Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΕΡΝΟΥΛΑ

Από τον Τάκη Κυριτσόπουλο

Εκείνο το πρωί ο Θράσος ξύπνησε μαχμουρλής και έσυρε ν’ ανοίξει την επιχείρηση καθότι ο Ζεβανζέλ είχε μπατανά στα περίχωρα και η Ερνούλα να επισκευτεί τον οδοντογιατρό της ανυπερθέτως. Όμως η χτεσινή προσβολή, που του έκανε η πεθερά του, στεκότανε αγκάθι και φόλι στο λαιμό του Θράσου!

– Άει σιχτίρ, παλιόγρια, υποτονθόρυσε. Πού ακούστηκε να του ψαλιδίζει αυτουνού τα φτερά, που ’χε τόσο μεγαλεπήβολα σκέδια! Όμως την είχε κανονίσει για τα καλά! Είχε τοποθετήσει μέσα στο ψωμί της … ένα αφροστράγαλο, που το μάσησε και έσπασε ένα δόντι από κείνα που της είχαν απομείνει! Τον κυνόδοντα άνω και αριστερά, ο οποίος βρισκότανε ανάμεσα σε δύο άλλα μισόδοντα και όλη η οδοντική της διάταξη τώρα θύμιζε … σημαιοφόρο με παραστάτες!

Έτρεχε λοιπόν σήμερα λόγω αφόρητων πόνων να κάνει εξαγωγή. «Ο Θράσος κρατάει από τζάκι αναμμένο και δεν παίζεις εύκολα μαζί του», γέλασε χαιρέκακα.

—–

Άρχισε να σουλατσάρει μπροστά στο μαγαζάκι σαν τσολιάς στον Άγνωστο, όταν τον ξάφνιασε η φωνούλα του Σπυρακιού του λαχειοπώλη.

– Καλή μέρα, κυρ Θράσο …

– Μέρααα …

– Όσο υπάρχει ζωή, υπάρχει και ελπίδα, φιλοσόφησε ο λαχειοπώλης, δείχνοντάς του το κοντάρι με τα λαχεία …

– Ποιά ορπίδα ρε, που με γλέπει η μοίρα κι αλλάζει δρόμο!

– Εκατό χιλιάδες ο πρώτος λαχνόοοος, συνέχισε το βιολί του το Σπυράκι …

– Άντε, τσίμπα το τάλαρο και δώκε μου ένα τέταρτο Λαϊκού. Σάματις ξέρεις καμιά φορά τι σου επιφυλάσσει το ξεράτι σου;

– Ο τολμών νικά, τον διαβεβαίωσε το Σπυράκι και απομακρύνθηκε, φοβούμενος μήπως ο Θράσος … άλλαζε γνώμη.

—–

Όπως τσαρκάδιαζε άνευ λόγου και αιτίας μπροστά στο μαγαζάκι, πετάχτηκε σαν φάντασμα μπροστά του η Ερνούλα.

– Τι κάνεις εσύ εδώ, βρε ξόανο;

– Περιμένω … το ελεωφορείον …

– Εμ, ωραία είναι να κάθεσαι στον ήλιο και να βγάζεις τα τσιπούρια σου …

Είχε το μαντήλι δεμένο κάτω απ’ το σαγόνι, φόραγε φανελένια ρόμπα στο σομόν και τα κλειδιά του μπεζαχτά κρεμόντουσαν με βρακοζώνα απ’ την τσέπη της ρόμπας. Είχε περάσει λίγο ρουζ στα μαραμένα της μάγουλα, τα μάτια της ήταν μισόκλειστα από τον βλεφαροκατάρρου, βαθιές κάθετες ρυτίδες αυλάκωναν τα χείλια της, στα πόδια φορούσε μισοφαγωμένα μαύρα πασουμάκια με αγκράφες, τσουράπια μάλλινα λίγο πάνω απ’ το γόνατο και χοντρές καλτσοδέτες με γαλάζιους θύσανους. Ήταν όντως μια ψευτοκοκέτα στα βαθιά της γεράματα!

Σαν έφυγε η πεθερά του, τρώγοντας την καθιερωμένη της … μούντζα φυσικά, ο Θράσος θυμήθηκε, πως ο Ζεβανζέλ του είχε αναθέσει να πάει στο «Λούνα Παρκ» για ειδική αποστολή. Χτένισε, κοιτώντας το τζάμι, τα μαλλιά του, με τα δάχτυλα, κρέμασε ταμπέλα «Κληστών λώγω αλαγείς σεζόν» και ξεκίνησε σφυρίζοντας το «Μαντουβάλα, αγάπη γλυκιά μου».

—–

Καιρό πολύ είχε η Ερνούλα να σεργιανίσει στο κέντρο της Ερμούπολης. Θαύμασε την κίνηση της αγοράς, τα φορτωμένα με εμπορεύματα κάρα, που έσερναν άλογα, τα γαϊδουράκια με τα καφάσια μαναβικής, τα μεγάλα εμπορικά καταστήματα, το πλήθος της πολύβουης πόλης και το λιμάνι με τα δεμένα λίμπερτις. Τη στιγμή που περνούσε έξω απ’ του Θεοχαρακιού το ποδηλατάδικο άκουσε μια φωνή. Έστρεψε τον αυχένα και αντίκρισε τον Γιάννη τον Καρμπόνια, τύφλα στο μεθύσι, που έβγαινε απ’ του Τράγου την ταβέρνα, έχοντας πιεί τα πρωινά σκονάκια του!

– Άχουουου! Βρε κέρα Ρνούλα … ακόμα ζεις;

– Α, που να φας τη γλώσσα σου … Βάκχε! Άμε στα τσακίδια κι ακόμα παραπέρα …

– Μπα, μας κάνεις και την άγρια τώρα; Σάλια κυλούσανε απ’ τα χείλια του καθώς φωνασκούσε …

– Δεν ομιλώ με μέθυσους …

– Εγώ μέθυσος; Δεν μπήκα στου Τράγου να πιώ, στο ορκίζομαι στα κόκκαλα της μανούλας μου …

– Και τι έκαμες μέσα βρε, ευχέλαιο;

– Άμπα. Μπήκα απ’ τη μια πόρτα της γωνιάς και βγήκα από την άλληνα … έτσι για να κόψω δρόμο!

Ο Καρμπόνιας όσο μιλούσε ήτανε ζαλωμένος με μια καλαθούνα φρούτων κατοστάρα, που τα μοίραζε στα σπίτια. Κρατούσε το καλάθι κρεμασμένο με δύο ιμάντες, περασμένους στους ώμους και προς ανακούφισή του, ανάμεσα στο καλάθι και την πλάτη του είχε τοποθετήσει μια χοντρή μάλλινη χαμαλίκα.

– Έχω να σε ρωτήξω κάτι, κερά Ρνούλα, την πλησίασε…

– Μακριά και φίλοι. Μίλα μου από απόσταση γιατί … βρομοκοπάς κρασίλα!

– Εγώ πάντως έμαθα πως έχεις ή μάλλον … είχες ένα ακριβό βάζο στο σπίτι σου.

– Και τι σε κόφτει εσένα;

– Να, λένε στους καφενέδες πώς ο άντρας σου, ο Ζεβανζέλ, πρόκειται να το αθλοθετήσει την Κυριακή σαν … κύπελλο στον τελικό του Καρνάγιου …

– Δε μας απαρατάς, βρε Καρμπόνια, πρωινιάτικα! Άμε λέω εγώ σε καμιά μπακαλοταβέρνα να πιεις καμιά κούπα ακόμα να συνεφέρεις …

Και τράβηξε να φύγει απωθώντας τον. Όμως μέσα της ένιωσε ένα τσίμπημα!

—–

Το μεγάλο νεοκλασικό κτίριο στο κέντρο της πόλης στέγαζε σε κάθε όροφό του ένα οδοντογιατρείο, τρία το σύνολον. Ο δικός της γιατρός κράταγε τον μεσαίο όροφο. Κάθισε στο σαλονάκι και περίμενε ίσαμε μια ώρα να ’ρθει η σειρά της. Όμως πονούσε πολύ και βογγούσε σαν μοσχάρα στην ώρα της. Όταν κάθισε στην πολυθρόνα του γιατρού, δήλωσε, πως κατά την εξαγωγή δεν επιθυμεί αναισθητική ένεση … για λόγους οικονομίας. Ο γιατρός κατένευσε, πήρε τη μεγάλη τανάλια και της έβγαλε … λάθος δόντι στη βιασύνη του. Οι φωνές της ακούστηκαν μέχρι τη λαχαναγορά!

– Ωχ, με πέθανες, άνθρωπέ μου, έσκουξε. Μου ’βγαλες άλλο δόντι!

– Μην ανησυχείτε, κυρία μου. Την εξαγωγή αυτή την έκανα … εσκεμμένα, για να σας δείξω … πως δουλεύει ο κάτω οδοντογιατρός!

Ακολούθησε … δεύτερη απόπειρα, αλλά και πάλι της έβγαλε… λάθος δόντι.

Η Ερνούλα είχε φτάσει πλέον σε κατάσταση υστερίας και τα ουρλιαχτά της τώρα φτάνανε μέχρι τον Άγιο Νικόλαο τον Πλούσιο!

– Έλεος! Με ’πόθανες αλμπάνη!

– Έτσι ακριβώς λειτουργεί ο … αποπάνω γιατρός! Απορώ, κυρία μου, πώς τους δίνουνε τα διπλώματα!

– Τελείωνε, χριστιανέ μου κι άσε τα πολλά λόγια. Υποφέρω!

Τότε, ο οδοντογιατρός έκανε μιαν ύστατη προσπάθεια και της έβγαλε, επιτέλους, το σωστό δόντι, που την πονούσε.

– Αααχ, ανακουφίστηκα, ντοκτορά μου …

– Και έτσι, κυρία μου, … εργάζομαι εγώ, της δήλωσε με καμάρι, χτυπώντας το στήθος με τη γροθιά του!

—–

Παρά τους πόνους της κατέβηκε μέχρι το κέντρο. Είδε κόσμο στην πλατεία Κουτσοδόντη και πλησίασε.

Ο γνωστός αθλητής Τάσος έδινε παράσταση. Αυτός έσπαγε … ξεθηλυκωμένες αλυσίδες, σήκωνε με τα δόντια του … άδεια βαρέλια και έβγαινε με το σώβρακο στις πλατείες κάνοντας τον … Ταρζάν και κατόπιν έφερνε γύρα με πιατάκι για πενταροδεκάρες. Τη στιγμή που πλησίασε η Ερνούλα ο Τάσος έκανε το μεγάλο του νούμερο. Είχε ξαπλώσει, γυμνός από τη μέση και πάνω και κάποιος φαντάρος, πάνω σε μια καρέκλα, ετοιμαζόταν να ρίξει μια ξιφολόγχη στην … κοιλιά του. Το πλήθος κράταγε την ανάσα του απ’ την αγωνία. Ο Τάσος παρότρυνε το στρατιώτη να κάνει γρήγορα.

– «Φαντάρε, που υπηρετείς την ένδοξη Ελλάδα,

     ρίξε την ξιφολόγχη σου … να βγει η φασολάδα»…

Ο Τάσος παίρνει βαθιά ανάσα και περιμένει …

Ο φαντάρος σκόπιμα κωλυσιεργεί να ρίξει την ξιφολόγχη …

Ο Τάσος με δυσκολία κρατά την ανάσα του πλέον, που επιτρέπει στο στομάχι του να είναι σφιχτό …

– Άντε, ρε φαντάρε, μου τελειώνει η ανάσα …

Το στομάχι του Τάσου χαλαρώνει, καθώς δεν αντέχει άλλο και ξεφυσά. Τότε ο φαντάρος αφήνει την ξιφολόγχη να πέσει και η οποία κατατρυπά το στομάχι του δύστυχου αθλητή! Το πλήθος χειροκροτεί … την εξυπνάδα του φαντάρου, ξεσπώντας σε δυνατά χάχανα!

—–

Η Ερνούλα πορπάτησε κάνα δυό ώρες άσκοπα στην πόλη και έφτασε στην εκκλησιά της Κοίμησης, όπου άναψε ένα κεράκι για να της απαλύνει ο πόνος. Βγήκε μετά απ’ το πίσω μέρος του ναού και περιπλανήθηκε στα στενά των Ψαριανών και τελικά έφτασε στη μεγάλη αλάνα με τα πεύκα και τους ευκάλυπτους, όταν άκουσε φασαρία και μουσικές. Με μεγάλη της έκπληξη είδε πως είχανε εγκαταστήσει ένα μεγάλο «Λούνα Πάρκ» εκεί. Όμως, η έκπληξή της έγινε κατάπληξη, όταν ανάμεσα στο πλήθος, που βολτάριζε ανέμελα στο πάρκο, το μάτι της πήρε … τον Θράσο!

Στην αρχή απόρησε. «Τι γυρεύει τέτοια ώρα εδώ ο μπεζλεντές;». Κατόπιν θυμήθηκε, πως του ’χε ’μπιστευτεί τη φύλαξη του μαγαζιού προτού φύγει. Αυτό την εξόργισε υπέρ το δέον! Παράλληλα, της ερχόταν κατά κύματα ο πονόδοντος και η υποψία πως της … ξάφρισε το μπεζαχτά, για να βρίσκεται εδώ μέσα και να ξοδιάζει, οπότε αψήλωσε ο νους κι ο λοϊσμός της και έκανε … ρεσάλτο εντός αλαλάζοντας!

—–

Ταυτόχρονα ο Φαλτσέτας, το αφεντικό, ξεναγούσε τον Θράσο στα αξιοθέατα.

Τώρα βλέπανε κάτι παλαιστικά.

– «Περικαλώ μη συνωθούστε» συνιστούσε στο φιλοθεάμον κοινόν ο Καρφίτσας, καπελωμένος με ένα φακιόλι της φωτιάς. Ο Θράσος φορτίστηκε τότε απ’ τη βία του θεάματος, πήρε αμπάριζα πέντε – έξι τραπεζάκια και ξεκίνησε έναν «φιλιππικό» … κατά της πεθεράς του της Ερνούλας.

– Την τσουράπω, ρε συ Μέμο, θα πα να της ρίξω μια κεφαλάτη…

– Τη βεργέτιδά σου, ρε;

– Άσε με, ρε Φαλτσέτα, που μ’ έχει καταντήσει τζιγλιτζή!

– Μη σεκλετίζεσαι σε περικαλώ. Προέχει η υγεία σου και το μέλλον των παιδιών σου …

– Έτσι και πέσει στα βρόγχια μου, δε θα βρίσκει παπάς να θάψει!

– Θράσο μου, είσαι τζόρας!

– Είμαι στυγερός! Αμάν και να την είχα μπροστά μου να της ρούφαγα το σκώτι και να της μάσαγα το ’πινεφρίδιο …

– Βαστάτε Τούρκοι τ’ άλογα!

– Θα την περιέλουζα με οξυζενέ και θα έκανα χρήση του αναφτήρα μου …

– Είσαι μάγκας ρε …

– Μάγκας και πρόσβαρος!

– Εδώ μου σουρτουκεύεις, βρε ρεμάλι, τσίριξε εκ του μακρόθεν η Ερνούλα και χύμηξε ακάθεκτη … κραδαίνοντας παρασόλι …

Ο Θράσος έπεσε στο ανήσυχο μόλις τηνε συλλάβανε οι αντένες του.

– Εγώ να παγαίνω προς … ατομική ανάγκη, ανακοίνωσε με πάσαν αξιοπρέπεια και έσπευσε να χωθεί … στο «Γύρο του Θανάτου!». Τα μεγάφωνα παίζανε στη διαπασών, προς τέρψιν του κοινού:

«Στην Περσία το χασίσι το πουλάν με την οκά,

  στην Ελλάδα δεν υπάρχει … γιατί πέφτει ρουφιανιά» …

Δυό θεούσες με συντηρητικά ταγεράκια σταυροκοπήθηκαν με συστολή.

– «Λούνα Πάρκ» για παιδιά είν’ αυτό, Καλλιρρόη μου ή τόπος απωλείας;

– Φωτιά θα πέσει εξ ουρανόθεν, Ταϋγέτη μου!

—-

Ο Μέμος ο Φαλτσέτας, χρόνια στο κουρμπέτι, έκανε κι αυτός το σταυρό του με το αριστερό, γιατί με το δεξί έπαιζε χλαπ – χλουπ τη μπεγλέρα του. Είχε πειραχτεί με όλα τούτα και είχε κατεβάσει κάτι μουστάκες … να κρεμάς βιδέλο!

– «Προτίθεστε να παίξετε κρίκους μανδαμίτσα», αρώτηξε με τον προσήκοντα σεβασμό. «Διαθέτουμε και καλό πανόραμα, αν το επιζητείτε διακαώς» …

– Αυτόνανε το σκυλοδόντη ψάχνω και μη μου πεις ψέματα, γιατί τον αγνώρισα! Να δω εγώ πού βρίσκει τους παράδες  και μου τρέχει στα λουναπάρκια και στα καρουσέλια …

– Η διεύθυνση τού παρέχει άσυλον, αγρίεψε ο Φαλτσέτας κι έκανε να φωνάξει τον πεχλιβάνη του …

– Τον χοντρό με τα λάδια στον έχω … ξαπλώσει κάτω εδώ και ώρα, κάγχασε η Ερνούλα …

Ο Μεμάς προσπάθησε να την καλοπιάσει.

– Θες να … φουμάρεις ένα πατητό, γιαγιά; Είναι αγνόν, Αιγυπτιακόν!

– Άκουσε, γέρακλα, ή τονε ξεμπουκάρεις με το καλό ή στα γυαλοκαρφιάζω ούλα εδώ μέσα!

– Αφού επιμένετε …

—–

Ο «Γύρος του Θανάτου» ήτανε ένας πελώριος ξύλινος κύλινδρος διαμέτρου δέκα μέτρων και ύψους οχτώ.

Στο άνω διάζωμα υπήρχε καγκελόφρακτη ολοκυκλική πλατφόρμα, απ’ όπου με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσε το επικίνδυνο νούμερο ένα πολυπληθές κοινό.

Στο εσωτερικό της κατασκευής κάποιος ριψοκίνδυνος μοτοσικλετιστής γκάζωνε τόσο τη μηχανή, ώστε αυτή περιστρεφόμενη προσλάμβανε ταχύτητα στήριξης στα κάθετα τοιχώματα!

Πελιδνός ο Θράσος απ’ την τρομάρα του εισήλθε μέσα στο «Γύρο του Θανάτου» μουρμουρίζοντας «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».

Στο ίδιο χρονικό σημείο ο μοτοσικλετιστής μαρσάριζε για να ξεκινήσει. Ο Θράσος πρόκανε … και σάλταρε στο πίσω μέρος της σέλας!

– Προς ποιά κατεύθυνση πηγαίνετε κύριος, να σας πετάξω, ρώτησε ο οδηγός με ευγένεια …

– Τράβα και όπου μας βγάλει η άκρη …

Ξεκίνησαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εντός ολίγου είχανε ανατραπεί όλοι οι ισχύοντες κανόνες της βαρύτητας! Ο Θράσος έτρεμε σαν το ψάρι!

– Φοβάμαι, φώναξε στο μοτοσικλετιστή …

– Μη φοβάστε … δε τρέχει τίποτα. Προσδεθείτε και μην ομιλείτε στον οδηγό …

Όμως, στην εικοστή στροφή η μουτσουκλέτα αναπήδηξε, χάθηκε η ισορροπία και σωριαστήκανε στο δάπεδο, από χαμηλό ύψος, ευτυχώς!

– Λάστιχο, φιλάρα, αναστέναξε ο μοτοσικλετιστής.

Αυτομάτως η πόρτα του «Γύρου» άνοιξε διάπλατα και μπουκάρισε μέσα αναμαλλιασμένη … η Ερνούλα, που πιο πριν είχε … καρφώσει ταβανόπροκα στο πέτσωμα, εξωτερικά του κυλίνδρου, γεγονός που προξένησε … το λάστιχο!

– Θα σε ξεκάνω π’ ανάθεμάσε, τον περιέλαβε στις γρήγορες.

– Μητέρα, να σας εξηγήσω, δεν είμαι κακός …

– Εδώ βρε, μου μαγκανοπηγαδιάζεις; Προχώρα, δεν υπάρχει σωσμός!

– Εχτελώ διατεταγμένη ’περεσία. Μάρτυς μου ο Κύριος …

– Ρε τράβα και επείγομαι να σου ρίξω οίκαδε … τη δεύτερη δόση …

Και τον άρχισε στις ομπρελάτες καίτοι επικρατούσε αιθρία! Ο Φαλτσέτας ο Μέμος, ο σιδερομαστούρας στεκότανε και παρακολουθούσε σαν αλιγάτορας, παίζοντας στο ρελαντί τη μπεγλέρα. Είχε ψαρώσει και έτριβε τα μάτια του … όπως η Τσιμπλοκώσταινα η Μαριγώ!

– «Α, ρε κάλπη ντουνιά, κάτι γιαλαντζί μοσχόμαγκες, που ακυκλοφοράνε στο μπεζεστένι! Πάει μουχασερέδιασε για τα καλά η κενωνία», ξεφύσηξε, και σβούριξε μια σαλιωμένη φάπα στο σβέρκο του διερχόμενου Κελαηδίστρα!

—–

Φακιολαρισμένος ο Θράσος απ’ το γαϊδουρόξυλο της Ερνούλας, πήγε και βρήκε τον Ζεβανζέλ.

– Άπαντα στο καντίνι και στο κουμπάσο, αναφορικά με το «Λούνα Πάρκ», πατέρα! Βέβαια πλέρωσα και περιπλέον εχ του θύλακά μου, για τα «χάπενιγκς» στο Καρνάγιο.

Ο γέρος αναγάλλιασε και αρώτηξε:

– Σαν πόσα έδωκες, γιούκα μου;

– Κατέβαινε δυό παπάδες και πατσίσαμε, πατέρα …

– Δεν ευκολύνομαι αυτή τη στιγμή, το ξέρεις …

Έβγαλε όμως και του ’δωκε φράγκα δέκα, όσα δηλαδή … και τα καρούμπαλα, που είχε αποχτήσει στο κεφάλι από τις … ομπρελιές της Ερνούλας!