υπόλοιπα 500 θα διατεθούν από τις εκδόσεις Εν Σύρῳ, Σελεφάϊς …»

Τον επίλογο της βραδιάς έγραψε η κ. Ελπίδα Γαδ, με ένα τραγούδι. Ακολούθησαν παραδοσιακά κεράσματα. Ανάμεσα στο πολυπληθές ακροατήριο παρέστησαν ο Δήμαρχος κ. Νίκος Λειβαδάρας, η Αντιδήμαρχος Πολιτισμού κ. Αλίκη Λεονταρίτη, ο κ. Θάνος Θραψιάδης, η κ. Ευαγγελινή Γλυνού και ο κ. Βαμβακόπουλος, ο κ. Χαράλαμπος Μπαρουτάκης, η κ. Νινέττα Κοντογεώργη, η κ. Ντίνα Συκουτρή – Ανδρειωμένου, ο κ. Χρήστος Θανόπουλος.

Πρόκειται για ένα μοναδικό βιβλίο, που συστήνουμε ανεπιφύλακτα σε όλους να το διαβάσουν. Εκτός από τα πολύτιμα λαογραφικά στοιχεία, παρατίθεται και η ιστορία όλων των θαυμάσιων αρχοντικών (Ψιακή, Ποτού, Γεωργιάδη–Κουλούρη, Λαδόπουλου–Ηπιώτη, Φουστάνου, Καμπάνη, Ασημομύτη, Αράγκη, Βαλμά, Τσιροπινά, κ.α.), της Λέσχης Ποσειδωνίας (ιδρυθείσας το 1922) και του Ξενοδοχείου Φετουρή. Υπέροχες, οι παλιές κυρίως, φωτογραφίες που κοσμούν την έκδοση.

«… Το σπίτι μας στην αρχή ήτανε σαν όλα τα σπίτια του χωριού, μια κάμαρα, μια κουζίνα και μια μεγάλη σάλα για τις βαφτίσεις, αργότερα ο μπαμπάς μου ήκαμε μια κάμαρα ακόμα και ημεγάλωσε τη κουζίνα για να χωρούμε να τρώμε όλοι μαζί. Στη κουζίνα ήτανε το τζάκι και ο φούρνος, από τα ξύλα γινότανε όλα μες στη μούτζα κι ήπρεπε να ασπρίζουμε κάθε Σάββατο (κοντά στο φούρνο και το τζάκι). Για να πλύνουμε ηπηαίναμε στη στέρνα στον μπαξέ. Εκεί είχε ένα μεγάλο κιούπι που ήριχνε αποβραδίς η μάνα μου τη στάχτη για να γίνει η αλουσιά (αλισίβα), το πρωί ησαπούνιζε τα ρούχα με πράσινο σαπούνι και τ’ άφηνε να φουσκώσουν. Πιο αργά ηπήαινε να τα τρίψει στις πλύστρες της στέρνας. Μας έστερνε να κουβαλήσουμε νερό απ’ το πηγάδι ή απ’ το σχολείο στο δρόμο και το πιο πολύ το χύναμε κι όλο φώναζε η καημένη η μάνα μου: «Ελάτε, βρε παιδιά, πού είσαστε, πότε θα ’ρχετε;»

(Μαρτυρία κυρίας Αντωνέττας Ι. Ρηγούτσου)

previous arrow
next arrow
Slider