Βιομηχανία της Ερμούπολης (Διάλεξη)

Βιομηχανία της Ερμούπολης (Διάλεξη)

Βιομηχανία της Ερμούπολης (Διάλεξη)

«Διάλεξη της ομότιμης καθηγήτριας κ. Χριστίνας Αγριαντώνη 

για την Βιομηχανία της Ερμούπολης»

Κείμενο και φωτογραφίες από τον κ. Χρήστο Θανόπουλο

Την Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019, η ομότιμος καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Χριστίνα Αγριαντώνη έδωσε διάλεξη στην Στέγη του Συνδέσμου Συριανών με θέμα: «Βιομηχανία της Ερμούπολης».

Ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Συριανών κ. Δημήτρης Βαφίας παρουσίασε το βιογραφικό της ομιλήτριας. Ο κοσμήτορας κ. Χρήστος Θανόπουλος καλωσόρισε την διαπρεπή ερευνήτρια.

Η κ. Χριστίνα Αγριαντώνη σπούδασε αρχιτεκτονική στο Ε.Μ.Π. (Αθήνα) και ιστορία στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε την διδακτορική διατριβή της το 1984 με θέμα την εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα (Paris X – Nanterre). Ασχολείται με την νεότερη ελληνική ιστορία, με έμφαση στην βιομηχανική και οικονομική ιστορία. Εργάζεται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΚΝΕ/ΕΙΕ). Συμμετείχε στην δημιουργία του Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού – Βιομηχανικού Μουσείου Ερμούπολης, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του ΚΝΕ/ΕΙΕ σε συνεργασία με τον Δήμο Ερμούπολης (1979). Έχει διδάξει κυρίως σε μεταπτυχιακούς κύκλους σπουδών στο ΚΝΕ/ΕΙΕ, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Université de Provence της Γαλλίας. Το δημοσιευμένο έργο της αφορά τα πεδία της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, της Ιστορίας των Επιχειρήσεων, της Ιστορίας των Πόλεων και της Βιομηχανικής Αρχαιολογίας. Είναι μέλος διεθνών επιστημονικών εταιρειών και ερευνητικών δικτύων.

Συμμετείχε ως επιστημονική επιμελήτρια της Έκθεσης «160 χρόνια MADE IN GREECE» (18/1/18 – 23/3/18) που έλαβε χώρα στο Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου – Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και αφορούσε την γέννηση και εξέλιξη της Ελληνικής Βιομηχανίας στον 19ο και 20ο αιώνα. Συμμετείχε στην συγγραφή του οδηγού Δήμου Ερμούπολης «Σύρος, Ερμούπολη, Ιστορικό οδοιπορικό» (έκδοση ΔΕΑΕ, Ολκός 2000), μαζί με την Αγγελική Φενερλή και συνεργασία των Χρήστου Λούκου και Μάνου Ελευθερίου. Έχει εκδώσει το βιβλίο «Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», Ιστορικό Αρχείο – Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας, Αθήνα 1986, 2η έκδοση, Κατάρτι, Αθήνα 2010. Τους επόμενους μήνες ολοκληρώνεται και θα κυκλοφορήσει το βιβλίο: «Η βιομηχανία της Ερμούπολης», 1830–1940, ΚΝΕ/ΕΙΕ.

Η κ. Αγριαντώνη ξεκίνησε την ιστορική της αναφορά με τους πρώτους πρόσφυγες από Σμύρνη, Κυδωνιές, Χίο που έφθασαν στο λιμάνι της Σύρου (1821). Ακολούθησε ο κύριος όγκος προσφύγων από Χίο (1822), Ψαρά, Κάσο, Κρήτη (1824), κ.α. Οι πρόσφυγες έχουν ιδιαίτερη φυσιογνωμία, προέρχονται κυρίως από την αστική τάξη. Είναι πεπειραμένοι έμποροι με οργανωμένα δίκτυα στο εξωτερικό (Χιώτες), τεχνίτες με υψηλή ειδίκευση στην ναυπηγική (Χιώτες, Υδραίοι, Σπετσιώτες, Ψαριανοί) και στην κατεργασία δερμάτων (Χιώτες, Κρητικοί). Η πρώτη ξύλινη παραγκούπολη (1821–1823), γρήγορα έδωσε την θέση της σε λιθόκτιστες οικίες (1824). Στην πρώτη φάση ανάπτυξης της Ερμούπολης, περίπου μέχρι το 1860, οι βιομηχανικές δραστηριότητες ήρθαν να συμπληρώσουν την πρώιμη εμπορική κίνηση (από το 1830 η Σύρος είχε γίνει κεντρικό λιμάνι του διαμετακομιστικού εμπορίου της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας). Η πρώτη βιομηχανία που ακμάζει είναι η κατεργασία δερμάτων. Τα βυρσοδεψεία των Καλουτά, Σαλούστρου, Παπαδάμ, Κορνηλάκη, Γάγκου, κ.α., ήταν μοναδικά στην Ελλάδα, με ατμομηχανές, φημισμένα σαν τα καλύτερα στην Ανατολή. Τα ναυπηγεία της Ερμούπολης κατασκεύαζαν περίπου 100 σκάφη τον χρόνο (1875), με επικεφαλής τους ναυπηγούς Μάσχα, Παγίδα, τους αδελφούς Κουφοδάκη και Κρυστάλλη, κ.α. Αναπτύσσεται επίσης, η τυποβαφική (δηλαδή η εκτύπωση χρωματιστών σχεδίων σε υφάσματα, μαντήλια – καλεμκεριά), με τον κύριο όγκο δουλειάς να γίνεται σε εκατοντάδες σπίτια και το φινίρισμα σε οργανωμένα εργαστήρια (φινιστήρια), τέχνη που ήρθε από Κωνσταντινούπολη, Σέρρες και κεντρικό ρόλο είχε η Κρητικιά Ρουμπίνα Βοτυνάκη. Η οικιακή βιοτεχνία αποτέλεσε την μήτρα της υφαντουργίας. Η σαπωνοποιία ήταν από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες (ιδρύθηκαν από Κρήτες, Κυδωνιείς). Τα περίφημα λουκουμοποιεία των Δαπόλα, Παναγάκου και Σταματελάκη, ήταν τα πιο γνωστά. Όλες οι δραστηριότητες τροφοδοτούσαν το εξωτερικό εμπόριο. Η βυρσοδεψία και η μεταξουργία γίνονται πρώτη εξαγωγική δραστηριότητα.

Έως το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου (1858) το εξωτερικό εμπόριο της Σύρου γνωρίζει μεγάλη και συνεχή ανάπτυξη. Από εκεί και ύστερα ξεκινά η δεύτερη φάση για την Ερμούπολη, με έντονα τα σημάδια της παρακμής. Η οργάνωση των τελωνείων στις παράλιες πόλεις της Μ. Ασίας, η επέκταση της ατμοπλοϊκής συγκοινωνίας, η ανάπτυξη του Πειραιά και άλλων λιμανιών σε Ελλάδα, Μ. Ασία, η αύξηση των φόρων εισαγωγής στα ξένα προϊόντα, είναι παράγοντες που συντελούν στο να χάσει η Σύρος την θέση της ως κέντρο του Ανατολικού εμπορίου. Τα πρώτα σύγχρονα μηχανοκίνητα εργοστάσια έδωσαν ώθηση στην λιμενική οικονομία.

Το 1860 επεκτάθηκε το σχέδιο πόλης πέρα από τον χείμαρρο της Λαλακιάς (φυσικό όριο του οικισμού). Αμέσως άρχισαν να κτίζονται νέα εργοστάσια, αποθήκες και σπίτια. Τα οχληρά βυρσοδεψεία υποχρεώθηκαν να μετακινηθούν νοτιότερα, προς τον Αξό.

Η κατεργασία του σιδήρου ξεκίνησε από μικρά σιδηρουργεία, προάγγελος του Σιδηρουργείου και Μηχανουργείου του εργοστασίου της «Εταιρείας Ελληνικής Ατμοπλοΐας» (Νεωρίου) που κτίστηκε το 1861, στην θέση του παλαιού Λοιμοκαθαρτηρίου, με διευθυντή τον Ηλία Κεχαγιά και τους σημαντικότερους Ερμουπολίτες μετόχους, δανειστές ή προμηθευτές. Τονώθηκε η κίνηση του λιμανιού και ιδρύθηκε σχολή μηχανικών που τροφοδοτούσε τα εργοστάσια. Πτώχευσε το 1893 και το εργοστάσιο ανέλαβε η εταιρεία «Νεώριον & Μηχανουργεία Σύρου» των Τσιροπινά, Λαδοπούλου, Βαφιαδάκη, Πετροκόκκινου.

Την δεκαετία 1860–1870 αναπτύσσεται η αλευροβιομηχανία, όταν λειτουργούν επτά ατμοκίνητοι αλευρόμυλοι ιδιοκτησίας αρτοποιών και Ψαριανών καραβοκύρηδων. Η Ερμούπολη κέντρο αλευροβιομηχανίας, διατηρεί τον ρόλο της στο διεθνές σιτεμπόριο, με τα ιστιοφόρα πλοία που μεταφέρουν το σιτάρι Ρωσίας (μέσω της Μαύρης Θάλασσας) και της Τουρκίας. Το πρώτο ατμοκίνητο αλευροποιείο ίδρυσε ο Χρυσός (1861), ακολούθησαν οι Βέλτσος, Μπούμπουλης, Παπαπανικολής και Βαφιαδάκης, κ.α. Μακαρονοποιείο ατμοκίνητο ίδρυσαν οι αδελφοί Βρατσάνου (1898) και οι Καλημέρης – Ασημομύτης (1900).

Η δημιουργία των βαλκανικών κρατών (1881), οδήγησε στην απώλεια των αγορών της Τουρκίας. Τα ατμόπλοια στάθμευαν σε πολλά ενδιάμεσα λιμάνια (σκάλες) και η Σύρος απώλεσε τον ρόλο της ως κεντρικό λιμάνι. Από το 1890 έκλεισαν οι αλευρόμυλοι, πλην του Βαφιαδάκη, το Νεώριο παραπαίει, υπάρχει παρατεταμένη ύφεση και η Σύρος από κέντρο του διεθνούς εμπορίου περνά στην τρίτη φάση, την βιομηχανική. Η υποτίμηση τη δραχμής και η αλλαγή των διεθνών συνθηκών στο τέλος του 19ου αιώνα οδηγούν στην άνοδο της υφαντουργίας.

Όταν παράκμασε η παραδοσιακή τυποβαφική, στα σπίτια μπήκαν οι πλεκτομηχανές και ραπτομηχανές. Νέες μικρές επιχειρήσεις συνδύαζαν και πάλι την οικιακή εργασία με το εργαστήριο. Το ζεύγος Κέφερ από την Γερμανία, γύρω στα 1890 συνετέλεσε στην διάδοση της πλεκτικής στην Ερμούπολη. Αυτές οι επιχειρήσεις άνοιξαν το δρόμο για την δημιουργία των υφαντουργείων και νηματουργείων, που έχουν ταυτιστεί με το ερμουπολίτικο βιομηχανικό θαύμα του 20ου αιώνα. Νέα μηχανουργεία (Μπαρμπέτα), υαλουργείο, χρωματοποιείο (Κατσιμαντή), εργοστάσια μολυβδοσκαγίων (Αναιρούση), κ.α., συμπλήρωσαν την βιομηχανική κίνηση. Πολλοί επαγγελματίες αγοράζουν – ιδρύουν υφαντουργεία (Αδελφοί Κουλούρη, Νοστράκης, Πιεράκος, Αναιρούσης, Τσαγκαράκης, Κρυστάλλης). Ακολούθησαν οι μεγαλέμποροι (Φουστάνος, Καρέλλας, Βελισαρόπουλοι), οι οποίοι έπαιρναν δάνεια από ιδιώτες τραπεζίτες (Αράγκη, Βαφιαδάκη), για να ιδρύσουν τις επιχειρήσεις τους. Στο τέλος του 19ου αιώνα, οι Πελοποννήσιοι μετέτρεψαν την Ερμούπολη από εμπορική σε βιομηχανική περιοχή. Την θέση των Χιωτών εμπόρων πήραν οι Πελοποννήσιοι βιομήχανοι.

Πρώτη βαμβακουργική εταιρεία («Ομόνοια») ιδρύει ο Καλαπαδόπουλος (1870). Το κλωστήριο «Αρμονία» (1877) ιδρύουν οι Νοστράκης, Πιεράκος, Δαρόπουλος, οι οποίοι εξαγόρασαν την «Ομόνοια» και μαζί με την Α.Κ.Ε.Σ. των Κουλούρη, λειτούργησε έως το 1960.

Οι Λαδόπουλοι  αγόρασαν το βυρσοδεψείο Καλουτά (1893), το επέκτειναν ιδρύοντας το πρώτο ηλεκτροφωτισμένο, ατμοκίνητο υφαντήριο, το οποίο λειτούργησε έως το 1950. Πολλοί υφαντουργοί άνοιξαν παραρτήματα στον Πειραιά (Βελισαρόπουλοι, Καρέλλας, Κουλούρης). Οι Σέτερης, Σπάθης ίδρυσαν σπορελαιουργείο στην Αθήνα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η βυρσοδεψία είχε πλήρως εκβιομηχανιστεί (βυρσοδεψεία Θανόπουλου, Γλυνού, Τόζου). Στην παγκόσμια οικονομική κρίση 1929–1932 έκλεισαν πολλές επιχειρήσεις και άλλες καταστράφηκαν με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Μεσοπόλεμο επικρατούσε κλίμα προστατευτισμού (υποχρέωση κατανάλωσης εγχωρίου βάμβακος). Ιδρύθηκε Σχολή Κλωστοϋφαντουργίας Σύρου (1954-1958). Τα «Κλωστοϋφαντουργεία Δ. Καρέλλας Α.Ε.» από το 1946 ονομάζονται «Κλωστοϋφαντήρια Αιγαίο Α.Ε.» και λειτούργησαν έως το 1990. Το κλωστήριο Χατζηλία – Καλόξυλου (1937), μεταπολεμικά περιήλθε στην «Πειραϊκή – Πατραϊκή Α.Ε.», κατόπιν πέρασε στην «TERLANA A.E.» και έκλεισε πρόσφατα. Το 1973 άρχισε να λειτουργεί το κλωστήριο της «Ε. Μπαρμπέτας Α.Ε.» στα Τάλαντα. Η κρίση εντάθηκε τις δεκαετίες ’70 έως ’90. Η κλωστοϋφαντουργία της Ερμούπολης, «Μάντσεστερ της Ελλάδας» των 3.000 εργαζομένων δεν υπάρχει πια. Τα αίτια πολλά, όπως η περίεργη φορολογική μεταχείριση, τα υψηλά μεταφορικά, τα υψηλά επιτόκια δανεισμού, ο αθέμιτος ανταγωνισμός από εισαγόμενα κλωστοϋφαντουργικά είδη της Ανατολικής Ευρώπης και Ασίας.  Τα τελευταία βυρσοδεψεία έκλεισαν το 1970.  Ο έλεγχος του Νεωρίου πέρασε στους Κασσιώτες εφοπλιστές Διακάκη (1925) και Ρεθύμνη (1950), στους Ανδριώτες αδελφούς Γουλανδρή (1968), στον έλεγχο τραπεζών – κράτους (1979), στην «Νεώριον Νέα Α.Ε.» (1994), στην εταιρεία «AMBER» και στον σημερινό ιδιοκτήτη ONEX του κ. Π. Ξενοκώστα.

Μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού ήταν αγρότισσες της Άνω Σύρου, οι οποίες έπαιρναν το μισό μεροκάματο των ανδρών και ήταν ένα μεγάλο πλεονέκτημα της συριανής κλωστοϋφαντουργίας. Το 1879 έγινε η πρώτη μεγάλη απεργία της Ελλάδος στην Ερμούπολη, από ξυλουργούς και βυρσοδέψες, με αιτήματα την μείωση ωραρίου, καθιέρωση της αργίας της Κυριακής, πληρωμή σε δραχμές, κ.α. Οι επιχειρήσεις ήταν οικογενειακές. Δεν έγινε διαχωρισμός του management από την διεύθυνση. Λειτουργούσαν με καταστατικό και πατερναλιστικά πρότυπα (ο εργοδότης έχει προσωπική επαφή και σχέση με τους εργαζόμενους). Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο καθηλώνονται οι μισθοί. Γίνεται καθιέρωση πριμ, δώρων στους πολύ παραγωγικούς εργάτες. Με την διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας το βιομηχανικό δυναμικό σταθεροποιείται. Στην Ερμούπολη υπάρχει δημογραφική στασιμότητα. Από τους 6.000 πρόσφυγες του 1922 – 1924 παρέμειναν τελικά 3.000 άτομα.

Τα συριανά εργοστάσια έχουν κλείσει και μαζί με αυτά χάθηκε πολύτιμη τεχνογνωσία. Η συριανή οικονομία στηρίζεται πλέον κυρίως στο  Νεώριο, την παιδεία,  την αγροτική παραγωγή,  τον τουρισμό, την οικοδομή, τις υπηρεσίες και το εμπόριο.

Την διάλεξη παρακολούθησαν 40 άτομα. Ανάμεσα τους ξεχώριζε η κ. Λούκου, σύζυγος του ακούραστου ερευνητή του συριανού αρχειακού υλικού, καθηγητού του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Χρήστου Λούκου. Ακολούθησε συζήτηση, στην οποίαν συμμετείχαν η κ. Μαργαρίτα Καλουτά και η έφορος του Συνδέσμου Συριανών κ. Ντίνα Συκουτρή-Αντρειωμένου , οι  οποίες ανέφεραν εμπειρίες τους από την διάσωση πολύτιμων αρχείων της Ερμούπολης. Η κ. Ευαγγελινή Γλυνού-Βαμβακοπούλου έκανε μια σύντομη παρέμβαση για τα συριανά εργοστάσια. Μετά την παράθεση ποικίλων προβληματισμών και την ολοκλήρωση της συζήτησης, οι παρευρισκόμενοι γεύτηκαν τα μεζεδάκια που είχαν ετοιμάσει οι κυρίες του Δ.Σ.  Συγχαρητήρια σε όλους!

Βιβλιογραφία

    • Αγριαντώνη Χριστίνα, Φενερλή Αγγελική, Ερμούπολη – Σύρος, Ιστορικό Οδοιπορικό, έκδοση ΔΕΑΕ, Ολκός, Αθήνα 2000.
    • Μαρκουλής Αντώνης, Η Κλωστοϋφαντουργία στη Σύρα, Από τον 19ο αιώνα στον 21ο αιώνα, Έκδοση Δήμου Ερμούπολης, Σύρα 2008.
    • Τραυλός Ιωάννης, Κόκκου Αγγελική, Ερμούπολη, έκδοση Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1980.
    • Διάλεξη κ. Αγριαντώνη Χριστίνας στην Στέγη Συνδέσμου Συριανών.
    • previous arrow
      next arrow
      Slider