“Ανδρέας Μιαούλης”

«ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ»

ΚΑΙ Ο ΚΑΤΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ 1821»

Κείμενο και φωτογραφίες Χρήστου Θανόπουλου

Η Ελλάς βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Γι’ αυτόν τον λόγο οι Έλληνες από την αρχαιότητα αναγκάστηκαν, αμυνόμενοι υπέρ βωμών και εστιών, να αποκρούσουν πολλούς και σχεδόν πάντα υπέρτερους εχθρούς.

Το 2021 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την έκρηξη της επανάστασης του 1821. Ύστερα από 400 χρόνια σκλαβιάς, οι πρόγονοί μας μια χούφτα άνθρωποι, τα έβαλαν με την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Έλληνες επαναστάτησαν όχι επειδή πεινούσαν και επεδίωκαν να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Επαναστάτησαν για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια τους και δεν θεώρησαν καμία θυσία υπερβολική. Αν θέλει να ζήσει κανείς αληθινά, πρέπει να είναι έτοιμος να πεθάνει. Η ζωή έχει αξία όταν προσφέρεται. Η υπέρβαση, το άλμα από το «εγώ» στο «εσύ» είναι η πεμπτουσία της αγιότητας και το μεγαλείο των αγωνιστών. Οι αγωνιστές υπερασπίστηκαν την ελληνική ταυτότητα, δηλαδή την ελληνική γλώσσα, την θρησκεία, την εθνική κυριαρχία. Οι αξίες που μας κληροδότησε το ’21 δεν είναι μουσειακός θησαυρός, είναι στάση ζωής. Είναι ο λόγος που υπάρχουμε ως Έλληνες.

Μία από τις λαμπρότερες μορφές των αγωνιστών του 1821 ήταν ο Ανδρέας Μιαούλης, ο ναύαρχος των Ελλήνων, το φόβητρο των τουρκοαιγυπτιακών στόλων. Το όνομά του ήταν Ανδρέας Βώκος. Ονομάστηκε Μιαούλης από το πρόσταγμα «μία ούλοι» (τραβάτε όλοι μαζί) ή κατά μία άλλη εκδοχή από το οθωμανικό πλοίο «Μιαούλη», το οποίο είχε αγοράσει. Η Θεία Πρόνοια προόριζε αυτόν τον προικισμένο με όλα τα προτερήματα του ναυάρχου (σώμα γιγαντιαίο, νου στρατηγικό, φωνή και γενναιότητα λέοντος), να ηγηθεί του κατά θάλασσαν αγώνα, όπου οι Έλληνες επικράτησαν κατά κράτος, πράγμα σπάνιο στην ιστορία των επαναστάσεων. Άλλοι γενναίοι και ικανοί ηγέτες του στόλου που συνέβαλαν αποφασιστικά στον αγώνα ήταν και οι: Κανάρης, Παπανικολής, Θεοχάρης, Μούσος, Πιπίνος, Ματρώζος, Σαχτούρης, κ.α..

Γεννήθηκε στην Ύδρα την 20η Μαΐου 1769, πέμπτο παιδί του εμποροπλοιάρχου Δημητρίου Βώκου από τα Φύλλα Ευβοίας (οι Βωκέοι είχαν καταφύγει στην Ύδρα το 1668). Ο Δ. Βώκος απέκτησε τρία παιδιά από τις πρώτες δύο γυναίκες και πέντε παιδιά από την τρίτη (από την οποία προέρχεται και ο Μιαούλης)! Από παιδί 10 ετών ξεκίνησε να συμπλοιαρχεί και να ριψοκινδυνεύει στο εμπορικό πλοίο του πατέρα του, αποκτώντας πολύτιμη εμπειρία και αντιπαλεύοντας τους Αλγερινούς πειρατές. Εκείνη την εποχή τα εμπορικά πλοία είχαν εξοπλιστεί, για να μπορούν να προστατευτούν από τους πειρατές.

Το 1802 με τα κέρδη από το εμπόριο, είχε αγοράσει πολυτελές βενετσιάνικο πλοίο, διέσπασε τον αγγλοϊσπανικό αποκλεισμό, τροφοδοτώντας τους Ισπανούς. Απέκρουσε νικηφόρα γαλλικό καταδρομικό (1811) και από το 1816, πλήρης εμπειριών και νικών επέστρεψε στην Ύδρα και ασχολήθηκε με το εμπόριο αποικιακών. Παντρεύτηκε (1795), έκοψε τις καταχρήσεις οινοποσίας και καπνού ακολουθώντας  τις συμβουλές Αθηναίου γιατρού (1807), ενώ απέκτησε πέντε παιδιά.

Όταν ήχησε η σάλπιγγα της Επαναστάσεως του 1821, εξελέγη από τον Λάζαρο Κουντουριώτη διάδοχος του Ιακώβου Τομπάζη, για να διοικήσει τον υδραϊκό στόλο, ως ο επιφανέστερος των υδραίων πλοιάρχων.

Οι Υδραίοι, μαζί με τους Σπετσιώτες και τους Ψαριανούς, αποτελούσαν τον ελληνικό στόλο. Ο ναύαρχος των Σπετσιωτών Γεώργιος Ανδρούτσος και των Ψαριανών Νικόλαος Αποστόλης, αλλά και όλοι οι άλλοι πλοίαρχοι θεωρούσαν ότι ο Μιαούλης είναι ο καλύτερος όλων και ετίθετο επικεφαλής του στόλου.

Ο αρείτολμος Μιαούλης ποτέ δεν δείλιαζε, ούτε απέναντι στον κακό καιρό, ούτε απέναντι στον ισχυρότερο εχθρό. Πολλές φορές παρέκαμψε τον Κάβο Καφηρέα με καταιγιστικό βοριά. Η Ύδρα είχε το προνόμιο να μην έχει Τούρκους επί του εδάφους της, να διοικείται από τους προκρίτους της και να αποδίδει ένα μικρό φόρο στο Ναυτικό Τουρκικό Ταμείο.

Με την έκρηξη της επανάστασης ο υδραϊκός στόλος περιελάμβανε 92 πλοία, με μεγαλύτερα το τρικάταρτο του Ιακώβου Τομπάζη (ναυάρχου), με 20 κανόνια και το δικάταρτο του Ανδρέα Μιαούλη (μοιράρχου) με 18 κανόνια των 20 λίτρων. Οι Σπέτσες είχαν 44 πλοία και 40 τα Ψαρά. Το κάθε νησί ύψωσε την δική του επαναστατική σημαία, όλες παραλλαγή του ιδίου θέματος: Ο Σταυρός νικητής στέκει πάνω στην τουρκική ημισέληνο, αριστερά η άγκυρα, σύμβολο βεβαιότητας της νίκης και της ελπίδας και δεξιά το δόρυ. Το φίδι που περιελίσσεται στην άγκυρα συμβολίζει την δύναμη και την αθανασία του ελληνικού έθνους. Τα ευκίνητα μικρά ή μεσαία ελληνικά πλοία, φαινόντουσαν αμελητέα σε αντιπαραβολή με τα τεράστια τουρκοαιγυπτιακά πλοία, «τα όρεσι ομοιάζοντα». Κι όμως η ναυτοσύνη των Ελλήνων έκανε το θαύμα της, εξανεμίζοντας την υπεροπλία των αντιπάλων. Τα πυρπολικά έγιναν ο φόβος και ο τρόμος των εχθρών.

Ενωμένος ο ελληνικός στόλος ήλθε για πρώτη φορά σε αντιπαράθεση με τον τουρκικό, ο οποίος πέρασε τον Ελλήσποντο και εισήλθε στο Αιγαίο Πέλαγος (Μάιος 1821). Στην Ερεσσό της Λέσβου πυρπολήθηκε τουρκικό δίκροτο (27 Μαΐου 1821). Τα ελληνικά πλοία παρέλαβαν από Κυδωνιές, Μοσχονήσια, πρόσφυγες που διέφυγαν την σφαγή. Έσπευσαν και διέσωσαν την Σάμο και τα Ψαρά, αποκρούοντας τον Τουρκοαιγυπτιακό στόλο υπό τους Καρά Αλή και Ισμαήλ Γιβραλτάρ . Τελικά ο τουρκικός στόλος ανεφοδίασε Μεθώνη, Κορώνη, Πάτρα και έκαψε το Γαλαξείδι καταστρέφοντας ή αιχμαλωτίζοντας τα πλοία του. Τον Σεπτέμβριο του 1821 εμφανίστηκε ο μελλοντικός ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης. Τον Φεβρουάριο του 1822 ο ελληνικός στόλος επετέθη εναντίον του τουρκικού στόλου έξω από την Πάτρα, κατέστρεψε μία φρεγάτα και τον έτρεψε σε φυγή. Την 30η Μαρτίου 1822 έγινε η καταστροφή της Χίου και η σφαγή των 2/3 του πληθυσμού της. Την νύκτα της 7ης Ιουνίου 1822 τα πυρπολικά του Ψαριανού Κωνσταντίνου Κανάρη και του Υδραίου Ανδρέα Πιπίνου, έκαψαν την τουρκική ναυαρχίδα και υποναυαρχίδα, έξω από Χίο και Τένεδο αντίστοιχα. Ο ελληνικός στόλος απέτρεψε την καταστροφή Σάμου και Ψαρών. Τον Σεπτέμβριο του 1822 τα τουρκικά πλοία γραμμής, 86 στο σύνολο, φρεγάτες, κορβέτες, μπρίκια, γολέτες, αντιπαρατέθηκαν με τα 56 ελληνικά πολεμικά πλοία και 14 πυρπολικά, μεταξύ Σπετσών – Δοκού, όπου μετά από ναυμαχία 4,5 ωρών, οι Τούρκοι ετράπησαν σε φυγή και διεσώθησαν οι Σπέτσες, Ύδρα από την καταστροφή, ενώ απετράπη ο ανεφοδιασμός του πολιορκημένου από τους Έλληνες Ναυπλίου. Επίσης, ενισχύθηκε η άμυνα του Μεσολογγίου. Μετά την κατάληψη  του Ναυπλίου (30 Νοεμβρίου 1822) ο Μιαούλης διεκπεραίωσε με ασφάλεια τους Τούρκους αιχμαλώτους και τις οικογένειες τους στα παράλια της Μικράς Ασίας. Το 1823, παρά την διχόνοια που έχει  πέσει μεταξύ στρατιωτικών – πολιτικών στην Πελοπόννησο, αλλά και μεταξύ Υδραίων – Σπετσιωτών – Ψαριανών, ο ελληνικός στόλος διεξάγει νικηφόρες ναυμαχίες κοντά στον Άθω, στο Αρτεμίσιο, στον Ευβοϊκό κόλπο και εκστρατεία για την λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου.

Το 1824 ο αιγυπτιακός στόλος επιπίπτει στην Κρήτη και την καταλαμβάνει, ενώ ο τουρκικός στόλος καταστρέφει ολοσχερώς την Κάσο και τα Ψαρά. Πάγια πρόθεση των εχθρών είναι η καταστροφή της Ύδρας και των Σπετσών. Ο ελληνικός στόλος επιτίθεται στα 23 τουρκικά πλοία, που ήταν ελλιμενισμένα στα Ψαρά, προκαλώντας τους μεγάλη καταστροφή. Αυτή την χρονιά, ο ελληνικός στόλος κάνει ανδραγαθήματα με ναύαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη και υποναύαρχο τον Γεώργιο Σαχτούρη. Φοβερές απώλειες υφίσταται ο εχθρός στις ναυμαχίες, Σάμου, Κω, Γέροντα, Ικαρίας, Μυτιλήνης, έξω από το Ηράκλειο Κρήτης.

Η Σύρος τηρούσε ουδετερότητα, χάρις στην οποία οι πρόσφυγες εύρισκαν καταφύγιο και είχε αρχίσει να δημιουργείται ο πυρήνας της μετέπειτα λαμπρής Ερμούπολης. Στο ουδέτερο λιμάνι της  διεξαγόταν ελεύθερα το εμπόριο,  ακόμα και με το «αντίπαλο στρατόπεδο» κάποιες φορές. Ο Μιαούλης απηύθυνε σκληρή προειδοποίηση στις αρχές της Ερμούπολης, για να σταματήσει η διαπραγμάτευση και  επαναγορά αιχμαλωτισθέντων εχθρικών πλοίων από τους αρχικούς μουσουλμάνους ιδιοκτήτες τους.

Μεγαλειώδης υπήρξε η περίφημη ναυμαχία του Γέροντα, όπου ο ελληνικός στόλος χωρίστηκε στα δύο και προσπάθησαν  ανάμεσα τους να εισχωρήσουν οι Αιγύπτιοι αρχικά και μετά οι Τούρκοι. Οι Έλληνες απέφυγαν την περικύκλωση από τους πάνοπλους εχθρούς. Τα πλοία ναυμαχούσαν ανακατωμένα, αλλά όταν οι Έλληνες έκαψαν με πυρπολικά ένα αιγυπτιακό μπρίκι και αργότερα μία τυνησιακή φρεγάτα (Ματρόζος, Βατικιώτης, Θεοχάρης), επακολούθησε πανικός και ετράπησαν ατάκτως οι εχθροί προς Κω και Αλικαρνασσό. Τελικά οι Τούρκοι αποσύρθηκαν στα Δαρδανέλλια, αφού δεν κατάφεραν να πλησιάσουν την Σάμο, ενώ ο αιγυπτιακός στόλος με τον Ιμπραήμ Πασά εστράφη προς Κω και αποσύρθηκε τελικά στην Κρήτη (Σούδα). Το 1825 ο Ιμπραήμ Πασάς επιτίθεται στην Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης και άλλοι 14 φυλακίζονται στην Ύδρα. Μετά τις συνεχείς ήττες στην ξηρά αποφυλακίζονται για να αναλάβουν ενεργό δράση.

Την 26η Απριλίου 1825 γράφτηκε μια από τις πιο συγκινητικές σελίδες του αγώνα στην θάλασσα. Υδραίοι και Σπετσιώτες προσπάθησαν  να υπερασπιστούν το Παλαιόκαστρο, το Νεόκαστρο και την Σφακτηρία, απέναντι στην πανίσχυρη τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα του Ιμπραήμ Πασά, που απέκλεισε ξαφνικά τον κόλπο του Ναβαρίνου (Πύλου), εντός του οποίου βρίσκονταν 8 ελληνικά πλοία. Ένα-ένα άνοιξαν πανιά και διέφυγαν. Τελευταίος έμεινε ο θρυλικός πάρωνας (μπρίκι) «Άρης» του Τσαμαδού, περιμένοντας μάταια τον κυβερνήτη του. Σκοτώθηκαν οι Τσαμαδός, Σαχίνης, Αναγνωσταράς, Σανταρόζα και 450 στρατιώτες. Την ύστατη στιγμή ανεχώρησε ο «Άρης» με πλοίαρχο τον Ν. Βότση και αφού πρόλαβαν να επιβιβαστούν οι  Σαχτούρης και Μαυροκορδάτος. Τρεις εχθρικές φρεγάτες είχαν αποκλείσει το στόμιο του κόλπου. Το πλοίο με δύσκολο και επιδέξιο ελιγμό διέσχισε το στενό πέρασμα Σφακτηρίας- Τσιλί Μπαμπά, με τα 16 μικρά κανόνια του  έβαλλε επί 5 ώρες κατά των  πολυάριθμων εχθρών. Βύθισε ένα μπρίκι, έκαψε μια γολέτα, έθεσε εκτός μάχης 5 μπρίκια, πριν διαφύγει στην Καλαμάτα, με κουρελιασμένα πανιά, 2 νεκρούς και 7 τραυματίες. Την 29η Απριλίου 1825 ο Μιαούλης  με 11 πλοία και 6 πυρπολικά κατέστρεψε αιγυπτιακή μοίρα στην Μεθώνη (μια φρεγάτα, τρεις κορβέτες, επτά φορτηγά). Παρά τις προσπάθειες του ελληνικού στόλου το πολιορκημένο Μεσολόγγι έπεσε (10 Απριλίου 1826).

Την 16η Μαρτίου 1827 η αρχηγία του ελληνικού στόλου ανετέθη στον Άγγλο ναύαρχο Κόχραν, ενώ ο Μιαούλης ανέλαβε την διακυβέρνηση της φρεγάτας «Ελλάς» και ετέθη υπό τις διαταγές του Κόχραν. Υπό την αρχηγία του Κόχραν ο ελληνικός στόλος εισέπλευσε στο Φάληρο, παίρνοντας μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης, επιχείρησε ανεπιτυχώς να κάψει τον αιγυπτιακό στόλο στην Αλεξάνδρεια (Κανάρης, Βώκος, Μπούτης), ενώ κατέστρεψε 7 τουρκικά πλοία στον Πατραϊκό και Κορινθιακό Κόλπο. Οι Σαχτούρης, Αποστόλης, διασκόρπισαν τουρκική μοίρα του Χοσρέφ και επέφεραν σημαντικές απώλειες με τα πυρπολικά (Ματρόζος, Μούσιος, Μπότης).

Οι Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία υπέγραψαν πρωτόκολλο ανακωχής, το οποίο θα επέβαλλαν δια της βίας στους εμπόλεμους. Οι Έλληνες το αποδέχθηκαν. Οι τρεις Δυνάμεις επιτέθηκαν στον τουρκοαιγυπτιακό στόλο που ναυλοχούσε στον κόλπο του Ναβαρίνου, τον οποίον κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά (20 Οκτωβρίου 1827).

Η πειρατεία υπάρχει από τότε που εμφανίστηκε η ναυσιπλοΐα και το θαλάσσιο εμπόριο. Επί αιώνες υπήρξε τρόπος ζωής και επιβίωσης για λαούς, κράτη, κοινότητες (μέχρι ακόμα και σήμερα). Η πειρατεία εντάθηκε από τον 16ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα, σε περιοχές όπως ο Ατλαντικός Ωκεανός (Καραϊβική), η Μεσόγειος και είχε σχέση με τον ανταγωνισμό των διαφόρων δυνάμεων. Στο Αιγαίο έδρασαν πολλοί πειρατές όπως οι Καψής (Μήλος), Μανέτας (Ζάκυνθος), Γερακάρης (Μάνη). Πειρατικά έδρασε ο Λάμπρος Κατσώνης, όπως και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα νιάτα του.

Τα υδραϊκά πληρώματα αμείβονταν με σταθερό μισθό και με μερίδιο τυχόν λείας από επιδρομές σε εχθρικά πλοία. Κάθε πλοίο που έπαιρνε μέρος σε εκστρατεία στοίχιζε 10.000 γρόσια τον μήνα. Προεπαναστατικά τα τρία νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, έστελναν υποχρεωτικά ναύτες στον Οθωμανικό Στόλο και είχαν πλουτίσει, ιδιαίτερα η Ύδρα, παίρνοντας στα χέρια τους το εμπόριο της Μεσογείου, διασπώντας τον αποκλεισμό των μεσογειακών λιμανιών από τους Άγγλους. Η Ύδρα είχε καταστεί μια τεράστια αποθήκη αγαθών και εφοδίων, ιδιαίτερα αναγκαίων για την  στήριξη του Αγώνα. Όμως η  συνεχής οικονομική αιμορραγία των Υδραίων προκρίτων, αλλά και των Σπετσιωτών και Ψαριανών, κατά τη διάρκεια της επανάστασης ήταν φυσικό να τους εξαντλήσει και να τους αναγκάσει να ζητάνε από την προσωρινή διοίκηση βοήθεια και αργότερα από τον Καποδίστρια αποζημίωση, ως εθνικό χρέος. Η συμβολή τους στον αγώνα και τα αιτήματα τους είχαν αναγνωριστεί από τις εθνοσυνελεύσεις (Άργους, Επιδαύρου, Τροιζήνας).

Προκειμένου να σταματήσουν οι ταραχές και η αναρχία η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας διόρισε τον Ιωάννη Καποδίστρια κυβερνήτη της Ελλάδος  (1827). Ο κυβερνήτης ανέλαβε το τιτάνιο έργο της διακυβέρνησης και της ανασυγκρότησης της καθημαγμένης χώρας (1828).  Ένας από τους στόχους του ήταν η πάταξη της πειρατείας. Οι Μιαούλης και Κανάρης εκκαθάρισαν το Αιγαίο από αυτή την μάστιγα.  Η ίδρυση «λειοδικείων» έφερνε σε δύσκολη θέση τους Μανιάτες και ειδικά τους Μαυρομιχαλαίους.

Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν ήταν σε θέση να αποζημιώσει οικονομικά τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, παρά μόνο κατά ένα πολύ μικρό μέρος. Η ρήξη ήταν γεγονός. Στην αντικαποδιστριακή στάση, με αιτήματα: νέα Εθνοσυνέλευση, την χορήγηση συντάγματος-ελευθεριών και αποζημιώσεων, πρωτοστατούσε η Ύδρα, ακολουθούσαν η Σύρος, η Μάνη, κ.α.. Ο Καποδίστριας ζήτησε την βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων, αλλά μόνο οι Ρώσοι ανταποκρίθηκαν. Την 13η Αυγούστου 1831, ο Μιαούλης καίει τον ελληνικό στόλο που στάθμευε στον Πόρο, για να μην πέσει στα χέρια του ρωσικού στόλου. Αργότερα το μετάνιωσε, αλλά ήταν αργά. Οι Υδραίοι επέστρεψαν στην Ύδρα σώοι. Ο Κυβερνήτης δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο από τους Μαυρομιχαλαίους (27 Οκτωβρίου 1831). Τα τρία νησιά ποτέ δεν αποζημιώθηκαν για όσα προσέφεραν στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Εν τούτοις πέντε  πρωθυπουργοί, πολλοί υπουργοί και ο πρώτος  πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν Υδραίοι. Η Ύδρα εξέλεγε τιμής ένεκεν 3 βουλευτές μέχρι το 1935.

Η ελληνική πολιτεία τίμησε αργότερα τον ένδοξο ναύαρχο Μιαούλη, αποστέλλοντας τον να παραλάβει τον Όθωνα, βασιλέα των Ελλήνων, από την Βαυαρία. Τον διόρισε κατόπιν αντιναύαρχο και γενικό επιθεωρητή του στόλου. Πέθανε την 11η Ιουνίου 1835, φέρων τον Ελληνικό Μεγαλόσταυρο.

Η κεντρική πλατεία της Ερμούπολης ονομάστηκε αρχικά πλατεία Όθωνος, προς τιμήν του πρώτου βασιλιά. Μετά την έξωση του  μετονομάστηκε σε πλατεία Λεωτσάκου (1862), ενώ το 1889 ονομάστηκε Ανδρέα Μιαούλη, με τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του εθνικού ήρωα.

«Ο δοξασμένος ναύαρχος του Εικοσιένα, με τη σιδερένια θέληση, το φοβερό πείσμα και τη μοναδική αταραξία, ήταν τότε 51 χρονών. Φόραγε παντόφλες, όπως δύσκολα μπορούσε να περπατήσει από τα ρευματικά που καζάντισε σκίζοντας από παιδί τα πέλαγα. Μα όταν πάνω στο κάσαρο του καραβιού του, μέτραγε τους αγέρηδες και τα καράβια του εχθρού, ξύπναγε μέσα του ο θαλασσόλυκος που είχε αναμετρηθεί όχι μονάχα με τους Αλγερινούς πειρατές, παρά και μ’ αυτόν ακόμα τον Νέλσονα». (Δημ. Φωτιάδης)

Οι θυσίες των αγωνιστών θα δικαιωθούν μόνο αν μείνουμε πιστοί στο πνεύμα και το ήθος που ενέπνευσε τους αγώνες τους.

Βιβλιογραφία

Χριστοδούλου Χρήστος, Η ιστορία της νήσου Ύδρας, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Ύδρα 1989 

‒  Τσοκόπουλος Γεώργιος, Αγαπητός Αγαπητός, Αντώνιος Μιαούλης, Άπαντα για τον ναύαρχο Μιαούλη, Εκδόσεις Μέρμηγκας, Αθήνα    

– Ρώμας Χρίστος, Το βαθύτερο νόημα του ’21, Περιοδικό Σύνδεσμος, Τεύχος 547, σελ. 80-81, Εκδόσεις Χριστιανικής Στέγης Καλαμάτας, Μάρτιος 2020

 –       Ματαράση Α., Παπαστάμου Σ., Ιστορία των Νεωτέρων και των Νεωτάτων Χρόνων, Ιστορία Γ΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, Αθήναι 1972

– Αγριαντώνη Χριστίνα, Φενερλή Αγγελική, Ερμούπολη – Σύρος, Ιστορικό οδοιπορικό, Β΄ έκδοση, Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης της Ερμούπολης, σελ. 64, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 2000

–   Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου

–   https//:www.mixanitouxronou.gr, Η ηρωική έξοδος του Άρη

https//:www.athensvoice.gr/life/322379_oipeiratestoyaigaioy/23-06-2016, Τάκης Σκριβάνος

 

Το άγαλμα του Μιαούλη στην πλατεία Σύρου