Νησί για όλες τις Εποχές

Σύρος:-

Πως είναι να ζεις σε ένα κυκλαδίτικο νησί όλο τον χρόνο;

Η Ερμούπολη προσελκύει ξανά μέτοικους από την Αθήνα και όλο τον κόσμο, ποντάροντας στη δυνατότητα μιας γεμάτης ζωής χειμώνα καλοκαίρι.

Άρθρο από τη «Καθημερινή»

Κείμενο & Φωτογραφίες: Δημήτρης Καραΐσκος

Υπάρχουν τόποι και χρόνοι όπου μια αλυσίδα από απίθανες συγκυρίες δημιουργεί τις συνθήκες για να γεννηθούν εξαιρετικά πράγματα, πράγματα ικανά να αλλάξουν την ιστορία ολόκληρων λαών. Γυρνώντας διακόσια χρόνια πίσω στην καρδιά των Κυκλάδων, βλέπουμε τη γέννηση μιας θαυμαστής πόλης που άναψε τον σπινθήρα μιας βιομηχανικής και αστικής πρωτοπορίας στη μέση του Αιγαίου.

Ήταν τότε που οι έμπειροι Χιώτες έμποροι και ναυτικοί, κατατρεγμένοι από το σπαθί των Οθωμανών, καταλήγουν στη Σύρο, όπου προσπαθούν να στήσουν μια νέα ζωή. Μαζί με Ψαριανούς, Κασιώτες, Μικρασιάτες και Κρήτες προσφεύγουν στο φυσικό, απάνεμο λιμάνι κάτω από τη μεσαιωνική ακρόπολη του νησιού και, ξεκινώντας από ταπεινά προσφυγικά καταλύματα, εντός τριών δεκαετιών κατάφεραν να στήσουν ένα μικρό αλλά πανίσχυρο αστικό, ναυτικό και βιομηχανικό κέντρο. Του έδωσαν το όνομα «Ερμούπολη» εμπνεόμενοι από τον θεό του εμπορίου και σε έναν βράχο στη μέση του πελάγους θεμελίωσαν μια πόλη ευρωπαϊκή, όπου, όπως είχε πει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, «ξαναγεννήθηκε η Ελλάδα». Όταν η Αθήνα έμοιαζε ακόμα με μια μικρή νέα πόλη που καταπιανόταν με τη φιλοδοξία να γίνει πρωτεύουσα, στην Ερμούπολη ήδη βρισκόταν το μεγαλύτερο ναυπηγικό κέντρο της Μεσογείου και υπήρχε μια όπερα όπου μπορούσες να ακούσεις έναν ιταλικό θίασο να παίζει την Τραβιάτα. Μπορεί να έχασε τη δύναμή της όταν ο Πειραιάς τής πήρε τα λιμανίσια πρωτεία της χώρας, στο τέλος του 19ου αιώνα, κατάφερε όμως να κρατήσει μέσα στα χρόνια έναν κοσμοπολίτικο, ευρωπαϊκό αέρα, που έχει ακόμα και σήμερα, διακόσια χρόνια μετά τη γέννησή της.

200 χρόνια μετά

Στις αρχές του 21ου αιώνα, ένα μεικτό πλήθος από Έλληνες και ξένους που μετοικούν στην Ερμούπολη μοιάζει να αναμοχλεύει τους μηχανισμούς μιας πολύχρωμης ζωής, που θυμίζει κατά κάποιον τρόπο αυτή την πρώτη αστική σπίθα του 1820. Πρόκειται για άτομα κάθε προέλευσης και ηλικίας, των οποίων η δημιουργική δραστηριότητα προδίδει το γεγονός ότι αυτή η πόλη έχει έναν τρόπο να τους δέχεται και να τους ενσωματώνει όλους στα γρανάζια της. Η γόνιμη μετοίκηση και η κοινωνική ανεκτικότητα εδώ, στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων, έχουν μέσα στους αιώνες μια αδιάκοπη ιστορική συνέχεια. Στο αφιέρωμα αυτό κάνουμε μια απόπειρα να παρουσιάσουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα όλων όσοι στηρίζουν αυτό το πρωτοποριακό, διεθνές, πολυσυλλεκτικό πρόσωπο της σημερινής Ερμούπολης, αυτό που την κάνει μια πόλη ζωντανή όλο τον χρόνο και θελκτική σε ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Δίπλα στους δραστήριους και ενθουσιώδεις αυτούς μετοίκους, στέκονται και κάποιοι ντόπιοι, που με τα δικά τους οράματα και έργα συνεισφέρουν σε αυτή τη νέα νιότη. Όμως, για να πούμε καλύτερα αυτή την ιστορία, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στον Μεσαίωνα, τότε που η Άνω Σύρος, μια καστροπολιτεία σκαρφαλωμένη σε ένα ύψωμα πάνω από τη σημερινή Ερμούπολη, γίνεται κτήμα των Καθολικών και δέχεται Καπουτσίνους και Ιησουίτες μοναχούς που φέρνουν τους ντόπιους σε επαφή με τον ευρωπαϊκό κόσμο και μακριά από την οθωμανική αγριότητα. «Η ελεύθερη Καθολική Εκκλησία συνέβαλε στο να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την κατοπινή θαυμαστή ανάπτυξη του λιμανιού, την ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας», μας λέει η Συριανή αρχαιολόγος Μαρία Ρώτα. Είναι όμως μια άλλη φράση αυτής της έμπειρης αρχαιολόγου και ξεναγού που μας ταξιδεύει κατευθείαν από την κορυφή του λόφου στην επιφάνεια της θάλασσας και σε ένα κομμάτι της ιστορίας που συνδέει τη μεσαιωνική Σύρο με τη βιομηχανική Ερμούπολη: η εποχή των ξύλινων ιστιοφόρων. «Οι Κυκλαδίτες ήταν πάντοτε κατεξοχήν ναυτικοί», μας λέει η Μαρία Ρώτα, και αμέσως έρχεται στον νου μας η μακρόχρονη παράδοση της συριανής ξυλοναυπηγικής – μιας παράδοσης που, ενώ κινδυνεύει να χαθεί, ευτυχώς στην Ερμούπολη παραμένει ακόμα ζωντανή.

Υπάρχουν ακόμα καρνάγια και ταρσανάδες, ακόμα φτιάχνονται και επισκευάζονται παραδοσιακά σκάφη. Το ναυπηγείο της οικογένειας Μαυρίκου είναι το αρχαιότερο σε λειτουργία παραδοσιακό ναυπηγείο στην Ελλάδα και ιδρύθηκε το 1860. Ένα άλλο ιστορικό ναυπηγείο είναι αυτό του «Φουσκή», όπου ο μέγας μάστορας Γιάννης Ζώρζος (ο λεγόμενος «Φουσκής») δίδαξε την τέχνη στα παιδιά του, Νίκο και Μανώλη, που ακόμα συνεχίζουν την παράδοση. Ο Μανώλης Ζώρζος (για όσους τον ξέρουν και αγαπούν, «Καπτα-Μανώλης»), πρώην καπετάνιος του εμπορικού ναυτικού αλλά και για αρκετά χρόνια πλοίαρχος ξύλινων τουριστικών ιστιοφόρων, θέλει να επικοινωνήσει αυτή τη σπουδαία τέχνη στο κοινό, κατασκευάζοντας υπό κλίμακα ακριβή αντίγραφα παραδοσιακών σκαριών στο προσωπικό του εργαστήρι. «Εδώ είναι ένας μικρός ταρσανάς», μας λέει. Τα μοντέλα αυτά έχουν περίπου δύο-δυόμισι μέτρα μήκος, όντας αρκετά μεγάλα, ώστε να μπορέσει κανείς να παρατηρήσει πάνω τους κάθε ναυπηγική λεπτομέρεια, αλλά και αρκετά μικρά ώστε να μπορούν να μεταφερθούν. Πράγματι, ένα από αυτά, μια τράτα, έχει προσφερθεί ως δωρεά στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, στον Πειραιά, και ένα άλλο, μια μυκονιάτικη λάντζα (επιβατικό πλοιάριο), στον Επιβατικό Σταθμό του λιμανιού της Ερμούπολης.

Η νέα γενιά

Ένας από τους νέους Συριανούς που αγαπούν την παλιά αυτή τέχνη είναι ο Δημήτρης Σταυρακόπουλος, ένας Ερμουπολίτης που έχει διασώσει δύο από τα πολλά παραδοσιακά καΐκια που σκαρώθηκαν στο ναυπηγείο του «Φουσκή». Συλλέκτης παθιασμένος με την ιστορία του τόπου του, μεγάλωσε στα Βαπόρια, στην αριστοκρατική συνοικία της πόλης, όπου τριγύριζε μικρός εξερευνώντας παλιά σπίτια και αναρωτώμενος τι κρύβεται μέσα τους. Αυτή η παιδική συνήθεια αναβίωσε στην ενήλικη ζωή του. Από τα 25 του και μετά, και για τα τελευταία 15 χρόνια, αναζητεί και συλλέγει αντικείμενα από επαγγέλματα που χάθηκαν, το βιομηχανικό παρελθόν της πόλης, εσωτερικά παλιών σπιτιών ή οχήματα που κυκλοφορούσαν παλαιότερα στους δρόμους του νησιού. Το όραμά του είναι όλα αυτά κάποτε να στεγαστούν σε έναν μουσειακό χώρο όπου το κοινό θα μπορεί να νιώσει και να δει πώς ήταν κάποτε η καθημερινή ζωή στη Σύρο. Την περσινή χρονιά όλο αυτό έπαψε να είναι μια προσωπική τρέλα και πήρε τη μορφή ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που λέγεται Hermoupolis Heritage. Αυτός διοργανώνει δράσεις πολιτισμικού χαρακτήρα και υπόσχεται ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο μέσα από βιωματικές εμπειρίες, όπως βόλτες με οχήματα-αντίκες στις εξοχές του νησιού, πλεύσεις με παραδοσιακά συριανά σκαριά ή περιηγήσεις σ’ ένα παλιό εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, το εργοστάσιο Ζησιμάτου (το μόνο από τα 68 εργοστάσια της Ερμούπολης που επιβιώνει ακόμα), το οποίο έχει καταφέρει να αποκαταστήσει και να μετατρέψει σε πολιτιστικό χώρο.

Μέσα στις συλλογές του Δημήτρη Σταυρακόπουλου κρύβονται και κάποιες σκουριασμένες παλιές μπομπίνες με φιλμ, τις οποίες του ζητάει επίμονα να μελετήσει και να δει ένας τριαντάρης Αμερικανός, ένας ευγενής και καλλιεργημένος Νεοϋορκέζος που ήρθε στο νησί λόγω της μητέρας του, η οποία το είχε αγαπήσει από παλιά, μιας Αμερικανίδας ακαδημαϊκού και μεταφράστριας της ελληνικής γλώσσας. Ο Jacob Moe έχει συνδεθεί με το Syros International Film Festival, ένα καλοκαιρινό φεστιβάλ κινηματογράφου που ο ίδιος οργανώνει στο νησί εδώ και δέκα χρόνια. Έχει όμως και αυτός την τρέλα του συλλέκτη και του διασώστη της ιστορίας, και με τη δική του μη κερδοσκοπική οργάνωση, την Archipelago Network, συλλέγει και ψηφιοποιεί τεκμήρια οπτικοακουστικής κληρονομιάς, πολιτισμού και γνώσης γύρω από τις χειρωνακτικές τέχνες των Κυκλάδων. Μιλάει τόσο καλά ελληνικά και μοιάζει τόσο Ερμουπολίτης, που απορείς πόση Νέα Υόρκη κρύβεται πλέον μέσα του. (Ο ίδιος λέει χαμογελώντας: «Υπάρχει ακόμα αρκετή».) Ο Jacob είναι το νέο, διεθνές πρόσωπο της σύγχρονης, πολυεθνικής Ερμούπολης. Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για την Chiara Aliotta, μια Σιτσιλιάνα που ερωτεύτηκε έναν Έλληνα και κατέληξαν και οι δύο μαζί στην Ερμούπολη πριν από δέκα χρόνια, για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Έφτιαξαν το καφέ-γκαλερί Plastico σε ενα στενάκι της παλιάς αγοράς, όπου μπορεί κανείς να πιει ιταλικό καφέ και να δοκιμάσει σπιτικά ιταλικά γλυκά, αλλά και να δει εικαστικές εκθέσεις. Στο ραντεβού που είχαμε για τη φωτογράφισή της, ήρθε, όπως συνηθίζουν οι Ιταλοί, ντυμένη με χρώματα λαμπερά και με ένα στιλ που θυμίζει παλιές εποχές. «Δεν είναι θεατρικό όλο αυτό, δεν ήρθα έτσι για να φωτογραφηθώ. Πάντα έτσι ντύνομαι!» εξήγησε. Η Κιάρα, με το εκκεντρικό, ρομαντικό της ντύσιμο, δεν έμοιαζε καθόλου να έρχεται σε ρήξη με τον αστικό διάκοσμο γύρω της. Η σκληρότητα της Αθήνας ίσως έμοιαζε τραχιά απέναντι στο νοσταλγικό της στιλ, αλλά η Ερμούπολη μοιάζει σαν το φυσικό της περιβάλλον.

Η φωτογράφιση αυτή στο δημαρχείο της πόλης, μας γυρνάει πίσω στο 1989, όταν μια δημιουργική ομάδα από το περιοδικό Πάνθεον ήρθε, καταχείμωνο, στην Ερμούπολη για ένα editorial μόδας. Ήταν η δημοσιογράφος Κάτια Δημοπούλου και ο φωτογράφος Τάσος Βρεττός. Η Κάτια κατέληξε να αγοράσει ένα ακίνητο στο κέντρο της πόλης, που έκτοτε έγινε δεύτερο σπίτι της. Μάλιστα έγραψε και ένα βιβλίο που η δράση του εξελίσσεται στη Σύρο, ενώ πρόσφατα καταπιάστηκε με την ανακαίνιση ενός νεοκλασικού ξενώνα στα Βαπόρια.

Κιβωτοί μνήμης

Στα Βαπόρια, κρυμμένο μέσα σε έναν λαβύρινθο από σοκάκια, βρίσκει κανείς και το Ινστιτούτο Κυβέλη και τη δημιουργό του Βαλεντίνη Ποταμιάνου, μια γυναίκα ανένταχτη χρονικά και γεωγραφικά, με μια θεατρική αύρα που παραπέμπει στις ρίζες της. Ο λόγος της έχει ποίηση και ορθοφωνία: «Έφερα στη Σύρο ό,τι έφτασε έως εμένα από τους προγόνους μου, μια κιβωτό θεατρικής μνήμης από τη μεγαλύτερη θεατρική οικογένεια της χώρας», μας λέει. Η ξενάγηση που μας κάνει σε αυτό το άτυπο μουσείο, αφιερωμένο στην προγιαγιά της, τη σπουδαία ηθοποιό Κυβέλη, έχει κάτι από το σόου ενός ταχυδακτυλουργού-μάγου του 1900: κάθε πόρτα που ανοίγει, κάθε φωτιστικό που ανάβει, κάθε δίσκος που παίζει στα παλιά πικάπ, κάθε δωμάτιο, κάθε έκθεμα, όλα περιέχουν μια αυτοσχέδια δραματουργία. Ο χώρος αυτός θα μπορούσε να βρίσκεται στο Παρίσι, κι όμως, τα κύματα του Αιγαίου σκάνε σε κάποια βράχια μόλις διακόσια μέτρα πιο κάτω. Μας αποχαιρετά λέγοντας πως «το κλειδί του σπιτιού αυτού το κρατάει ένας καβοδέτης – αυτός που δένει τα καράβια». Και κατηφορίζοντας προς την παραλία πέφτουμε πάνω στα καράβια και σε μία ακόμα κιβωτό γνώσης και μνήμης.

Σε ένα διώροφο κτίριο με θέα τη θάλασσα, ένας μελετητής της ναυτιλιακής ιστορίας συνθέτει τα κομμάτια του παζλ που αποκαλύπτει την εικόνα του «ελληνικού ναυτιλιακού θαύματος», όπως ο ίδιος αποκαλεί τα επιτεύγματα της ελληνικής ναυτιλίας.

Το ίδιο όνομα, Greek Shipping Miracle, έχει δώσει και στο διαδικτυακό μουσείο που δημιούργησε πριν από οκτώ χρόνια με στόχο να προβληθούν αυτά σε όλο τον κόσμο. Το μέγεθος του αρχείου, η σπανιότητα των περιεχομένων του και το πάθος που έχει διοχετευτεί στο όλο εγχείρημα προκαλούν εντυπωσιασμό. Ο εμπνευστής και δημιουργός του έργου αυτού, ναυτιλιακός ιστορικός και ερευνητής Γιώργος Μ. Φουστάνος, φιλοδοξεί να το καταστήσει μια «κιβωτό για τις μελλοντικές γενιές», όπως λέει.
Αναφέρεται στον ελληνικό εφοπλισμό, αφενός στον καθοριστικό ρόλο που αυτός έπαιξε στη διαμόρφωση της πρόσφατης ιστορίας μας (κάτι που προσπαθεί να δείξει μέσω σειράς τόμων που η εκδοτική εταιρεία του Αργώ τυπώνει εδώ και 25 χρόνια, αποκλειστικά σε τυπογραφείο της Σύρου) και αφετέρου στον καταλυτικό ρόλο της Ερμούπολης στην εξέλιξη της ναυτιλίας μας. «Τα πρώτα ελληνικά ατμόπλοια, που σηματοδότησαν το πέρασμα από τα ιστία στον ατμό, είχαν ως βάση την Ερμούπολη. Εδώ ξεκίνησαν όλα», λέει με υπερηφάνεια για τον τόπο καταγωγής του, για τον οποίο λέει: «Η Ερμούπολη πάντα είχε τον τρόπο να αναδεικνύει αυτούς που είχαν όραμα».

Ένα όραμα πολύ φιλόδοξο, τρελό, θα έλεγε κανείς, είχε κι ένας άλλος σημαντικός άνδρας της ελληνικής ναυτιλίας, ο Γιάννης Γουλανδρής, όταν αποφάσισε τη δεκαετία του ’70 να κάνει την Ερμούπολη τόπο παραγωγής ενός ηλεκτροκίνητου αυτοκινήτου. Σε ένα εργοστάσιο κοντά στο Νεώριο φτιάχτηκαν μόνο 112 τέτοια αυτοκίνητα. Και πρόσφατα, ένας Άγγλος μαθηματικός που έχει μετοικήσει μόνιμα στο νησί με τον  Έλληνα σύντροφό του, οδηγεί στους δρόμους της Ερμούπολης ένα από αυτά. Όταν τον πετυχαίνουμε τυχαία στον δρόμο, έχει παρκάρει το γοητευτικό, φευγαλέο ηλεκτρικό όχημα δίπλα στην αναμνηστική πλακέτα που έχει τοποθετηθεί μπροστά από το εργοστάσιο που κατασκεύαζε αυτό το αυτοκίνητο. «Απλώς το πάρκαρα εδώ όσο ο φίλος μου είναι στο σούπερ μάρκετ», λέει γελώντας, αναγνωρίζοντας με αυτοσαρκασμό τη θεατρικότητα της κίνησής του. Είναι όμως μια κίνηση συγκινητική, καθώς προδίδει την αγάπη του, το πάθος γι’ αυτό το όχημα και την τόσο παράδοξη και ιδιαίτερη ιστορία του. Δεν μοιάζει παράξενο, όμως, πως η συνηθισμένη σε ιστορίες πρωτοπορίας Ερμούπολη αποτέλεσε και θέατρο παραγωγής ενός ηλεκτροκίνητου οχήματος, δεκαετίες πριν αυτό γίνει τάση στην αγορά.

Αντίο, Αθήνα. Καλημέρα, Ερμούπολη

Και στον ίδιο δρόμο που βρίσκεται το εργοστάσιο όπου φτιαχνόταν αυτό το αυτοκίνητο, συναντάμε κι έναν άλλο παλιό βιομηχανικό χώρο, το ανακαινισμένο εργοστάσιο Βαρδάκα, όπου ένας Συριανός, ο Κώστας Πρέκας, έχει στήσει δύο ακόμα κιβωτούς: μία για τα παραδοσιακά προϊόντα του τόπου του, που παράγει εκεί και εξάγει μέχρι και στο εξωτερικό, και μία άλλη, τυπογραφική: μια σπάνια βιβλιοθήκη με μικρούς εκδοτικούς θησαυρούς που αφορούν το νησί του. Ο Πρέκας είναι ένας ερευνητής και πρωτοπόρος της γαστρονομίας και ταυτόχρονα ένας αυτοδημιούργητος έμπορος, συνεχιστής του ποντοπόρου πνεύματος της παλιάς εμπορικής Ερμούπολης.

Βρισκόμαστε όμως σε ένα κυκλαδονήσι που, κακά τα ψέματα, ακόμα και με τόσο πλούσια, ενδιαφέρουσα και ακόμα ανεξερεύνητη ιστορία, ζει κι αυτό ένα τυπικό ελληνικό καλοκαίρι, ένα καλοκαίρι που προσελκύει στους «τελευταίους παραδείσους» που κρύβονται δίπλα στα νερά του Αιγαίου, αμέτρητους επισκέπτες και παραθεριστές. Ο τουρισμός είναι ένας κλάδος όπου το νέο πρόσωπο του νησιού προσπαθεί να διαπρέψει και σε αυτόν συναντάμε αρκετούς μετοίκους από την Αθήνα, ανθρώπους που άφησαν την πρωτεύουσα για να έρθουν στη Σύρο και να επενδύσουν σε αυτόν. Η Τερεζντίνα Ριγκούζο είναι μία από αυτούς. Με ρίζες στο νησί, κάτοικος Αθηνών μέχρι πρόσφατα, παράτησε την πόλη για να επενδύσει σε οικογενειακό ακίνητο στo Kίνι, έναν παραθαλάσσιο οικισμό κοντά στην Ερμούπολη. Εκεί δημιούργησε με τους γονείς της το Pino di Loto, ένα εξαιρετικό boutique bed and breakfast χτισμένο δίπλα στο μεγάλο πεύκο του σπιτιού όπου ο προπάππους της, o πρόξενος Γαλλίας και Βελγίου τη δεκαετία του ’40, δραπέτευσε από την καθημερινότητα, απολαμβάνοντας το κρασί που έφτιαχνε στο αμπέλι του. Ένα τουριστικό κατάλυμα παρόμοιας υψηλής ποιότητας έχει φτιάξει και μια άλλη Αθηναία που μετοίκησε στη Σύρο, η Ράνια Κουιμτζή. Σε ένα πλακόστρωτο δίπλα στον Άγιο Νικόλαο, το Αρχοντικό Ερμούπολις, που αποτελεί κτίριο χαρακτηρισμένο ως ιστορικό μνημείο από το Υπ.Πο., είναι ο εκλεκτικός τουριστικός της ξενώνας. Με την εσωτερική του αυλή, τα τρία του πηγάδια και τα ψηλοτάβανα δωμάτιά του, είναι μια κάψουλα αναβίωσης της πάλαι ποτέ πολυτελούς ζωής στη συνοικία αυτή.

Εκτός όμως από την αναβίωση του παρελθόντος και την επιχειρηματικότητα, έχει το βλέμμα της στραμμένο και στα σημερινά προβλήματα, υποστηρίζοντας ενεργά τοπικές ασθενείς κοινωνικές ομάδες. Και όμως, είναι εύκολο να δραπετεύσει κανείς από την πραγματικότητα, όταν το βλέμμα ρεμβάζει πάνω στις απίθανες παλιές οροφογραφίες του αρχοντικού. Η Ερμούπολη κρύβει πολλές τέτοιες και κάποιοι καλούνται να τις συντηρήσουν.

Η Αγγελική Κεχαγιά, συντηρήτρια έργων τέχνης, και ο ζωγράφος Γιάννης Μπέκος είναι δύο από αυτούς. Μια επίσκεψη στο εργαστήριό τους, βάση της επιχείρησής τους, της Arts & Crafts, αποτελεί νοερή επίσκεψη και σε όλα τα παλιά σπίτια, όλα τα κλειδαμπαρωμένα μέγαρα, όλα τα αντικείμενα τέχνης που περιμένουν τη στιγμή που θα αποκαλυφθούν και θα αποκτήσουν μια δεύτερη νεότητα. Γι’  αυτούς, η πόλη όπου ζουν είναι ένα ατέρμονο κυνήγι θησαυρού που πίσω από κλειστές πόρτες κρύβει πιθανά νέα θαύματα.

Ο Γιώργος Ευριπιώτης, ένας διεθνής αρχιτέκτονας, είναι κι αυτός Αθηναίος που χρόνια πριν άλλαξε τελευταία στιγμή τα πλάνα του για μια ζωή στη Γαλλία, για να καταλήξει στην Ερμούπολη – και να μη φύγει ποτέ. «Ήρθα εδώ το 1983 ως χωροτάκτης αρχιτέκτων της ομάδας του Τρίτση», μας πληροφορεί. «Με βάση την Ερμούπολη εργαστήκαμε πυρετωδώς για το χωροταξικό μέλλον των Κυκλάδων, ένα όνειρο που δυστυχώς έπνιξαν κάποιοι πολιτικοί αποφασίζοντες», συνεχίζει με μια πίκρα. Ο λόγος του γίνεται μαχητικός και παθιασμένος όταν μιλάει για τα «κοινά» αρχιτεκτονικά ζητήματα και κακώς κείμενα της πόλης αυτής. «Ένα παραδοσιακό οικιστικό κέλυφος με το παρελθόν της Ερμουπόλεως κινδυνεύει να καταστεί μουσείο ερειπίων ή να καταστραφεί με αυθαίρετες επεμβάσεις», σημειώνει, προτείνοντας την προστασία των τόσων αρχιτεκτονικών μνημείων της Ερμούπολης με «τάχιστες επεμβάσεις αποκατάστασης», όπως λέει, για να καταλήξει στην αξιομνημόνευτη φράση «κτίρια άνευ ενοίκων είναι νεκρά φύσις». Οραματίζεται μια πόλη που θα μπορεί να αγαπηθεί από τις επόμενες γενιές, ακόμα πιο έτοιμη για μεταχρήση από επίδοξους «νέους κατοίκους, νέους μετανάστες τηλεργαζομένους», όπως λέει. Στην πόλη που θεωρεί ότι «αποτελεί μοναδικό παράδειγμα δημιουργίας πόλης-θαύματος από μηδενική βάση», στην πόλη που το όνομα «Ερμούπολις» πιστεύει πως πρέπει να καθιερωθεί ως brand name, o Γιώργος Ευριπιώτης έχει και έναν ακόμα ρόλο: αυτόν του πρόξενου της Γαλλίας. Το γραφείο του φέρει στην είσοδό του την «τρικολόρ» και ένα διπλωματικό οικόσημο, και ο ίδιος φροντίζει τις υποθέσεις των ουκ ολίγων Γάλλων που ζουν ή επισκέπτονται την πρωτεύουσα των Κυκλάδων. Παράλληλα εκπονεί αξιόλογες αρχιτεκτονικές μελέτες, είτε ιδιωτικού χαρακτήρα είτε αφιλοκερδώς δημόσια έργα, όπως πρόσφατα μια μελέτη για το στέγαστρο του θεάτρου «Απόλλων», καθώς και για τη διαμόρφωση του χώρου που θα φιλοξενήσει έναν ανδριάντα του Ερμή, συμβόλου της πόλης, στην απόληξη του λιμενοβραχίονα, στο σημείο όπου έστεκε παλιός φανός.

Η Μεγάλη του Μάρκου Σχολή

Πίσω από το έργο αυτό, μαθαίνουμε μιλώντας με τον Γιώργο Ευριπιώτη, βρίσκεται ένας ευεργέτης του νησιού, ο Στέλιος Νιώτης, που εκτός από αυτό το άγαλμα του Ερμή, υποστηρίζει και μια σειρά από άλλα κοινωφελή έργα, όπως η Στέγη Ανηλίκων και Εφήβων Σύρου και η Μεγάλη του Μάρκου Σχολή. Τον συναντήσαμε στο Μέγαρο, ένα παλιό, ψηλοτάβανο καφενείο της Ερμούπολης. Με το ναυτικό του παλτό και καπέλο θύμιζε καραβοκύρη παλιάς εποχής. Μίλησε για τα χρόνια του στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε από το 1967 έως πρόσφατα στον χώρο της ναυτιλίας, εκπροσωπώντας μάλιστα την  Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών και το Committee σε διεθνείς οργανισμούς. Η Ερμούπολη πια τον κρατάει για το μεγαλύτερο κομμάτι του χρόνου και η ικανοποίησή του είναι να βοηθά αυτή την πόλη που, όπως λέει, «δεν σε ρωτάει ποιος είσαι, αλλά σε δέχεται και σε ενσωματώνει στο ψηφιδωτό της». Λέει πως, με καταγωγή από τη Σάμο ό ίδιος, ήρθε με τον πατέρα του από το νησί του για να ζήσει για λίγα χρόνια στην Ερμούπολη, στην παιδική του ηλικία, και από τότε δεν μπόρεσε ποτέ να την ξεχάσει. Μιλάει για τον Φερεκύδη και τον Πυθαγόρα και το σαμιώτικο πεύκο, το οποίο εντοπίζει ως σύνδεσμο μεταξύ των δύο νησιών, εφόσον ανέκαθεν αποτελούσε την ιδανική πρώτη ύλη για τη συριανή ξυλοναυπηγική. Όμως πιο πολύ και πιο παθιασμένα μιλάει για τη μουσική σχολή που στηρίζει, τη σχολή ρεμπέτικου «του Μάρκου», που στήθηκε με προτροπή του Σταύρου Ξαρχάκου. Η επίσκεψη στο “Εν Χορδαίς & Οργάνοις” ή “Μεγάλη του Μάρκου Σχολή”, όπως λέγεται, είναι το τελευταίο μικρό κεφάλαιο αυτού του αφιερώματος και συνέβη μια βροχερή μέρα του Ιανουαρίου, λίγο μετά τα χιόνια.

Η ανάβαση στις απότομες σκάλες του παραδοσιακού, λιθόκτιστου σπιτιού του 1830 (που λειτούργησε μετέπειτα ως ξενώνας), που είναι έδρα της σχολής από το 2017, είναι σαν ανάβαση στην Άνω Σύρα. Εκεί, ένα στενό από τον παραλιακό δρόμο και πάνω από την κίνηση της παλιάς αγοράς, συναντάμε τον Αρίστο Βαμβακούση, έναν αυτοδίδακτο μουσικό, βιρτουόζο του ρεμπέτικου, που έχει αναλάβει τη διεύθυνση των σπουδών. Και μάλλον έχει κάνει θαυμάσια δουλειά, εφόσον λίγα σκαλιά παραπάνω, στο στούντιο των ηχογραφήσεων, συναντάμε τους νεαρούς μαθητές να παίζουν με τα όργανά τους και να ακούγονται σαν καλοκουρδισμένη ορχήστρα ενήλικων, επαγγελματιών μουσικών. Και όμως, η ορχήστρα αυτή αποτελείται από μικρά παιδιά – το πολύ εφήβους. Ο ήχος των παραδοσιακών εγχόρδων τους είναι συγκινητικός. Σε έναν κόσμο ψηφιακό και γρήγορο, είναι ο αναλογικός ήχος του αργού και του χειροποίητου, ο ήχος του ανθρώπινου και του θνητού. Έξω από το παράθυρο της σχολής, η αφρισμένη απο τον βοριά θάλασσα φέρνει στο μυαλό ναύτες, ψαράδες και καραβομαραγκούς. Το βλέμμα όμως πιάνει κάπου μέσα στις σκεπές της πόλης και ένα κομμάτι της όπερας, του φανταχτερού θεάτρου «Απόλλων». Και για μια στιγμή, μια στιγμή που γι’ αυτόν τον τόπο κρατάει διακόσια χρόνια, ο Βέρντι και ο Βαμβακάρης είναι λες και γράφουν την ίδια μουσική, για την ίδια θαλασσινή πολιτεία.

previous arrow
next arrow
Slider