Αρχιτεκτονική της Ερμούπολης

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ

Κείμενο από τον Κοσμήτορα του Συνδέσμου κ. Χρήστο Θανόπουλο

Ο Χαιρετισμός Προέδρου στο Ημερολόγιο του ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΣΥΡΙΑΝΩΝ «2022» αποτελεί αφιέρωμα στην αρχιτεκτονική κληρονομιά της Ερμούπολης, στο μοναδικό πολιτιστικό θησαυρό των δημοσίων κτιρίων και των κατοικιών, των περίφημων ερμουπολίτικων αρχοντικών. Η Ερμούπολη δημιούργησε το δικό της ευρωπαϊκό αστικό πολιτισμό. Ήταν η ελληνική παραλλαγή του.

Καμία άλλη ελληνική πόλη δεν παρουσιάζει τέτοια ομοιόμορφη αρχιτεκτονική εικόνα, όπως η Ερμούπολη, δημιούργημα κυρίως του 19ου αιώνα. Στο σταυροδρόμι Ανατολής – Δύσης, κεντρικό λιμάνι, εμπορικό, βιομηχανικό και πολιτιστικό κέντρο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και της Ανατολικής Μεσογείου, με επαφές και επιρροές από τα ευρωπαϊκά κέντρα, βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να δραστηριοποιηθούν (κυρίως 1840–1860) Ευρωπαίοι αρχιτέκτονες, Γερμανοί (J. Erlacher, W. von Weiler, E. Ziller), Ιταλοί (P. Sampó), ο Γάλλος Vaugarhy, αλλά και πολλοί Έλληνες (Γ. Παλαμάρας, Χ. Σιώμος, Ε. Ψύχας, Ι. Βιδάλης ή Φυτάλης, Ι. Βλυσίδης, Α. Ζηνόπουλος, Δ. Ελευθεριάδης, Κ. Κοκκίνης, Α. Βιδάλης, Γ. Μεταξάς, Α. Γεωργαντάς), δημιουργώντας τον τύπο κτιρίου που ονομάζουμε Νεοκλασική Αρχιτεκτονική της Ερμούπολης, ένα συγκερασμό του νεοκλασικού και ρομαντικού ρυθμού.

Τα άθλια ξύλινα παραπήγματα των προσφύγων γρήγορα άρχισαν να αντικαθίστανται από λίθινες οικίες (ήδη από το 1824 και κυρίως μετά το 1829), απλές αρχικά και μνημειακές αργότερα. Η δημιουργία σχεδίου πόλεως από τους Weber και Weiler έβαλε τάξη στην οικοδομική αναρχία, καθόρισε τις κεντρικές οδούς, πλατείες, τις θέσεις των δημοτικών κτιρίων. Ο νεοκλασικός ρυθμός (πιστός στις αρχές της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής) και ο ρομαντικός ρυθμός επικρατούν από τα μέσα του 18ου αιώνα και χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική για εκατό περίπου χρόνια. Ο κλασικισμός θα βρει καθολική αποδοχή στον ελληνικό χώρο. Οι αρχιτέκτονες που δημιουργούν τις πρώτες ελληνικές πόλεις έχουν την ευκαιρία να μελετήσουν απευθείας τα αρχαία μνημεία και να δημιουργήσουν κτίρια με καθαρές αρμονικές γραμμές και αξιοθαύμαστη αρτιότητα.

Οι οικίες είναι αρχικά του λαϊκού ή νησιωτικού τύπου (1821–1835), ακολουθώντας την αστική αρχιτεκτονική των περιοχών προέλευσης του πληθυσμού, με δυτικά ή ανατολικά χαρακτηριστικά (στοιχεία μακεδονικά, μικρασιατικά, κ.α.). Είναι διώροφα, στο κατώγειο η κουζίνα, τραπεζαρία, βοηθητικοί χώροι, σκάλα που οδηγεί στον όροφο, στο ανώγειο ο κύριος χώρος υποδοχής, ημιυπαίθριο χαγιάτι, δωμάτια, αυλή προς το δρόμο. Κατόπιν η μεγάλη πλειοψηφία των οικιών ακολουθεί το νεοκλασικό ρυθμό, όπως διαμορφώθηκε στην Ερμούπολη τον 19ο αιώνα, από ελληνικά και αναγεννησιακά πρότυπα. Μετά το 1870 κτίζονται νεοκλασικά κτίρια με έντονες επιρροές από την αθηναϊκή αρχιτεκτονική. Υπάρχουν αμιγείς κατοικίες ή κατοικίες με κατάστημα ή αποθήκη στο ισόγειο. Στις αμιγείς κατοικίες, στο ισόγειο υπάρχει η κουζίνα, η τραπεζαρία και ξύλινη σκάλα οδηγεί στον όροφο, με το σαλόνι, τα δωμάτια, κ.α. Τα κτίρια είναι λιθόκτιστα, με τοίχους πάχους 50–60 εκ., ξύλινα πατώματα με δοκάρια (τράβες) – τάβλες, ταβανοσάνιδα (στα ταβάνια), διαχωριστικούς τοίχους από μπαγδατί (ξύλινος σκελετός σοβατισμένος), ξύλινη στέγη με κεραμίδια και από κάτω μόνωση (φύκια – αργιλόχωμα – θηραϊκή γη), πάνω στο σανίδωμα. Η εξωτερική τοιχοδομία είναι αρμολογημένη με μεγάλες μαρμαρόπετρες ή λαξευτή. Μπορεί ο τοίχος να είναι σοβατισμένος ή όχι. Υπάρχουν μαρμάρινα μπαλκόνια, με μπαλκονοποδιές που πατάνε σε φουρούσια. Τα ανοίγματα είναι πυκνά με πλαίσιο. Σταδιακά η διακόσμηση γίνεται πλουσιότερη, με βάσεις, επίκρανα, επιστήλια, παραστάδες. Ο αθηναϊκός τύπος οικίας έχει μάρμαρο στη βάση, πήλινα κολωνάκια, ακροκέραμα, πήλινα αγάλματα, χυτοσίδηρο στις σιδεριές, σιδηροδοκούς στα πατώματα, κ.α.

Σε καμία άλλη πόλη της Ελλάδος δεν έχουν διατηρηθεί τόσες πολλές και τόσο καλοδουλεμένες τοιχογραφίες. Πολλές είναι δημιουργίες Ιταλών ζωγράφων (όπως ο G. Tammi που υπογράφει τα έργα του σε δύο οικίες), αλλά και Ελλήνων. Είναι επηρεασμένοι από τις τοιχογραφίες της Αναγέννησης και της Πομπηΐας – Herculanum. Χρησιμοποιούν τις τεχνικές της νωπογραφίας και στερεοχρωμίας. Κυκλοφορούσαν εκδόσεις, με πρότυπα σχέδια, αλλά κάποια είναι πρωτότυπες συνθέσεις. Τα θέματα προέρχονται από την ελληνική μυθολογία-ιστορία. Αρχαίοι ποιητές – ρήτορες, μνημεία, σκηνές μαχών – ήρωες του 1821, ιστορικά πρόσωπα, τοπία, πουλιά, ζώα, ψάρια, πλοία, φυτικά μοτίβα, ανθέμια, ρόδακες, αστέρια, κ.α.

Υπάρχουν 1000 ερειπωμένα κτίρια. Κάποια αρχοντικά δυστυχώς απειλούνται με κατάρρευση, ενώ σε κάποια κινδυνεύουν ή έχουν χαθεί οριστικά οι τοιχογραφίες – οροφογραφίες. Στηρίζουμε τις προσπάθειες του Συλλόγου Μελετητών Μηχανικών Νομού Κυκλάδων, της ομάδας «Τα νεοκλασικά της Σύρου εκπέμπουν SOS», του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Κυκλάδων, του Δήμου Σύρου-Ερμούπολης που στοχεύουν στην επιτάχυνση της διαδικασίας αδειοδότησης από το ΥΠΠΟ (σήμερα απαιτούνται 2-4 χρόνια), ώστε να οδηγηθούμε  στη γρήγορη διάσωση, αποκατάσταση και ανάδειξη των συριανών δημόσιων κτιρίων και αρχοντικών. Οι επιπτώσεις θα είναι ευεργετικές τόσο στον πολιτιστικό, όσο και στον οικονομικό τομέα.

Το όραμα των προγόνων μας, που από τις στάχτες του Αγώνα του 1821 δημιούργησαν το «θαύμα» της Ερμούπολης, ας αποτελέσει πηγή  έμπνευσης και υπέρβασης για όλους μας.

Η ΙΔΙΑΖΟΥΣΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΡΜΗ

από την Πέγκυ Σ. Στεργίου

Καθηγήτρια Γαλλικών –Γλωσσολογίας

Τα παλαιότερα σπίτια της Ερμούπολης τα έχτισαν οι πρόσφυγες, από το 1822 μέχρι και το 1835 σύμφωνα με τις τεχνικές και την τυπολογία της παραδοσιακής αστικής αρχιτεκτονικής των περιοχών προέλευσης, με τονισμένα λιγότερο ή περισσότερο τα δυτικά ή ανατολικά χαρακτηριστικά, και ανάλογες διαφοροποιήσεις (στοιχεία μακεδονικά, μικρασιατικά κλπ.).

Από την εποχή αυτή υπάρχουν σήμερα ελάχιστα κτίρια, τα πιο επιμελημένα.

Όταν αργότερα επικράτησε ο κλασικισμός, τέτοια σπίτια παραδοσιακής αστικής αρχιτεκτονικής εξακολούθησαν να χτίζονται με μικρές ή μεγάλες επιρροές από τη νέα τάση. Στο κέντρο της Ερμούπολης  συναντούμε αρκετά σπίτια αυτής της κατηγορίας, που παρά τις διαφοροποιήσεις τους παρουσιάζουν ενιαία γνωρίσματα

Είναι συνήθως διώροφα, με ανώγειο και κατώγειο. Στο κατώγειο βρίσκονται η κουζίνα, η τραπεζαρία και βοηθητικοί χώροι, ενώ στο ανώγειο, ο κύριος χώρος υποδοχής, ημιυπαίθριο χαγιάτι και δωμάτια. Συχνά τα σπίτια αυτά δεν ακολουθούν τη ρυμοτομική γραμμή και έχουν αυλή προς τον δρόμο, οπότε μια εξωτερική σκάλα οδηγεί στον όροφο.

Οι τοίχοι των σπιτιών αυτών είναι πέτρινοι ή τσατμάδες (τοίχοι με ξυλοδεσιές) σοβατισμένοι εξωτερικά. Το πάτωμα είναι ξύλινο, όπως και οι στέγες, με κεραμίδια και μεγάλα ξύλινα γείσα με ξύλινους εξώστες.

Παράλληλα εμφανίζεται στη Σύρο ένας άλλος τύπος αστικής οικοδομής, ο νεοκλασικισμός, που ήταν ήδη διαδεδομένος στα παραλιακά εμπορικά κέντρα της Ελλάδας από τους Βενετούς και τους Γενουάτες με επιρροές της Ιταλικής Αναγέννησης.

Τα κτίρια του τύπου αυτού είναι τα γνωστά νεοκλασικά οικοδομήματα, πέτρινα, πολυώροφα, με μεγάλα ανοίγματα συμμετρικά διατεταγμένα στις απλές, συνήθως, όψεις, και στέγη από κεραμίδια. Χαρακτηριστικά αυτών των κτιρίων θα επιβιώσουν στη μετέπειτα νεοκλασική αρχιτεκτονική της Ερμούπολης, δίνοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της.

Στα 1840-1860 η οικοδομική δραστηριότητα ήταν έντονη.

Σημαντικοί αρχιτέκτονες, Βαυαροί, Ιταλοί και στη συνέχεια Έλληνες, επηρεασμένοι από τα ρεύματα του Κλασικισμού και του Ρομαντισμού, δημιουργούν τον τύπο κτιρίων που σήμερα ονομάζουμε Νεοκλασική Αρχιτεκτονική της Ερμούπολης.

Διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες νεοκλασικών κτιρίων :

    • αμιγείς κατοικίες και
    • κατοικίες με κατάστημα ή αποθήκη στο ισόγειο.

Οι οικίες  είναι διώροφες ή τριώροφες, επάνω στη ρυμοτομική γραμμή, και καλύπτουν συνήθως ολόκληρο το οικόπεδο.

Η φέρουσα κατασκευή των σπιτιών είναι από λιθόκτιστους τοίχους πάχους 50-60 εκ. Στα καταστήματα του ισογείου, προκειμένου να εξασφαλιστεί ενιαίος χώρος, η στήριξη γίνεται με καμάρες.

Τα πατώματα είναι εξ ολοκλήρου ξύλινα με δοκάρια (τράβες), που στην περίπτωση μεγάλων ανοιγμάτων μεταβιβάζουν τα φορτία σε μεγαλύτεραδοκάρια, κατασκευασμένα από κυπαρίσσι, δρυ, καστανιά.Στη τοιχοδομία δεν έχουμε συμπαγείς  λαξευμένες πέτρες αλλά επένδυση με μαρμάρινες πλάκες πάχους 6-12 εκ.

Μαρμάρινη ταινία, χωρίς λεπτομέρειες συνήθως, χωρίζει τους ορόφους. Ο τελευταίος όροφος στέφεται με μαρμάρινο γείσο και στηθαίο, συνήθως συμπαγές, ή πιο σπάνια με αέτωμα.

Οι όροφοι των σπιτιών έχουν πάντα μαρμάρινα μπαλκόνια ορθογώνια ή με κυκλικές επεκτάσεις στις δύο πλευρές για να ανοίγουν τα εξωτερικά φύλλα της μπαλκονόπορτας. Οι «μπαλκονοποδιές» πατάνε σε απλά «φουρούσια», συνήθως χωρίς διακόσμηση, εκτός από μια ροζέτα ή άλλα σύμβολα στο μέτωπο. Οι σιδεριές των μπαλκονιών και των κουφωμάτων είναι σφυρήλατες με απλά αλλά εξαιρετικής κατασκευής σχέδια.
Ο βασικός αυτός τύπος κτιρίου παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία ανάλογα με το οικόπεδο, τις υψομετρικές διαφορές κλπ., οπότε δημιουργούνται πρωτότυπες, τολμηρές λύσεις. Άλλος παράγοντας ποικιλίας είναι η οικονομική κατάσταση των ιδιοκτητών και η επιθυμία τους για πλουσιότερη διακόσμηση των εξωτερικών όψεων. Στις περιπτώσεις αυτές προστίθενται στις όψεις παραστάδες με βάσεις και επίκρανα, επιστήλια και ταινίες με πλούσιο διάκοσμο, μαρμάρινα πλαίσια στα παράθυρα με γείσα, μικρά φουρούσια ή αετώματα.

Οι είσοδοι τονίζονται με μνημειακά διακοσμημένα πλαίσια ή πρόπυλα. Τα φουρούσια γίνονται ανάγλυφα με σπείρες, φυτικά ή και ζωικά ακόμη θέματα, τρίαινες, κηρύκεια, και οι μπαλκονοποδιές διακοσμούνται με φατνώματα και ρόδακες.

Κτίρια του τύπου αυτού χτίζονται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αϊ. Από τα μέσα του αιώνα, όμως, αρχίζουν να υιοθετούνται στοιχεία από τη νεοκλασική αρχιτεκτονική που διαμορφώθηκε στην Αθήνα.

Το 1876 αρχίζει να κτίζεται το Δημαρχείο και οπωσδήποτε αποτέλεσε υπόδειγμα τόσο στην τοπολογία όσο και στους τρόπους κατασκευής για τα ιδιωτικά κτίρια. Στα κτίρια αυτά, του «αθηναϊκού τύπου», περιορίζεται η εμφανής λιθοδομή και γίνεται μεγαλύτερη χρήση σοβατισμένων επιφανειών. Μάρμαρο χρησιμοποιείται κυρίως στη βάση του κτιρίου, στους γωνιόλιθους, στα μπαλκόνια, στην είσοδο και σε ορισμένες λεπτομέρειες, χωρίς να πάψουν να υπάρχουν και όλο μάρμαρα κτίρια με μαρμάρινο διάκοσμο. Οι όψεις αποκτούν τραβηχτά κυμάτια, πήλινα κολωνάκια, ακροκέραμα, ακόμη και πήλινα αγάλματα ή γλάστρες στη στέψη.

Οι σιδεριές στα κουφώματα και στα μπαλκόνια συχνά είναι από χυτοσίδηρο ( «μαντέμι»).

Τα ξύλινα κουφώματα είναι γερμανικού ή  γαλλικού τύπου. Τα φύλλα στις εξώθυρες αποκτούν πλούσια διακόσμηση και έχουν τζαμιλίκια με σιδεριά στο πάνω μέρος και δύο ταμπλάδες στο κάτω.

Η Ερμούπολη ευτύχησε να δημιουργηθεί στην καρδιά μιας περιοχής που φημιζόταν για την παράδοση της στις οικοδομικές τέχνες. Μερικοί εμπειρικοί αρχιμάστορες έγιναν εργολάβοι ή «τέκτονες», όπως τους έλεγαν. Οι γνωστότεροι ήταν οι Νικόλαος Ιερώνυμος, Αριστείδης Βιδάλης, Μάρκος Σαρηγιάννης.Όμως, αναμφίβολα, η Ερμούπολη οφείλει πολλά στους αρχιτέκτονες και μηχανικούς, Έλληνες και αλλοεθνείς. Είναι μάλιστα ενδεικτικό της σημασίας της το γεγονός ότι δέχτηκε μερικούς από τους σημαντικότερους μηχανικούς που εργάστηκαν στην Ελλάδα τον 19ο αι.

Στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αι. ο Δήμος είχε δικούς του αρχιτέκτονες, που άφησαν τη σφραγίδα τους στην πόλη, σε δημοτικά και ιδιωτικά κτίρια. Στα 1843-45 τη θέση του δημοτικού αρχιτέκτονα είχε ο Χιώτης Εμμανουήλ Ζ. Ψύχας πρόσωπο με ευρύτερη δράση που είχε σπουδάσει στο Παρίσι. Στην ίδια θέση υπηρέτησε στα 1860-1864 ο Ιταλός Pietro Sampo, αρχιτέκτονας της Λέσχης και του θεάτρου «ΑΠΟΛΛΩΝ». Ακολούθησαν δύο νέοι αρχιτέκτονες, που είχαν σπουδάσει στο Πολυτεχνείο της Αθήνας με υποτροφία του Δήμου, ο Ιωάννης Βλυσίδης και ο Δημήτριος Ελευθεριάδης, που εργάστηκαν για πολλά χρόνια στην πόλη. Στον Δήμο εργάστηκαν ακόμη ο Α. Ζηνόπουλος, ο Γάλλος μηχανικός Vaugarni, ο Ανδριώτης Ιω. Κουμέλης (1888-1890) που είχε σπουδάσει στη Βιέννη, ο Χρ. Παπαδάκης κ.ά.