Συριανές Ιστορίες – Το Τρακτερ

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΤΟ ΤΡΑΚΤΕΡ

Από τον Τάκη Κυριτσόπουλο

Με την τσίμπλα στο μάτι άνοιξε ο Θράσος το καραμελοπωλείο, καθώς σήμερα είχε τη βάρδια την πρωινή.

Βλεφάριασε με το μάτι του το καλό το εμπόρευμα και καταβρόχθισε δυό μαντολάτα πρόσφατης παραλαβής, καθότι δεν είχε φάει προάριστον.

Στη συνέχεια, επειδή ήτανε λαμπόγυαλο οικονομικώς, χτύπησε μερικές αηδονιές στο μπεζαχτά με τη μασιά του μαγκαλιού, αλλά στάθηκε αδύνατο να τον παραβιάσει.

— Άει σιχτίρ, σεκλετίστηκε με την Ερνούλα. Τον κλειδοαμπαρώνει, αδερφέ μου, λες και είναι το παγκάρι του Αγίου Νικολάου! Βρίζοντας έβγαλε έξω στο καλντερίμι μια καρέκλα και κάθισε απάνω της καβαλικευτά. Άναψε τσιγάρο απ’ το τσιγάρο του και άρχισε το τηλεβλεφάριασμα στις πιτσιρίκες, που περνούσαν.

— Ψιτ, κορίτσι, είσαστε για μια σύντομη τσάρκα;

Τα κοριτσάκια κα κα, κου κου, παπαρουνιάζανε και κάνανε πέρα. Κάποια μάλιστα κοκοροψημένη τον έβρισε ασυστόλως.

— Ας το διάολο, πρόστυχε!

Ένα δουλικό μόνο πήγε να του κάνει τα γλυκά μάτια, αλλά την απότρεψε η αφεντικίνα της.

— Φύγε μη. Είναι εφαψίας!

— Ρε, θες να ’μαι όμορφος αναρωτήθηκε έμπλεος ναρκισσισμού ο Θράσος και αυτομάτως το μυαλό του έτρεξε στη νιόφερτη τραγουδίστρια του απέναντι κέντρου. Εδώ και μέρες νταλκάς αγιάτρευτος κατάτρωγε τα σωθικά του.

Κορμί σπαθάτο, χτένισμα ντεγκραντέ με ακαζού ανταύγειες, χαλκάδες τσίγκινοι στα ώτα, χείλη σαρκώδη περασμένα ελαφρώς με κόκκινο περλέ και λικνιστικό καπούλι, ήτανε μερικά από τα προσόντα της λάγνας μπαγιαντέρας, που είχανε ανάψει ερωτικό γιαγκίνι στα τζιέρια του. Θα πεις, ολίγον τι σιτεμένη στα χρονάκια της, αλλά τέτοια θα κοιτάμε τώρα;

—-

Σαν πέρασε λίγο η ώρα ακούστηκε η φωνή της Ζίας καρσί απ’ το χαγιάτι του σπιτιού.

— Θράσο μου, κόπιασε να πάρεις το δεκατιανό σου …

— Αδυνατώ τώρα λόγω φόρτου εργασίας …

— Τι έφτιαξες στο σκερβελέ; την πλησίασε η μάνα της.

— Να δυό αυγουλάκια μάτια του τηγάνισα, καλέ …

Η Ερνούλα με μικρό κότσο πίσω, μύτη γαμψή και πολλή κακία στο μάτι το ένα, όταν άνοιγε το στόμα της να μιλήσει, το μοναχικό δόντι μπροστά έμοιαζε … με τερματοφύλακα! Είδε τα δυό αβγά και γέλασε σαρδόνια.

— Στάσου να ρίξω στα αβγά λίγο … αρσενικό για νοστιμιά …

—-

Ο Θράσος άφησε να περάσουν τρία τέρμινα οπότε κρέμασε ταχτά – καλέ στην είσοδο του μαγαζιού «Κλοιστών λώγο αλαγίς σεζών» και ξεπόρτισε να γκεζερίζει μπροστά από το κέντρο διασκεδάσεως σιγοσφυρίζοντας άσματα καψουροειδή, ο ερωτοπλανταγμένος.

Με κουστουμάκι μαρόν ετοιματζήδικο, γραβατάκι σκούρο καραμπουζούκ, ποσέτ στο τσεπάκι με πέντε δόντια και γαλάζιο γκόλφι για το μάτι στη μπουτονιέρα, μοστράριζε γαμπριάτικος περπατώντας λεβέντικα με το κεφάλι ψηλά και το γαρύφαλλο στο στόμα.

Παράλληλα έπαιζε με ένα μικρό αλυσιδάκι, που το τύλιγε στο δάχτυλο πότε δεξιόστροφα και πότε αριστερόστροφα.

— Έτσι θα την τυλίξω και δαύτηνα, σκέφτηκε με αυταρέσκεια. Στην τέταρτή του περατζάδα τρακάρησε το γκαρσόνι της ταβέρνας.

—  Έλα δω, ρε Πασχάλη, και ότι σε γύρευα για κάτι πλεροφορίες.

—  Λέγε, Θράσο μου, και θα στα πω όλα με το νίγμα και με το σίγμα.

—  Δε μου λες ρε, το σόι πράμα είναι η λεγάμενη;

—  Η νέα μας αοιδός; Το άρφα του άρφα ως προς τη φωνή!

—  Κατά τα άλλα σε αρωτάω …

—  Μάλλον ζωηράς ιδιοσυγκρασίας θα έλεγα …

—  Αμάν! Του … ιππικού, που λένε;

—  Ποιανού ιππικού … Της φιλαρμονικής δε λες καλύτερα!

—  Εμφανισιακά;

—  Χα, να τηνε βλέπουν και να ζαλίζονται οι Άγιοι Ανάργυροι!

—  Το ονοματάκι της;

—  Ντάλια ονόματι το καλλιτεγνικόν …

—  Όχι αυτό ρε. Το άλλο της το κολυμπηθράτο.

—  Άνευ να ξέρω …

— Μάθε να μάθεις. Άντε τώρα σ’ αφήνω, γιατί ξύπνησε μέσα μου ο αλέκτορας …

Φτάνοντας στο έμπα της ταβέρνας ο Θράσος έκανε το σταυρό του και μπούκαρε φουριόζος εντός, δήθεν ότι ενδιαφέρεται για … αλλαντικό.

—-

Την ίδια στιγμή ο μπουζουξής ο Τσίτουρας με τ’ όνομα και η καλλιτέχνις κάνανε πρόβα για το βράδυ τραγουδώντας σε σεκόντο αβόζο – αβόζο, ενώ ο μπακάλης ο Πελοπίδας στη γωνία έκανε τις σούμες του.

Ο Τσίτουρας ήτανε μια μπουλντόζα άντρας, μάγκας σκληρός με φωτογραφίες δικές του στη σήμανση και με κάπου πέντε χρόνια οι κλειστές του λόγω βιαιοπραγιών και σατυρίασης. Είχε βλογιοκομμένη πρόσοψη, τσουλούφι που έπεφτε στο αριστερό του μάτι, μουστάκα βουρτσάτη, καβουράκι χταποδοφωλιά, ζουνάρι πεντάμεσο, παντελόνα τζογέ με ρίγες, που περισσεύανε δέκα πόντοι για τσάκα και απ’ το τσεπάκι του γελέκου κρεμότανε χοντρόχαντρο μπεγλέρι.

Λανσάρανε το νέο σουξέ του Τσίτουρα, όταν μπήκε ο Θράσος

«Σαν το μαρκούτσι τ’ αργελέ

  είναι η γάμπα σου καλεεεέ».

Όμως η τραγουδίστρια κατά την εκτέλεση του άσματος μάσαγε τσίχλα αμερικάνικη φτιάχνοντας τσιχλόφουσκες μεγάλες ίσαμε ένα μπαλόνι, γεγονός που σεκλέτισε σφόδρα τον Τσίτουρα.

—  Τι θα γένει, ρε σκούνα, θα τρώμε τώρα για θα τραγουδάμε;

Η αοιδός τον ατενίζει πλαγιομετωπικά, φτύνει την τσίχλα ψηλά και οριζοντίως και του ξηγιέται στη μητρική της γλώσσα:

—  Τι είπες, ρε πριονοκορδέλα;

Ο Τσίτουρας κοκκινίζει από ντροπή σαν ανύπανδρη μητέρα και δε βγάζει άχνα.

—-

Μπαίνοντας ο Θράσος στην ταβέρνα απευθύνεται στο μπακάλη.

— Καλημέρα, κύριε εδωδιματοπώλα. Με κόπτετε λίγο σαλάμιον του ανέμου.

Η Ντάλια ψιθυρίζει στο αφτί του οργανοπαίχτη.

— Ώπα, πλακώσανε, ρε Τσίτουρα, οι ’πιτάφιοι με τα πούλουδα!

Ο Θράσος όμως δεν ορρωδεί και της κάνει ξομολόγα.

— Τι χαριτωμένη που είστε! Τι μάτια, τι στόμα, τι απ’ όλα!

Εκείνη γελά από μέσα της και τον σνομπάρει κατάφωρα.

— Πώς είσαι έτσι, ρε γιασεμί;

Της πετάει πέντε κουβέντες σημαδιακές και κάτι στεναγμικά.

—  Είστε θάγμα της φύσης, να πούμε … Μετά βάζει τσιγάρο σέρτικο και την πλησιάζει εν χρω.

—  Δύναμαι ν’ ανάψω απ’ τη φλόγα των οφθαλμών σας;

— Κάτσε αλάργα, ρε ξεφτέρουγο, και άναψε κι από τη φουφού του μπακάλη. Ύστερα γυρίζει στον μπουζουξή.

—  Χτύπα μου ένα λεπιδάτο, μαέστρο μου, γιατί ταράχτηκα.

—  Γένηκε …

— «Στ’ Ανάπλι και στην Αίγινα, βαρυποινίτης έγιναααα»…

Αχ και βαχ ψεύτρα κενωνία…

—-

Η Ερνούλα καρσί στο σπίτι είχε πιάσει γωνιά και μπαντζανέμι. Και τη στιγμή που πάσκιζε να περάσει μια οτρά κλωστή στη βελόνα της, σε προέκταση του οπτικού της πεδίου προσέχει τα εντός της ταβέρνας λαμβάνοντα χώρα, τη στιγμή ακριβώς που ο Θράσος έδινε τη μάχη του να φέρει στα ντρέσα τη ντιζέζ. Κάτι λοιπόν πό ’χει ανθιστεί από σπιουνιές του μαχαλά, κάτι ο ψυχομπούσουλάς της, τη βάνουνε σε πονηρό σουπέ (υποψία).

— Πού ρεμπελοσκυλεύει, μαρή, ο λεγάμενος αρωτάει τάχα αδιάφορα τη Ζία, που κείνη τη στιγμή γυάλιζε το λιβανιστήρι.

— Έχει βγει στο μπακάλη για όσπριο, καλέ μαμά …

— Άντε χαχάνω, γιατί θα σε καπακώσω με το τζέτζερη με τα γυφτοφάσουλα. Δεν «κόβεις» το αλισβερίσι που κάνει απέναντι με την καμπαρετζού; Αλλά θα του ρίξω εγώ τέτοιες φάπες αυτουνού, που θα κλαίνε οι απόγονοί του …

Η Ζία συνειδητοποιεί τη λακκούβα και ρίχνεται στην αγκαλιά της Ερνούλας με κοπετούς.

— Α, κακόψοφο ’νάχει η αισχρή γυναίκα. Θα μου τον ξελογιάσει.

— Τέτοιος λυσσάρης, κόρη μου, δεν έχει ματαγίνει! Θα τον αμποδέσω. Θα του κάνω μάγια να πάθει ανδρόπαυση! Θα τον βαράω ώρες με την ανάποδη της ομπρέλας, δηλώνει και σαλτάρει να φύγει.

— Για πού το ’βαλες μάνα;

— Για να δω … αν στάζουνε τα λούκια …

—-

Κατρακυλώντας προς την ταβέρνα η Ερνούλα έκανε εικασίες.

— Τι γυρεύει ο αναθεματισμένος τέτοια ώρα στο γκεζί; Ρε, θες να ’χει πιάσει γιαβουκλού τη λατερνάτη; Θα τον αβγοκόψω παρουσία κοινού.

Εκ παραλλήλου ο Θράσος με τον κανθό του ματιού του σκουρντίζει ένα πιστό αντίγραφο μούμιας να πλανάται στις ρύμες με ρότα προς την είσοδο του κέντρου και θορυβείται ολοσχερώς. Παραχρήμα σαλτάρει και φιδοχώνεται δίπλα στο μπακάλικο, πίσω από κάτι τενεκέδες με πίκλες Αμφιλοχίας.

— Πού φυγαδεύτηκε ο αλογομούρης, εδωδιματοπώλα, τσιρίζει αντί χαιρετισμού η υπερήλικη.

— Να-να-να σου ξη-ξη-γήσω, κε κε-κερά Ρνού-ρνουλα …

— Ίσαμε να μου ξηγήσεις εσύ θα έχει πάει απόγευμα …

Κόβει αίφνης τον Θράσο, που κρύβεται πίσω από ένα κιούπι, δίκην Ευρυσθέα και χουφτιάζοντας πλάκα σαπούνι Μυτιλήνης κάνει να το σαβουρντίσει αναντίον του, πλην όμως αυτός ανεμίζει λευκή γκαρσονοποδιά λεκιασμένη και παραδίνεται αμαχητί.

— Ω, τι σύμπτωση, μητέρα! Και εσείς εδώ;

— Τα ξέρω ’γω καλά τα χούγια σου, ρε σουρουκλεμέ, βρυχάται η υπέργηρη σηκώνοντας με κίνηση ζετέ μπιτόνι πετρελαίου στον αέρα. Παραδόξως όμως ο Θράσος διατηρεί το φλέγμα του και δίνει διάτα αφεντάδικη.

— ’Κατό γραμμάρια ταραμά ζύγιασέ μου μπακάλη, και γράφε τσέτουλες…

Η Ερνούλα εκτός εαυτού βρίζει ασυστόλως.

— Ακαμάτη, τεμπέλα, που να μη σ’ εύρει τ’ αύριο …

Ο παντοπώλης, και ταβερνιάρης συνάμα, ο Πελοπίδας, παρακολουθεί τα διαμειβόμενα και προσπαθεί να αποτρέψει την Ερνούλα, καθότι συμπαθεί τον Θράσο λόγω υπερκατανάλωσης αλκοόλ, που του πουλά κρυφίως και δε θέλει, όσο να πεις, την καταστροφή του. Βγάζει το βολύμι απ’ το αφτί του και υπεραμύνεται σθεναρά του ταχτικού πελάτη.

— Και και και ο Θρα – θράσος λε-λέει την πα-πα-πάσαν αλή-λη-θεια και και προ-προ-τίθεμαι να τον σω-σώσω απ’ τα νυ – νύχια σου …

— Όπου και να τον κρύψεις εγώ θα μπουκάρω.

— Ουχί. Απα – πα – παγορεύεται – ται – ται.

Σε κατάσταση αμόκ η γραία βρίζει τον οποιονάναι και ζυγώνει το Θράσο με το χέρι της υψωμένο για καρπαζιά.

Ο μαγαζής παρεμβαίνει δυναμικά.

— Πρω – πρω – πρώτα να μου δω – δώσεις τα βε – βε – ρεσέδια σου.

— Α!

— Α και και και ξε – ξερός! Πλε – πλέρω ή κο – κο – κόβω …

Η Ερνούλα βρίσκεται τώρα στα δυό στενά, γιατί δε θέλει να χαλάσει το λισιβερίσι της με το μπακαλόγατο και του σκάει χαμόγελο λες και της έχουνε χαράξει τα χείλια με σουγιά.

— Η καρπαζιά … αποσύρεται, αφού το θες εσύ κυρ Πελοπίδα. Αυτόνανε όμως θα στον κάνω πομάδα για τους κάλους.

Φεύγοντας απ’ το μαγαζί το μάτι της πέφτει στην αρτίστα.

— Σένανε, κουνιστή μου, θα σε ξεμαλλιάσω καμιά ώρα, που ξεμυαλίζεις νοικοκύρηδες ανθρώπους!

—-

Η μηχανή του μεγάλου τρακτέρ δούλευε στο ρελαντί ώρα πολλή όξω απ’ το τσαγκαράδικο του Βρανά στη Νεάπολη. Το όχημα ήτανε παρκαρισμένο στο ρείθρο του καλντεριμιού και ο ιδιοκτήτης του είχε εξαφανιστεί αφήνοντας τη μηχανή του αναμμένη.

Ο Θράσος πάνω που τσάρκιαζε στεγνός σαλιγκάρι, άκουσε το θόρυβο της μηχανής του τρακτέρ, πλησίασε και άρχισε να το περιεργάζεται.

— Το αμορτισέρι του θα ’ναι χαλασμένο, γιατί ακούω δυνατό κραδασμό, αποφάνθηκε, μιας και σκάμπαζε από τεχνικά. Αναπάντεχα εμφανίστηκε μπροστά του ο μπαξεβάνης ο Τζίμης με την τσάπα στον ώμο και ξεμεσιασμένος απ’ το σκάψιμο.

— Πω πω, τι είναι τούτο το θερίο, ρε Θράσο, θάμαξε και βγάζοντας την τραγιάσκα του σταυροκοπήθηκε ευλαβικά, γιατί πέρασε το όχημα … για κάποιον περιφερόμενο επιτάφιο!

Αυτομάτως ο Θράσος ψυλλιάστηκε τη «γωνία». Θα έκανε οικονόμι πλεξάνα.

—  Τραχτέρι είναι, ρε Τζιμάκο. Τι ήθελες να ’ναι, κανένα θωρηκτό;

—  Και τι δουλειά κάνει;

—  Εργάζεται στα ταμπάκικα …

—  Έλα βρε …

— Ανεβαίνεις απάνω, είπε ο Θράσος εμπιστευτικά, και οι κραδασμοί που κάνει το σισπασιόν σε ξεκουράζουν στο πιτς φιτίλι. Άσε που σου κάνει καλό και στα νεύρα!

—  Αμάν, τέτοια λέγε μου …

    • Θέλεις να δοκιμάσεις, ρε, ναι ή ου;

—  Ναι, αλλά πώς;

—  Ξέρεις να οδηγάς ή θα βρω κανένα μπελά;

—  Έχω ’παγγελματικό …

—  Οκέι, τα τρία λεπτά ένα τάλαρο.

—  Πιο συμφερτικά δε γένεται;

—  Τιμή φιλική σου κάνω. Μη ξεχνάς ότι έχει ανέβει η τιμή της μπεζίνας διεθνώς και από πάνω η εφορία μάς ρουφάει το μεδούλι!

—  Τώρα καταλαβαίνω, ρε Θράσο, τι αδρεφός είσαι!

—  Και στο δίνω καραντί Τζίμη. Θα κατέβεις τόσο ανάλαφρος, που θα νομίζεις πως γύρισες από προσκύνημα στους Αγίους Τόπους! Άντε, χύσου πάνω στο καρ …

Σαλτάρισε στη σέλα ο Τζίμης και άρχισε να καμαρώνει σαν φίκος σε μπαλκόνι. Έπιασε το τιμόνι και έκανε τάχα πως οδηγεί, έσβησε το τσιγάρο του στο μαρσπιέ, όπως είχε δει να κάνουν στο σινεμά, έβγαζε εναλλάξ τα χέρια του στο πλάι, δήθεν ότι προτίθεται να πάρει στροφή, κατόπιν μιμήθηκε με τη φωνή του κλάξον, ενώ παράλληλα έριχνε κλεφτές ματιές στο δρόμο, μη λάχει και κατηφόριζε η Γραμματούλα να τόνε καμαρώσει.

—  Περάσανε τα τρία λεπτά, Τζίμη. Πέφτε το τάλαρο. Αιστάνεσαι ρε, πιο ξαλαφρωμένος τώρα;

—  Άλλος άνθρωπος νιώθω, Θράσο μου!

—  Έμβλημά μας η αποτελεσματικότης. Λόγια θα λέμε;

Φεύγοντας ο Τζίμης το διαλάλησε σε όλο το μαχαλά. Κόσμος και ντουνιάς αρχένεψε να συρρέει από παντού.

—  Καλέ τα μάθατε; Αυτός ο Θράσος, λένε, της κερά Ρνούλας ντε και καλά ο σώγαμπρος άνοιξε επιχείρηση. Διαθέτει ένα θαματουργό μοτόρι, που και νεκρούς ανασταίνει!

—  Μένω εμβρόντητος! Πού βρήκε τα καπιτάλια ο κλειδοτάμπαρος; Μπα, μπαλαμούτι είναι η φτιάξη!

—  Μα το επιβεβαιώνει ο Τζίμης ενόρκως, που το δοκίμασε …

—  Ω, για να το λέει ο Τζίμης αλλάζει το πράμα.

Μακριές ουρές από αργόσχολους, χοντρές ρόμπες της γειτονιάς και χασαπομάναβα άρχισαν να σχηματίζονται και να κρέμονται βοτρυδόν από το θαυματουργό τρακτέρ σε κατάσταση υστερίας.

—  Δώσε και μένα θείο …

Ο Θράσος με μια προβατοκουδούνα επέβαλε την τάξη.

—  Περικαλώ εμπάτε στην ουρά. Μη συνωθείστε. Θα πάρετε όλοι. Υπάρχει για όλο τον κόσμο. Πουρ λε μόντ …

—  Ένα δεκάλεπτο θα ήθελα, κυρ Θράσο μου, να γίνει η θεραπεία μου ολοκληρωμένη.

—  Ελήφθη μανδάμ. Επιθυμείτε να σας κόψω απόδειξη;

—  Εγώ πέντε λεπτά, Θράσο παιδί μου, γιατί έχω και μπουγάδα.

—  Πήδα στο ροδάτο, κερά Φρόσω …

—  Πιό χαμηλή τιμή δε γίνεται, Θράσο τέκνον μου;

—  Αι υποχρεώσεις μας προς τρίτους, πάτερ, δεν το επιτρέπουν εισέτι. Την ευλογία σας.

—  Τι να σου πω, γιέ μου. Τέτοιο αποτέλεσμα δεν είδα μήτε στον Άγιο Νεκτάριο της Αιγίνης! Να αποκτήσεις ό,τι λαχταράς.

—  Αντεύχομαι.

—  Αχχχ! Φέτο μήτε στο ντοκτόρο δε θα πάω για την ποδάγρα.

—  Σας αναμένομεν και αύριον …

—  Ανυπερθέτως.

Καθώς έπεφτε η χοντρή βροχή της μπακίρας και ο Θράσος κομπόδενε τις εισπράξεις, λεφτά να χορτάσει ένα τσούρμο και να περισσέψουν και για τα ποντίκια, σταμάτησε ξαφνικά η μηχανή λόγω … έλλειψης καυσίμου!

—-

Αξάφνου εμφανίζεται ο χωρικός, ο ιδιοκτήτης του τρακτεριού σοκαρισμένος, που έβλεπε ένα τόσο πλήθος γύρω απ’ το εργαλείο του.

—  Ίντα θωρούν τα μάτια μου;

—  Πώς κι αφήνεις, ρε μπάρμπα, τη μηχανή σου αναμμένη και φεύγεις, τον αποπήρε ο Θράσος.

—  Ηπήα ίσαμε τα γαϊδουριέρικα ν’ αγοράσω ένα ταγάρι, γιατί σκιάζομαι να μην πάει και βγάλει τίποτις καβαλίνες το άτιμο, είπε δείχνοντας το τρακτέρ.

—  Το ξέρεις, πως άμα δεν ήμουνα εγώ να το προσέχω και να … σβήσω τη μηχανή έγκαιρα θα σου είχε καεί;

—  Δεν είμαι ανέγνωρος γιέ μου. Να πάρε ένα κοσάρι για τον κόπο σου και έλα και αύριο να μου το προσέχεις.

—  Ένα δεκάρικο θα κρατήσω, μπάρμπα Γιωσήφη. Μην είμαστε … και πλεονέχτες τώρα!