Πώς μάθαιναν οι Έλληνες γράμματα

Πώς μάθαιναν οι Έλληνες γράμματα

 από την Άλωση μέχρι την Επανάσταση, 1453 – 1821 

Κείμενο και φωτογραφίες από τον Χρήστο Θανόπουλο

Περιοδική έκθεση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), στο Παλαιό Χρηματιστήριο

Στο κτίριο της  οδού Πεσμαζόγλου 1, στο κέντρο της Αθήνας, στεγάστηκε το Ελληνικό Χρηματιστήριο από το 1891 έως το 1934. Ήταν μέρος του προγράμματος εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους του Χαρίλαου Τρικούπη. Το κτίριο πέρασε από διάφορες χρήσεις και περιπέτειες. Κατά τη δεκαετία του 1990, όταν πρόεδρος του ΧΑΑ ήταν ο καθηγητής Ε. Ξανθάκης, ανέθεσε κατόπιν διαγωνισμού προσφορών την μελέτη και αποκατάσταση του μοναδικού μνημείου, που ανήκει πλέον στην Εθνική Τράπεζα. Το εσωτερικό του κτιρίου θυμίζει γαλλικό παλάτι, με τις υπέροχες τοιχογραφίες σε απομίμηση μαρμάρου, την οροφογραφία με τα ανθέμια, τις φυτικές παραστάσεις και το μετάλλιο με το θεό του εμπορίου Ερμή, τα ζεύγη καρυάτιδων ανάμεσα στα τοξωτά ανοίγματα που στηρίζουν την οροφή, τα θαυμάσια πλακάκια του δαπέδου.

Η ελληνική γλώσσα και παιδεία διατηρήθηκαν κατά τους τέσσερις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας. Οι Οθωμανοί δεν παρεμπόδιζαν την ίδρυση ελληνικών σχολείων. Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), μετά τη νίκη των Αυστριακών κατά των Οθωμανών και η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), μετά τη νίκη των Ρώσων επί των Οθωμανών, δίνουν ώθηση στην εμπορική και οικονομική ανάπτυξη των Ελληνικών πληθυσμών στην ηπειρωτική Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και όπου αλλού ζούσαν Έλληνες, προάγοντας κατά συνέπεια και την ελληνική παιδεία.

Ο Δοσίθεος πατριάρχης Ιεροσολύμων αναφέρει (1698), ότι: «Ώρισεν η Αγία Σύνοδος, έκαστον επίσκοπον εν τη εαυτού παροικία φροντίδα και δαπάνην την δυναμένην ποιείν, ώστε τα θεία και ιερά γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθείν δε κατά δύναμιν τοις εθέλουσι διδάσκειν και τοις μαθείν προαιρουμένοις». Το 1593 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναλαμβάνει πρωτοβουλία για την ίδρυση και λειτουργία σχολείων σε κάθε Επισκοπή και Μητρόπολη της δικαιοδοσίας. Άρα το «Κρυφό Σχολειό» είναι ένας μύθος. Υπήρξε σχολειό, αλλά δεν ήταν κρυφό και ο ρόλος της εκκλησίας ήταν τεράστιος στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας στα τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς. Το «κοινόν σχολείον» ή «σχολείον των ιερών γραμμάτων» προσφέρει βασικές γνώσεις, ανάγνωση γραφή και αριθμητική. Ομάδες 10–15 μαθητών διδάσκονται από έναν δάσκαλο, (συνήθως κληρικό ή μοναχό), στο σπίτι του, σε χώρο της εκκλησίας ή στο ύπαιθρο και μαθαίνουν τα πρώτα τους γράμματα (κολοβογράμματα ή κολλυβογράμματα). Τα μαθήματα γίνονται μετά τη δύση του ήλιου, όταν έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος εργασιών της ημέρας. Χρησιμοποιούνται η «Χρήσιμος Παιδαγωγία» (αλφαβητάρι της Τουρκοκρατίας) και λειτουργικά βιβλία (Οκτώηχος, Ψαλτήρι, κ.α.). Ο μέσος τύπος σχολείων ήταν το «σχολείο των ελληνικών γραμμάτων» ή «ελληνικόν σχολείον». Εξοικείωνε τους μαθητές με την αρχαία ελληνική γλώσσα, μέσω της διδασκαλίας γραμματικής, συντακτικού, μελέτης κειμένων, θεματογραφίας. Τα «μαθηματάρια» ήταν τα βασικά εγχειρίδια διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας. Επίσης, χρησιμοποιούνταν και τα εκκλησιαστικά βιβλία. Κάποια σχολεία πρόσφεραν και ανώτερο κύκλο σπουδών, με φιλοσοφικά και επιστημονικά μαθήματα. Όταν η παιδεία οργανώθηκε καλύτερα, ιδρύθηκαν σχολές που περιλάμβαναν και τους τρεις κύκλους σπουδών και έφεραν την ονομασία: Φροντιστήριον, Παιδαγωγείον, Ελληνομουσείον, Λύκειον, Ακαδημία, Γυμνάσιον. Από τον 17ο αιώνα εύποροι της διασποράς, εκκλησιαστικοί παράγοντες, Φαναριώτες ηγεμόνες, συντεχνίες, κοινότητες, και άλλοι, ανίδρυσαν Σχολές στον ελλαδικό χώρο και αλλού, όπου ζούσαν Έλληνες. Διευθυντής της σχολής είναι ο «σχολάρχης» και καταρτίζει το εκπαιδευτικό πρόγραμμα μαζί με τους διδάσκοντες. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει λογική, φιλοσοφία, θεολογία, αριθμητική, μαθηματικά. Η σχολή λειτουργεί σε εκκλησία ή μονή ή μισθωμένο ή νεοανεγερθέν κτίριο. Βρίσκεται συνήθως εκτός του κέντρου της πόλεως, είναι διώροφο κτίριο, περίκλειστο, ομοιάζει με μονή. Έχει σχήμα Π, με αυλή, βρύση, σιταποθήκες, βοηθητικούς χώρους, κουζίνα, δωμάτια μαθητών στο ισόγειο και αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκη, δωμάτια διδασκόντων στον 1ο όροφο. Από τις πιο γνωστές σχολές είναι η «Πατριαρχική Σχολή» στην Κωνσταντινούπολη, η «Αθωνιάδα Ακαδημία» στον Άθω, το «Φλαγγινιανό Φροντιστήριο» της Βενετίας, οι «Ηγεμονικές ή Αυθεντικές Σχολές» σε Βουκουρέστι και Ιάσιο, η «Πατμιάς Σχολή» στην Πάτμο, η «Ευαγγελική Σχολή» και το «Φιλολογικόν Γυμνάσιον» στη Σμύρνη, το «Ελληνομουσείον» στη Ζαγορά, η «Σχολή Γκιούμα», η «Καπλάνειος» και η «Μαρουτσαία Σχολή» στα Ιωάννινα, η Σχολή του Παναγίου Τάφου «Κοινόν Παιδευτήριον του Αρχιπελάγους» στη Σίφνο, το «Φιλολογικό Γυμνάσιο» στη Χίο, η «Ελληνική Σχολή» στη Λεμεσό και Λευκωσία, η «Νέα Ακαδημία» στη Μοσχόπολη, η «Στοά», «Ελληνικόν Μουσείον», «Σχολή της Κομπανίας» στην Κοζάνη, η «Σχολή Ντέκα» στην Αθήνα, «Σχολή Κυρίτζη» στην Καστοριά. Υπήρχαν επίσης, σχολές σε: Δημητσάνα, Πάτρα, Ζάκυνθο, Κέρκυρα, Άγραφα, Τύρναβο, Αμπελάκια, Μηλιές, Θεσσαλονίκη, Σιάτιστα, Κυδωνιές. Σπουδαίοι δάσκαλοι του Γένους, κάποιοι υπέρμαχοι του Διαφωτισμού, που σχετίζονταν με τον Αδαμάντιο Κοραή, προκάλεσαν αναγέννηση της πνευματικής ζωής, προετοιμάζοντας τον αγώνα για την ελευθερία. Ανάμεσά τους είναι οι: Θεόφιλος Κορυδαλέας, Θεόδωρος Ανθρακίτης, ο επίσκοπος Τρίκκης Κωνστάντιος, ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, Άνθιμος Γαζής, Δημήτριος Δανιήλ Φιλιππίδης, Ευγένιος Βούλγαρης, Κωνσταντίνος Οικονόμος, Γεώργιος Κονταρής, Ιώσηππος Μοισιόδαξ, Νεόφυτος Βάμβας, και φυσικά ο πρωτεργάτης και πρωτομάρτυρας της Επανάστασης Ρήγας Φεραίος.

Στο διαδραστικό φωτεινό πίνακα, όπου είναι καταγεγραμμένα όλα τα ελληνικά σχολεία, δεν γίνεται αναφορά στα καθολικά σχολεία που λειτουργούσαν στη Σύρο, των Καπουτσίνων μοναχών από το 1633 και των Ιησουιτών μοναχών από το 1744, για την εκπαίδευση των αγοριών, καθώς και των Ουρσουλινών μοναχών από το 1745, για την εκπαίδευση των κοριτσιών. Άλλα σχολεία υπήρχαν επίσης σε Τήνο, Νάξο, κ.α.

Το 1593 η Ελληνική Αδελφότητα της Βενετίας ίδρυσε σχολείο «ελληνικών και λατινικών γραμμάτων», για το οποίο η Αδελφότητα λάμβανε ετήσια βοήθεια από το ενετικό κράτος. Από το 1665 ιδρύθηκε το «Φλαγγινιανό Φροντιστήριο της Βενετίας», χάρη στο κληροδότημα του Κερκυραίου  εύπορου δικηγόρου και εμπόρου της Βενετίας Θωμά Φλαγγίνη (1573-1648). Οι Έλληνες μαθητές μετά την αποφοίτηση τους μπορούσαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας και να στελεχώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους ελληνικούς εμπορικούς οίκους των τουρκοκρατούμενων περιοχών. Η Σχολή παρέμεινε κλειστή το διάστημα 1797 έως 1824. Οριστικά έκλεισε τον κύκλο της στις αρχές του 20ου αιώνα. Σήμερα στο κτίριο στεγάζεται το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, δίπλα στον Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων.

Τον 17ο αιώνα ιδρύθηκε η «Σχολή Γκιούμα» (αργότερα Μπαλαναία) με χορηγία του Γιαννιώτη εμπόρου στη Βενετία Εμμανουήλ Γκιούμα. Στη Σχολή δίδαξε ο κληρικός και περίφημος μαθηματικός Μπαλάνος Βασιλόπουλος. Στις αρχές του 19ου αιώνα ένα νεωτερικό πνεύμα διαπερνά την εκπαιδευτική δραστηριότητα των Ιωαννίνων, που έφερε τη σφραγίδα του Αθανασίου Ψαλίδα. Ο τελευταίος δίδαξε στην «Μαρουτσαία Σχολή», που είχε ιδρυθεί στη θέση της «Καπλανείου Σχολής» και εισήγαγε την διδασκαλία νέων μαθημάτων και ξένων γλωσσών.

Η «Αθωνιάδα Ακαδημία» ιδρύθηκε με σιγγίλιο του πατριάρχη Κύριλλου Ε΄, στα μέσα του 18ου αιώνα και είχε πρόγραμμα σπουδών (ελληνικών γραμμάτων, λογικών, φιλοσοφικών και θεολογικών επιστημών),  ανάλογο με αυτό που ίσχυε σε σχολές εκτός Αγίου Όρους. Το μεγαλοπρεπές κτίριο 2.500 τ.μ., κτίστηκε εγγύς της Μονής Βατοπαιδίου, διέθετε 170 μικρά δωμάτια για τη στέγαση των μαθητών, διαμέρισμα για τον σχολάρχη, βιβλιοθήκη, κοινόχρηστους χώρους και υδραγωγείο. Δεχόταν μαθητές, ανεξάρτητα από το αν σκόπευαν να ιερωθούν ή να μονάσουν. Μετά την πρώτη τετραετή (1749-1753) σχολαρχία του Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη, τη διεύθυνση της Σχολής ανέλαβε ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806), ο οποίος συνδύασε την ελληνορθόδοξη παράδοση με τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Μετά την παραίτηση του (1759), η Σχολή περιήλθε σε μαρασμό.

Η «Σχολή Μηλεών», στη Θεσσαλία, ιδρύθηκε το 1815 από τους δασκάλους της, πρωτεργάτες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, τον Άνθιμο Γαζή, τον Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Δημήτριο Δανιήλ Φιλιππίδη. Στον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης της Σχολής, καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο Άνθιμος Γαζής, ο οποίος αγόραζε και προωθούσε στις Μηλιές πολλά βιβλία και όργανα για την εποπτική διδασκαλία των θετικών επιστημών.

Στο εκπαιδευτικό σύστημα της Σμύρνης, του ανθηρού εμπορικού κέντρου της Ιωνίας, κυριαρχούσε η «Ευαγγελική Σχολή» από τα μέσα του 18ου αιώνα. Το 1808 ιδρύθηκε το «Φιλολογικόν Γυμνάσιον Σμύρνης», που διαπνεόταν από το νεωτερικό πνεύμα του Διαφωτισμού, με σχολάρχη τον Κωνσταντίνο Κούμα, που έδινε μεγάλο βάρος στην ανάλυση των αρχαίων κειμένων, στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών, κ.α. Η ιδεολογική αντιπαράθεση των υπερμάχων και πολεμίων του Διαφωτισμού, οδήγησε στο κλείσιμο του Φιλολογικού Γυμνασίου το 1819.

Στην Αθήνα λειτουργούσε από το 1750 η «Σχολή Ντέκα» («Ελληνική Σχολή»), η οποία ιδρύθηκε κατόπιν δωρεάς του Αθηναίου εμπόρου στη Βενετία Ιωάννη Ντέκα. Ο πρόκριτος Ι. Ντέκας (1680-1761), ο επονομαζόμενος και «ελεήμων», καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια, εγκαταστάθηκε στη Βενετία το 1710, ασχολήθηκε με το εμπόριο και πλούτισε. Μερίμνησε για την ανέγερση σχολείου στη γενέτειρα του, στο οποίο κληροδότησε την  βιβλιοθήκη του και μια ετήσια χορηγία 12.000 δουκάτων, για την συντήρηση, πληρωμή των δασκάλων, των απόρων μαθητών, κ.α. Δάσκαλοι της Σχολής υπήρξαν ο ιεροδιδάσκαλος Βησσαρίων Ρούφος, ο Ιωάννης Μπενιζέλος και άλλοι. Στη Σχολή έμεναν ως οικότροφοι οι δάσκαλοι και οι δώδεκα μαθητές. Με την κατάληψη της Βενετίας από τον Ναπολέοντα, χάθηκε το κληροδότημα, η Σχολή αντιμετώπισε σημαντικό οικονομικό πρόβλημα και διέκοψε τη λειτουργία της (1797-1806). Επαναλειτούργησε το 1806 με έξοδα της Μονής Ασωμάτων (Πετράκη) μέχρι τα χρόνια της Απελευθέρωσης.  Η βιβλιοθήκη της Σχολής Ντέκα, μαζί με τις βιβλιοθήκες των  Μονών Πεντέλης και Καισαριανής, είχαν μεταφερθεί στην Ακρόπολη για ασφάλεια, το χρονικό διάστημα  που η Αθήνα είχε απελευθερωθεί από τους Τούρκους (1822-1827). Όταν εξαντλήθηκαν τα πολεμοφόδια, με το χαρτί των βιβλίων κατασκεύαζαν οι Έλληνες υπερασπιστές φυσίγγια, κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως από τον Κιουταχή (1826-1827). Από το Μάρτιο του 1827 η Σχολή Ντέκα ετέθη υπό την προστασία της Φιλομούσου Εταιρίας Αθηνών και λειτούργησε ως αλληλοδιδακτικό σχολείο. Εκεί λάμβαναν χώρα συγκεντρώσεις των συντεχνιών και των προκρίτων. Το κτίριο της Σχολής σωζόταν έως τα τέλη του 19ου αιώνα και βρισκόταν επί της σημερινής οδού Μητροπόλεως, η οποία παλαιότερα, από το ύψος της πλατείας Μητροπόλεως έως την οδό Αιόλου, ονομαζόταν Ντέκα.

Φορείς δανεισμού της έκθεσης ήταν η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, το Μουσείο Μπενάκη, η Ωνάσειος Βιβλιοθήκη, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών. Μετά τη μεγάλη απήχηση που είχε η έκθεση, ειδικά από την εκπαιδευτική κοινότητα, αποφασίστηκε η παράταση της από 15 Σεπτεμβρίου έως 15 Νοεμβρίου 2022.

Βιβλιογραφία:

Κείμενα, μουσειολογική μελέτη, της περιοδικής έκθεσης «Πώς μάθαιναν οι Έλληνες γράμματα, από την Άλωση μέχρι την Επανάσταση, 1453–1821» κυρίας Έλιας Βλάχου

-Ξενάγηση κυρίας Σοφίας Πελοποννησίου-Βασιλάκου, υπευθύνου εκπαιδευτικών προγραμμάτων του ΜΙΕΤ

-Δρ Πρίντεζη-Καμπέλη Ελπίδα, Η ιστορία της Εκπαίδευσης στη Σύρο κατά τον 17ο -19ο αιώνα, Συμβολή στην Ιστορία και τον Πολιτισμό της Σύρου, Διδακτορική Διατριβή, Ερμούπολη-Σύρου 2012

-Γιοχάλας Θανάσης, Καφετζάκη Τόνια, Αθήνα, Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου και Σίας Α.Ε., τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2014

previous arrow
next arrow
Slider