Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ

Τάκη Κυριτσόπουλου

Εκείνο το απομεσήμερο είχε ξαπλώσει ο Ζεβανζέλ στο μπαουλοντίβανο να ξεκουράσει λίγο τις αρίδες του. Η πρωϊνή δουλειά στο κέντρο της πόλης  ήταν εξαντλητική μιας και είχε ασβεστώσει, με εφημερίδα περικεφαλαία, τις προσόψεις του ζαχαροπλαστείου του Μαύρου και του διπλανού καφενείου του Σικινιώτη.

Η δουλειά, που είχε κάνει απνευστί, ήτανε τόσο καλή, που ο μεν Σικινιώτης τον κέρασε καφέ γιαβάσικο με πέντε φουσκάλες, ο δε Μαύρος του πρόσφερε δύο γλυκά στο χαρτί, μαστιχάκια μελωμένα παρακαλώ και απ’ αυτά έφαγε το ένα στα όρθια και το άλλο το πήγε πεσκέσι στην Ερνούλα, όπου εκείνη το έβαλε στο φανάρι, που κρεμόταν στην κουζίνα να το φάει αργότερα.

Κοιμήθηκε δυό-τρεις ώρες ροχαλίζοντας ήπια και άμα ξύπνησε και είδε μπροστά του την συμβία του άρχισε να χαριεντίζεται μαζί της νιώθοντας απωθημένες ορμές του να επανακάμπτουν.

    • Βαγγέλη, μη ανατριχιάζω, γουργούρισε ακκιζόμενη η Ερνούλα.
    • Είμαι ασυγκράτητος.
    • Πιες το καφεδάκι σου και ηρέμησε μη σου ξανανέβει πάλι η πίεση…
    • Απόψε, Ερνούλα, λέω να βγούμε μια βόλτα οι δυό μας, να σε πάω στον καφενέ στο περιθαλάσσιο να φάμε παγωτό στου Τσίκνα.
    • Εμ καιρός ήτονε, σπαγκοραμμένε μου να ξεσκάσω λίγο, που έχεις να με βγάλεις έξω απ’ τον καιρό που κυβερνούσε ο Πουλίτσας…
    • Α, εδώ μου τα χαλάς. Δεν σε είχα πάει και σε μια βάπτιση επί … Ντίνου Τσαλδάρη, το ξεχνάς;
    • Και ποιόνα θα αφήσουμε στο κατάστημα, μου λες;
    • Τον Θράσο μας, ποιόν άλλο μιας και η Ζία έχει τα κουτσούβελα.
    • Τώρα μάλιστα! Θα βάλουμε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα!
    • Ερνούλα, θα σου βάλω πιπέρι στη γλώσσα. Εξάλλου έχεις λουκετιάσει τον μπεζαχτά και ξέρεις πού είναι το κάθε πράμα.
    • Αμ’ έννοια σου κι απ’ τα μετρημένα τρώει ο λύκος!

                                                                                  ***

Αφού ολοκλήρωσε τη μεσημεριανή προπόνηση στο σοκάκι ο Θράσος με την ξυπολυταρία, φωνάζοντας να του βγει η φλέβα και ακούγοντας τις βλαστήμιες των γειτόνων απ’ τα παράθυρα, που δεν τους άφηναν να κοιμηθούνε, φιλοτιμήθηκε να σταματήσει, αφόσον και τους είχε αλλάξει την Παναγία στο τρέξιμο!

    • Πέρασε η προπόνα, δήλωσε. Τέρμα η ώρα του παιδιού, ρε.
    • Και τι θα κάνουμε, κόουτς;
    • Αμέτε να παίξετε το λουρί της μάνας.
    • Μα την Κυριακή έχουμε αγώνα…
    • Ησυχία θα πέσει στράκα. Τους ζυγούς λύσατε αρμ. Όλοι στις πέντε το απόγιομα στο μαγαζάκι για τα θεωρητικά.

Μπήκε στο κατάστημα και άρχισε ν’ αναδεύει τη χόβολη του μαγκαλιού με την τσιμπίδα.

    • Θα καούμε εδώ μέσα καμιά ώρα σαν τα ποντίκια, σκέφτηκε, βρίζοντας τον Ζεβανζέλ για τη συνήθειά του να κρατάει αναμμένο το μαγκάλι … Ιούνιο μήνα! Ας όψονται τ’ αρθριτικά του!

Δεν είχε φάει καλά το μεσημέρι, οπότε πεινούσε και μάσαγε πασατέμπια. Κατόπιν άρχισε να χαλβαδιάζει κατά μπεζαχτά μεριά.

    • Άνοιξε … σουσάμι, ευχήθηκε, θυμούμενος την ιστορία του Αλή Μπαμπά με τους σαράντα κλέφτες…

Δύο ήταν οι μέθοδοι να το ξακρίσεις. Ή κλέβεις το ταμείο με τσούρνεμα (σταδιακό ψείρισμα) αν είναι ανοιχτός ή, αν τον έχει αμπαριάσει η γραία, πρέπει να δουλέψει η κελαηδίστρα για να αηδονιαστεί το ταμείον.

Πέρασε και ο Τζίμης ο μπαξεβάνης και του πασάρισε κανα-δυό τσιγάρα στο χύμα, που τα άναψε και τα φουμάρησε μέχρι το φίλτρο. Σε κάποια στιγμή έκανε είσοδο ένα ασκούμενο δουλικό, Ζουγραφιώ το βαπτισθέν.

    • Δώκε μου απεκεί ένα τσιμπιδάκιον, δώκε μου και μπικουτιά για την κερά μου…
    • Θέλεις να ‘ναι αναγνωρισμένης φίρμας ή σε μαϊμού προϊόν;
    • Εσύ ξέρεις…

Έφυγε η μικρή και εμφανίστηκε η γυναίκα του χασάπη της Αλεκάρας. Αυτή ως γνωστόν πούλαγε … τα κουμπιά απ’ τα ρούχα του άντρα της σε λογική τιμή. Και ήτανε πόνος ψυχής να γλέπεις κοτζάμ χασάπαρο με τις μουστάκες του, την κόκκινη ποδιά, τις μαχαίρες, τα μασάτια και τον μπαλτά του τον αμφίστομο να κυκλοφορεί … στην παραμάνα!

    • Καλέ σεις πο ’χετε το κατάστημα, ενδιαφέρεστε για τη νέα μας κολεξιόν;
    • Ολοκλήρωνε καθότι έχω φόρτο εργασίας…

Άνοιξε ένα χοντρό άλμπουμ με διαφάνειες, που στην κάθε σελίδα του είχε και μια γκάμα διαφορετικών κουμπιών σε ποιότητα, χρώματα, σχήματα και μεγέθη. Κουμπιά σακακιών, πανωφοριών, υποκαμίσων, πιτζαμών, μέχρι και καβάλων παντελονιών. Ο Θράσος ζουμάρησε με το μάτι το καλό το προϊόν.

    • Πάρτε καλέ, έχω πράμα…
    • Δεν εμπορεύομαι τοιαύτα είδη, μαντάμ, δήλωσε ο Θράσος και γέλασε αισχροκερδώς με απώτερο σκοπό να φιξάρει χαμηλή τιμή.
    • Μόλις τα ’κοψα με ξουραφάκι Ζιλέτ. Είναι οκασιόν! Μου δώνεις δέκα λεπτά το πάσα κομμάτι ν’ αδειάσει ο τόπος;
    • Ο οίκος μας δε συναλλάσσεται με τυχάρπαστους πλανόδιους, είπε ο Θράσος, βλέποντας πως δεν είχε διάφορο…
    • Με φέρνεις, καλέ, σε απόγνωση.
    • Σπάσε τώρα. Το κατάστημα είναι μαγαζί και δε σηκώνει όχλο.
    • Τότες βρε, θα πω της Ερνούλας … πως μου ρίχτηκες, πανάθεμά σε…

Στο άκουσμα τούτο τσούτιαξε, ποιός; Ο Θράσος που τον έτρεμε το σοκάκι, γιατί τελευταία η θέση του ήταν επισφαλής. Η χασάπαινα σηκώθηκε και έφυγε με κάθε αξιοπρέπεια, εισπράτοντας πίσω της το σχετικό διπλοφάσκελο του Θράσου.

                                                                                          ***

Πογιοματάκι ήτονε και ο Ζεβανζέλ ρουφούσε θορυβωδώς τον καϊμακλίδικο καφέ του μέχρι ρανίς. Είχε πάρει ένα καλό υπνάκο μολονότι δεν είχε καλοχωνεύσει το μεσημεριανό φαγητό, γίγαντες γιαχνί και στιφάδο με κοκκάρια.

    • Άαααχ, άντε βρε Ρνούλα να ξεκινάμε, φώναξε στη συμβία του που αργούσε να ετοιμαστεί.
    • Τελειώνω, Βαγγέλη. Πώς κάνεις έτσι, χριστιανέ μου;

Καθρεφτιζότανε με αυταρέσκεια φορώντας ταγεράκι της ναφθαλίνης χρώματος πετρόλ, σοσόνια δίχρωμα, γόβες καβάφικες με αγράφα και καπελαδούρα με μαβιά λουλούδια.

Η πόρτα χτύπησε διακριτικά και μπήκε στο δωμάτιο η Ζία κρατώντας το λεχούδι στην αγκαλιά της.

    • Καλέ πάρτε κι εμένα μαζί σας, αναστέναξε, να ξεσκάσω κι εγώ λιγουλάκι…
    • Συ να γυρεύεις τη δουλειά σου και τη ρόκα σου, αγρίεψε η Ερνούλα.
    • Να κάτσεις, κόρη μου, να πλέξεις κανένα πουλοβεράκι για τα μωρά, είπε σε πιο ήπιο τόνο ο Ζεβανζέλ.
    • Δεν πλένεις και τίποτα ποτήρια να δούμε τι θα γένουμεꓼ Πρόσθεσε η Ερνούλα, σηκώνοντας ψηλά τη γροθιά της.
    • Άστηνε, βρε γυναίκα, να βγει κι αυτή να πάρει τον αέρα της, μαλάκωσε ο καλός πατέρας.
    • Σιωπή, Βαγγέλη. Εγώ κάνω κουμάντο. Σήμερα είναι της ένδον.

        Θα πάει στο κατάστημα, γιατί δε θαρρεύομαι αυτόν τον σατανά, που μας κατσικώθηκε εδώ             μέσα!

                                                                                        ***

Τα παιδιά άρχισαν να συγκεντρώνονται στο ψιλικατζίδικο, τρώγοντας φέτες ψωμιού με πελτέ ή θρεψίνη. Καταλάβανε καρέκλες, σκαμνάκια και κουρελούδες ώστε επικρατούσε το αδιαχώρητο. Οι πελάτες πλέον θα έπρεπε να μπαίνουν … με το πλάι.

    • Μπάτε με το δεξί…

Καθόταν μπροστά στον πάγκο με τη Ζία δίπλα του, κακέκτυπα … Ιουστινιανού και Θεοδώρας! Θα δίδασκε ποδοσφαιρικά θεωρητικά επί χάρτου στα παιδιά. Όμως εδώ και ώρα ένιωθε όλο και περισσότερο την έλλειψη του αλκοόλ. Πού όμως λεφτά για ν’ αγοράσει; Η λάμια καρσί είχε κλειδώσει λουκετιαστά το μπεζαχτά και άδικα πάσκιζε να τον ξεταγαριάσει αν και αλαφροχέρης και χελιδονάτος!

Και σαν να μην του έφτανε το στερητικό σύνδρομο του αλκοόλ, είχε από πάνω και τα πειράγματα των πιτσιρικάδων.

-Δάσκαλε, άκουσα, πως σε καταπιέζει η πεθερά σου, αρχένεψε ο Παντελής, παιδί της πικρής ελιάς το φύλλο!

    • Η αλήθεια είναι πως μ’ έχει στο κιάλι εδώ και καιρό, Παντέλο…
    • Εγώ πάλι πληροφορήθηκα ότι έπεσαν … κάτι ηχητικές τις προάλλες, τον πικάρησε ο Νικολής της χήρας.
    • Κακοήθειες θα τις έλεγα Νικολή, παιδί μου. Ωστόσο κι εγώ της ξηγήθηκα στο ίσο και όχι τσικιρικιτζίδικα πράματα.
    • Θράσο, τις τρως, για δεν τις τρως; Χαχάνισε ένρινα το Πικιουί.
    • Ρε αποκαούδι, κεφαλοφαγούρα έχεις πογευματιάτικα;
    • Και το σημάδι στο κούτελο τι είναι;
    • Έπεσα…
    • Πού; Σε καμιά … γροθιά απάνω;
    • Μειράκιο πλατειάζεις, αλλά που ’σαι, θα τηνε κάνω εγώ αλόγατο ρε, θα της μασήσω το ήπαρ…

Επικράτησε πεντάλεπτη σιγή και ξαφνικά ο Θράσος τινάχτηκε όρθιος.

    • Το αφεντικό τρελάθηκε, ούρλιαξε στεντόρια ανάβοντας τσιγάρο με το τέταρτο σπίρτο.

Τα παιδιά όλα σταυροκοπήθηκαν απορημένα, γιατί ξέρανε πως ο Ζεβανζέλ, το αφεντικό, ήτανε ένας έμφρων άνθρωπος.

    • Πάρτε κόσμε, έχω πράμα, συνέχισε ο Θράσος κουνώντας στον αέρα μια μεγάλη σοκολάτα.
    • Εγώ, ρε σεις λωλάθηκα! Βλέπετε το γλύκισμα; Πόσο το κοστολογείς, ωρέ Μαρκεζίνη;
    • Ένα τάλαρο … προ φόρων, δάσκαλε, δήλωσε ο μικρός και τα σάλια του σχημάτισαν στο πάτωμα το χάρτη των Κυκλάδων.
    • Τι είν’ αυτά που λες, ρε απορριξιμιό; Όστις θέλει την παίρνει με ένα … πενηνταράκι. Εδώ το φτηνό το μαγαζί!

Η πιτσιρικαρία σταυροκοπήθηκε ομοθυμαδόν σαν καλόγριες σε μοναστήρι.

Ο Θράσος έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σβουράκι με νούμερα.

    • Και τώρα το αγνό και τίμιο παιχνιδάκιον. Εδώ κερδίζει ο πάσα εις. Μποράτε να χορτάσετε δέκα νοματαίοι στο γύρο. Όποιος γουστάρει, ρολάρει. Οι μικροί ρίξανε τα πενηνταράκια τους ποντάροντας στους αριθμούς.
    • Βάλτε να πάνε, πρέπει να ζήσει η κατανάλωση, γέλασε σαρδόνια ο Θράσος και γύρισε το σβουράκι με τα δάχτυλα.
    • Εγώ κέρδεψα, φώναξε ο Σταμάτης το Νεκό. Βγήκε το έξι πο ’χω.
    • Δεν είναι το έξι, ρε Σταμάτη, ξεκαρδίστηκε ο Θράσος. Το … εννέα είναι, που βαδίζει με τα χέρια κάτω και τα πόδια πάνω. Άρα … κερδίζει το κατάστημα! Μάζεψε τα κέρματα και φώναξε το γιο του μπακάλη κοντά του δίνοντας του ένα μπουκαλάκι για αναλύσεις ούρων.
    • Άμε, παλικάρι μου, παγούριασέ μου το καύσιμο, γιατί είμαι της μεγάλης δίψας. Και να ’ναι απ’ το δυνατό μπράντι. Όχι απ’ αυτό που πουλάτε, να ’ρθω στα ίσα μου και στον ορθό αχταρμά μου.

                                                                                    ***

Ο Ζεβανζέλ είχε φορέσει τα καλά του. Σακάκι τσουβαλέ χρώματος σιέλ, πουκάμισο με κλειστό γιακά και το μπάλωμα στην πλάτη, παντελόνι ντρίλινο ριγέ και πατούμενα παντοφλέ στο σικλαμέν.

    • Βρε Ερνούλα, είναι φαγωμένο το παντελόνι…
    • Φόρεσε το φράκο σου τότε…

Η ώρα είχε φτάσει έξι και τέταρτο και η Ερνούλα κωλυσιεργούσε.

    • Άντε γεναίκα. Αντί για παγωτό θα φάμε … πρωινό πατσά…
    • Όποιος βιάζεται σκοντάφτει, προκομμένε μου.

Κατέβηκαν την ξύλινη σκάλα που έτριζε, κάνανε το σταυρό τους και ο Ζεβανζέλ τράβηξε με δύναμη την πόρτα να κλείσει. Άπαξ και έκλεινε η ξώπορτα άνοιγε μόνο με κλειδί.

Στο στενό πλησίασε με προφυλάξεις τη γλάστρα της κερά Ανεζούλας, έκοψε ένα γκρενά γαρούφαλο και το πρόσφερε της Ερνούλας ημιγονατιστός.

    • Για σένα, της είπε. Το άνθος είναι είδος ευγενές!
    • Με κακομαθαίνεις, Βαγγέλη, του χαμογέλασε και το πρόσωπό της έλαβε ένα παρθενικό ερύθημα.
    • Το αξίζεις…
    • Καλά, καλά τώρα…

Αξάφνου τινάχτηκε αλαφιασμένη.

    • Πω πω τι έπαθα! Αντί να πάρω την τσάντα μου, πήρα καταλάθος … το πιεσόμετρο. Ανέβα πάνω να μου τη φέρεις.
    • Άντε ξεμωραμένη…

Έψαξε την τσέπη του να βρει το κλειδί ν’ ανοίξει. Όμως παρά τις προσπάθειές του δεν το εύρισκε.  Άρχισε να τον κόβει κρύος ιδρώτας και να τον περιλούζει.

    • Πάει, το ’χασα!
    • Ξαναψάξου με ψυχραιμία. Σε είδα που το ’βαζες στην τσέπη.

Πέντε λεπτά ψαχνότανε αλλά μάταια.

    • Αμάν δεν το βρίσκω. Έκανε φτερά!
    • Τίμιο Ξύλο! Ραμολάρησες, κακομοίρη μου.
    • Μη βρίζεις Ερνούλα… Ρε καημός και πίκρα! Θα αυτοκτονήσω…
    • Κούφια η ώρα, που τ’ ακούει…

Το νέο το βουκινιάσανε στα πέριξ κάτι καλοθελητάδες. Το αφουγκράζεται ο μαχαλάς και γίνεται της κακομοίρας! Άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας, κυράτσες … με μουστάκια, μανάδες με βυζανιάρικα στην αγκαλιά και προσφυγόπουλα είχαν δημιουργήσει μια ασφυχτική ατμόσφαιρα στα πέριξ!

    • Καλέ τι πάθατε πάλι, ρώτησε η Τερψιχόρη χωρίς να της πέφτει λόγος.
    • Όχι και πάλι, Τερψιχόρη, τσίριξε η Ερνούλα.
    • Μια ερώτηση έκανα η μαύρη.
    • Πολλά λες και θα σου σούρω όσα δε σέρνει η σκούπα…

Άλλοι πάλι, που η ευπιστία τους ξεπερνούσε τη λογική τους θέλησαν να κάνουν υποδείξεις.

    • Λέω ν’ ανοίξουμε μια τρύπα στον τοίχο να μπούμε στο σπίτι, πρότεινε μια παχουλή στο μήνα της.
    • Όχι καλέ, μάλλον θα πρέπει να ντυθεί ο Ζεβανζέλ … Άγιος Βασίλης και να μπει από την καμινάδα, υπερθεμάτισε κάποια πανουκλοκιτρινιάρα.
    • Αυτά που λέτε είναι βλακείες. Το σωστό είναι να … χτυπήσουμε την πόρτα να μας ανοίξουν, αντιπρότεινε η Θάλεια, γυναίκα με νοητική υστέρηση.
    • Άμε απεδώ, νεραϊδοπαρμένη…

Ταυτόχρονα διάφοροι πλανόδιοι μικροπωλητάδες, που μυριστήκανε το ψητό άρχισαν να διαλαλούν την πραμάτεια τους.

    • Σάμαλι, παστέλι, κ.ο.κ…
    • Μαχαίρια ακονίζωωωω…
    • Φημερίεεες, τη σκότωσε ο κακούργος!
    • Μακριά αιματορουφήχτρες, φώναξε η Ερνούλα, πετώντας την καπελαδούρα της στον αέρα.

                                                                           ***

Τη λύση την έδωσε τελικά ο Γιάννης ο κουλουρτζής, αν έχετε ακουστά, πολύ περπατημένη φυσιογνωμία!

    • Έχω πιλοτικό σκέδιο, μάστορα, ψιθύρισε στο αυτί του Ζεβανζέλ.
    • Ρίξε την κουβέντα σου…
    • Σκέβομαι ν’ ανέβει ένα παιδί στον ταβλά μου και να μπει στο σπίτι απ’ το παράθυρο να σας ανοίξει…

Το σπίτι ήταν γωνιακό, διώροφο και στο πλάι του υπήρχε ένα χωμάτινο πρανές, που η κορφή του απείχε δύο μέτρα από ένα παράθυρο.

    • Το σκέδιον είναι σοβαρόν αρχικώς καταρχάς αποφάνθηκε ο Φανούρης ο μπαρμπέρης, που είχε βγει να βάλει αβδέλλες σε κάποιον ασθενή.
    • Τότες κύλα το, Γιάννη μου, το υιοθετώ απριόρι.
    • Ναι, αλλά πρώτα θα πρέπει ο ταβλάς, … ν’ αδειάσει, μάστορα…
    • Τι σημαίνει αυτό;
    • Πως πρέπει ν’ αγοραστούν τα κουλούρια, που περιέχει…

Τα κουλούρια θα ’ταν καμιά ογδονταριά, πενήντα λεπτά έκαστον, χώρια τα σταφιδόψωμα, που το καθένα κόστιζε εβδομήντα λεπτά.

    • Μα θα ξεπεράσουμε το πενηντάρι, Γιάννη παιδί μου.
    • Τόσα γουστάρω … και τα λεφτά παγκούε…
    • Πάει, χρεοκοπήσαμε, μιξόκλαψε η Ερνούλα, να φάει τα μεσοφόρια της…
    • Δεν κάνει να στα χρωστάμε, βρε αγόρι μου;
    • Είμαι της μπροστάντζας. Ασήμωνε, γιαγιά…
    • Γιαγιά να πας να πεις τη μάνα σου. Ακούς εκεί…

Τι να κάνει ο Ζεβανζέλ, έσκασε το πενηντάρι και μοίρασε τα κουλούρια να φάει η φτωχολογιά.

    • Και ποιός θ’ ανέβει στον ταβλά τώρα;
    • Να μπουκάρω εγώ, μητέρα, φώναξε ο Θράσος απ’ το μαγαζάκι καρσί.
    • Συ να κοιτάς την τύφλα σου, που θέλεις πέντε καρέκλες για ξάπλα, ξεσπάθωσε η Ερνούλα με σπασμένα νεύρα.
    • Μια διευκόλυνση πήγα να κάνω…
    • Σιωπή, θα σου ρίξω πελτέ μάρκας Κύκνου…

                                                                                       ***

Καθώς περνούσε από κει ο μικρός το Πικιρίνι με σβούρα και σφεντόνα στην τσέπη το σταμάτησε μια ανύπαντρη μεγαλοκοπέλα.

    • Για έλα δω, βρε Πικιρίνι, συ που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει…
    • Δε σαλτάρεις, λέω εγώ μικρέ, να μπεις στο σπίτι απ’ το παράθυρο, που είσαι αλαφρύς και ανεμοκουβαράτος…
    • Αμέ, αμέ θεία…

Το πλήθος χειροκρότησε και άρχισε να εκθειάζει το μικρό.

    • Μπιστέψου το, μάστρο Βαγγέλη. Είναι γατοσβέλτος το παιδί!

Όμως και η Ερνούλα τον πήρε στο χαμογελαστό.

    • Κάμε συ, αγγόνι μου, τη φτιάξη κι εγώ έννοια σου…
    • Θες, κερά Ρνούλα, να περάσω κι απ’ την κρεβατοκάμαρα;
    • Ουχί. Απαγορεύεται.

Ο Γιάννης ο κουλουρτζής τότε δίνει διάτες στο σιγά, το Πικιρίνι ανεβαίνει στον ταβλά, όπου δυο χαμάληδες της πρωινής βάρδιας το σηκώνουνε ψηλά.

    • Αλα ούνα, αλα ντούε, αλα τρέεεε…

Ως … πολιορκητικός κριός ο μικρός εκτινάζεται και διαπερνά το τζαμοπαράθυρο υπό τις επευφημίες όλης της γειτονιάς.

    • Μπράβο, ζήτω, ώααα το ’χεις!

Με καταματωμένο το κεφάλι το Πικιρίνι ανοίγει την πόρτα και βγαίνει στον δρόμο.

Ντελίριο ενθουσιασμού έχει καταλάβει τον λαό της Νεάπολης.

    • Μπράβο, να σε χαίρεται η μανούλα σου! Τσ τσ τς. Τι ’σαι συ ζωή να ’χεις!

Άλλοι όμως είχανε διαφορετική άποψη.

    • Ογλήγορις νετάρισε … το σόου. Τι θα κάνουμε τώρα;
    • Άσε που χάσαμε και το σπερνό για χάρη σας…
    • Φευγάτε από δω, κάργες…
    • Κατιτίς πρέπει να δώνεις τώρα στο παιδάκι για τον κόπο του, πρότεινε η Πιπίτσα η ζητιάνα, που βάδιζε με καρέκλα μισοσπασμένη.
    • Ναι, ναι το τσαμένο, μπήκε στη μέση και ο Φώτης ο μπαλατζής.
    • Άντε, να του δώκω ένα τάλαρο, συμβιβάστηκε ο Ζεβανζέλ.
    • Καλέ … δίφραγκο ήθελε να πει, φώναξε η Ερνούλα. Πάντοτε υπερβολικός αυτός ο άνθρωπος πια!

Έψαξε τις τσέπες του να βρει κέρμα να δώσει στο Πικιρίνι και ψάχνοντας βαθιά το χέρι του … έπιασε το κλειδί!

    • Αμάν τι έπαθα … απάνω μου το ’χα!
    • Ραμολίρισες, Βαγγέλη. Θα σε χωρίσω, ξεμωραμένε…
    • Άστα αυτά, κερά Ρνούλα και φίλεψε καμιά λιχουδιά το αγοράκι.
    • Αμ’ έχω κι άλλη επιλογή, μαυρογέλασε εκείνη. Άντε, βρε Πικιρίνι, πάμε απάνω να σε τρατάρω κάτι.

Ανέβηκαν στο σπίτι και άνοιξε το φανάρι της κουζίνας να προσφέρει στο παιδί το γλυκό που τους είχε κεράσει το πρωί ο ζαχαροπλάστης. Όμως το μαστιχάκι … είχε κάνει φτερά, γιατί το είχε καταβροχθίσει ο Θράσος!

    • Που να μην τον εύρει το ξημέρωμα, τον καταράστηκε.

Κατόπιν τούτου οδήγησε το Πικιρίνι στην τραπεζαρία.

    • Τρώγε, κακοχρονονάχεις, είπε μέσα της. Όμως του χαμογέλασε.
    • Θα μου βγάλεις φαγητό, γιαγιάκα;
    • Εμ τι θέλεις να σου βγάλω, αγιασμό μουσουλμάνικο; Άντε καλήν όρεξη, καλήν χώνεψη…

Τον τοποθέτησε στο κεφάλι του τραπεζιού, του έδεσε μια πετσέτα τραχηλιά και του πρόσφερε να φάει ένα … ληγμένο γιαούρτι!

Τ. Κυριτσόπουλος