Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ …

από τον Τάκη Κυριτσόπουλο

Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ ΕΝΟΣ ΕΠΙΣΤΑΤΗ

Στο πρεσβυγενές μας γυμνάσιο ο επιστάτης μας ζούσε το δικό του δράμα. Επειδή ο συμβατικός του μισθός ήταν πενιχρός, είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στα είδη του κυλικείου, που διατηρούσε εντός του σχολείου.

Όχι τίποτα σπουδαία πράγματα βέβαια. Κάποια αναψυκτικά πουλούσε στους μαθητές, διέθετε και ψυγείο πάγου, σοκολάτες, μπισκότα και κυρίως κουλούρια.

Μόλις χτυπούσε (ο ίδιος) το κουδούνι για το διάλειμμα, οι μαθητές πέφτανε πάνω στα κουλούρια του, όπως οι μύγες στο θρασίμι! Σε μεγαλύτερη όμως ζήτηση ήτανε τα κουλούρια – σάντουϊτς. Εδώ, έπαιρνε το σιμιτάκι από της χήρας, της Μπεϊζαντέδαινας το φούρνο και το έφτιαχνε είτε πικάντικο με την προσθήκη τυριού ή σαλαμιού, είτε του έδινε γλυκιά παραλλαγή, παραγεμίζοντάς το με λουκούμια του Λειβαδάρα, ένα φράγκο το κομμάτι, να το τρώνε δυό ανομάτοι … Οι δουλειές του πήγαιναν πρίμα και ο ίδιος στον ενθουσιασμό του πάνω, έβαζε στους μαθητές να πιούνε νεράκι κρύο απ’ το κανάτι, στο ίδιο πάντα ποτήρι!

Όμως, μεσούντος του φθινοπώρου, διαπίστωνε πως σταδιακά η πελατεία του άρχισε να αραιώνει, όπως ακριβώς και τα … μαλλιά του! Το έψαξε επισταμένως το θέμα και ανακάλυψε το αίτιο της επερχόμενης καταστροφής του.

Έξω από τις πόρτες του γυμνασίου είχανε στήσει ορδί διάφοροι παρείσακτοι μπουγατσάδες και οι μαθητές στα διαλείμματα τρέχανε … αγεληδόν να γευτούνε τα καλούδια τους!

— Μπουγάτσα ζεστήηη, διαλαλούσε ο Σταύρος, πασπαλίζοντας προς δέλεαρ το μυρωδάτο γλύκισμα με ζάχαρη άχνη και κανέλα …

— Πω, πω, πω, κάτι … αφράτοι λουκουμάδες πό ’χω, ξελαρυγγιαζότανε ο Μήτσος, ο κοντός και άναβε τα κάρβουνα στο συρτάρι, που ήτανε στο κάτω μέρος της μόστρας του.

— Κατιμέρι με το μέλι, να το τρως να μη σε μέλλει, ωρυόταν ο Σέσουλας, πρώην ναυτομάγειρας, βουτώντας τους σβίγγους και τα ταβούκ – γιοξούκια του στη σερμπετιέρα μέσα και μπουλαματιάζοντάς τα με ανθόμελο.

Αρχικά ο επιστάτης είδε αλτρουιστικά το θέμα. «Άστους», είπε, «φτωχοί άνθρωποι είναι, να φάνε κι αυτοί ένα κομμάτι ψωμί», ενώ εκ παραλλήλου προσπάθησε να αναβαθμίσει τα δικά του είδη, προκειμένου να τους ανταγωνιστεί.

Σταμάτησε ν’ αγοράζει κουλούρια από της χήρας το φούρνο και κατέφυγε στο σιμιτοποιείο του Μωράκη. Μηδέν το αποτέλεσμα! Δεν έχασε όμως το κουράγιο του. Αντικατέστησε αμέσως το λουκούμι τριαντάφυλλο με λουκούμι μαστίχα. Μια απ’ τα ίδια! Το φάσμα της ανέχειας, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να πλανάται πάνω απ’ το σπιτικό του!

Σε κάποιο διάλειμμα ανασκουμπώθηκε, βγήκε στο προαύλιο και έκανε σαματά στους παρείσακτους.

— Αγύρτες, πάει, με μουφλάρατε!

Μεταταύτα αγόρασε και τοποθέτησε πλέγμα πυκνό στις εξωτερικές πόρτες, αποσκοπώντας να αποτρέψει κάθε επαφή των πλανόδιων με τη μαθητιώσα νεολαία.

Όμως, τα σοροπιαστά άρχισαν να ίπτανται των τοίχων και να καταλήγουν στους αποδέκτες τους!

Αφού είδε και απόειδε, κατέφυγε στον ίδιο το γυμνασιάρχη.

— Το σπιτικό μου χειμάζεται! Κάνετε κάτι, σας ικετεύω …

— Οι ανταγωνιστές σου βρίσκονται εντός του αύλειου χώρου;

— Όχι, όχι, στις οξώπορτες την έχουνε στημένη …

— Καλώς, θα επιληφθώ του θέματος εν ευθέτω χρόνω …

—-

Οι μέρες κυλούσανε δραματικά. Η πραμάτειά του έμενε απούλητη και τα κουλούρια του γινόντουσαν … παξιμάδια, γεγονός που τον οδήγησε στην απόγνωση. Μέχρι και η αυτοδικία πέρασε απ’ το νου του, και σίγουρα θα την πραγματοποιούσε αν ήτανε κατά δέκα χρόνια νεότερος! Και το πλέον αποθαρρυντικό ήτανε πως τελευταία αποκτούσε μεγάλη ζήτηση … η μουσταλευριά!

Κάποιο μεσημέρι, στη μαύρη απελπισία του πάνω, όταν του κάνανε έξωση απ’ το σπίτι, γιατί δεν είχε να πληρώσει το νοίκι, κατέφυγε σε απονενοημένο διάβημα. Ανέβηκε στην ταράτσα του γυμνασίου, αφού προηγουμένως άφησε απολογητική επιστολή, για το πώς οδηγούταν ως εκεί, έκανε τρεις φορές το σταυρό του και ρίχτηκε στο κενό, αλλά ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα σοβαρό, εξόν από επιπόλαιους μώλωπες, γιατί την τελευταία στιγμή είχε την πρόνοια … να πηδήξει προς το … μέσα μέρος της στέγης!

Τότε ο γυμνασιάρχης συγκινήθηκε χριστιανικά και τον κάλεσε στο γραφείο του.

— Συγχαρητήρια επί τη διασώσει! Γνωρίζω τι Γολγοθά ανεβαίνεις, άνθρωπέ μου, και αποφάσισα να σε συνδράμω …

— Εύχομαι, ο Κύριος να μου κόβει χρόνια και να τα προσθέτει … μόρια στην επετηρίδα σας …

— Αμήν. Προηγουμένως όμως, θα επιθυμούσα να μου ’φερνες κατιτίς να κολατσίσω …

— Αμέ, αμέ, ό,τι τραβά η όρεξή σας. Τρέχω να σας φέρω κουλουράκι με κοπανιστή Μυκόνου μέσα …

— Όχι, βρε αδερφέ, τέτοια ανθυγιεινά πράματα στην ηλικία που ’μαστε κι έχουμε και τριγλυκερίδια …

— Τι προτιμάτε, πέστε μου. Να σας τηγανίσω μήπως δύο αβγά;

— Δεν πετάγεσαι, λέω εγώ, ίσαμε την οξώπορτα, να μου αγοράσεις μια ζεστή … μπουγάτσα απ’ το Σταύρο, που την ορέχτηκα …

ΚΥΑΜΟΛΑΓΝΕΙΑ

Ο άρτι συνταξιοδοτηθείς τραπεζικός υπάλληλος, που κατοικούσε ψηλά στα Ψαριανά, από πολύ νέος ακόμα είχε έξη προς την κυαμοφαγία. Ας του ’δινες δηλαδή κουκιά να φάει κι ας του ’παιρνες την ψυχή! Προϊόντος του χρόνου η έξη αυτή έγινε εξάρτηση και στο τέλος ανάγκη αδήριτη!

Το κάθε γεύμα του έπρεπε απαραίτητα να συνοδεύεται από κουκιά! Οι διάφοροι πλανόδιοι μικροπωλητάδες με τα ζαρζαβατικά γνώριζαν αυτό του το πάθος και πάντοτε αξημέρωτα ακόμα περιφέρονταν με τα γαϊδουράκια τους έξω από την πόρτα του … για σεφτέ! Ξεπουλούσαν πάντοτε όλο το κουκίσιο εμπόρευμά τους και φεύγανε καταευχαριστημένοι τραγουδώντας:

  «Αγκινάρες και κουκιά,

    κόκκινες καλές ντομάτες, δυο δεκάρες η οκάάά …»

—-

Ως ελεήμων και φιλεύσπλαχνος, ο τέως τραπεζικός κύριος Αγαθοκλής,     το ’χε συνήθεια να περνά καθημερινά από την εκκλησιά της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και να ελεεί το ζητιάνο, που καθότανε στα σκαλοπάτια του ναού.

Ο ζητιάνος τον ευχαριστούσε βέβαια, «ο Θεός σχωρέσ’ τα ’ποθαμένα σου», αλλά πάντα αποφωνούσε με την ίδια φριχτή πρόρρηση:

— Θα πας από … κουκιά, θα πας από κουκιά …

— Και συ θα πας από … μπουνιά γαδουροκαμπανάτη αν συνεχίσεις …

— Δεν πρέπει, καλέ μου κύριε, να τρως κουκιά …

— Και τι πρέπει να τρώω … ασβέστη;

Τα λόγια του άλλου βέβαια τα θεωρούσε ιλαρότητες. Ποιός επιστήμονας, και μάλιστα του δικού του βεληνεκούς θα καθότανε τώρα να παίρνει τοις μετρητοίς τα λόγια ενός ζήτουλα της αγοράς;

— Άπαγε της βλασφημίας, απαντούσε κάθε φορά και έκανε να φύγει, αλλά ο επαίτης την ίδια επωδό πάντοτε:

— Οι μέρες σου είναι … κουκιά μετρημένα …

— Εγώ πρόκειται … να ζήσω άλλα εκατό χρόνια, χώρια τα δίσεχτα, φώναξε, ενθουσιασμένος απ’ το ίδιο του το χιούμορ!

—-

Κάποιο μεσημέρι η γυναίκα του έβγαλε στο τραπέζι ως ορντέβρ κάτι βρεχτοκούκια, πεσκέσι απ’ το χωριό της.

— Φάε τα τώρα Αγαθοκλή, που είναι ζεστά – ζεστά να καρδαμώσεις, του είπε, δένοντάς του ένα πεσκίρι στο λαιμό.

Τα άδραξε, χωρίς πιρούνι και τα καταβρόχθισε με βουλιμία φαντάρου! Δεν περάσανε όμως δέκα λεπτά και έγινε κατακίτρινος σαν το φλουρί. Τα χείλη του πήρανε μια υποκύανη χροιά, ενώ άρχισαν και οι πρώτοι σπασμοί!

— Ζαλίζομαι, γυναίκα, χάνω τον κόσμο. Άρχισε τα σαρδάμ και τις ασυναρτησίες. Ήθελε να πει νερό και έλεγε … συνταγματάρχης!

— Υπέρταση θα ’χεις. Να πας στον Ανδρούτσο το φαρμακοποιό, να σου μετρήσει την πίεση …

Όταν όμως η κατάστασή του επιδεινώθηκε, άρχισε τότε η γυναίκα του να οδύρεται και να σουρομαδιέται …

— Χάνω τον άνθρωπό μου, σώστονα, Παναγία μου. Και όχι τίποτα άλλο, που δε θα προλάβει να χαρεί τη σύνταξή του!

—-

Ο Αγαθοκλής προτού περιέλθει σε κώμα την ορμήνεψε ξέπνοα:

— Σύρε να φέρεις το γιατρό, το γιατρό και το σπετσιέρη, με τα φάρμακα στο χέρι …

Τον τρέξανε αμέσως στο νοσοκομείο, ήτανε τότε εκεί που είναι σήμερα το Καζίνο, του κάνανε μερικές πλύσεις στομάχου και τελικά τονε συνεφέρανε με την κατάλληλη αγωγή.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν ξανάφαγε κουκιά παρόλο το στερητικό σύνδρομο του πρώτου καιρού!

Όμως, σε κάποιο «ριγιούνιον» παλαιών συναδέρφων στο εστιατόριο του Σταυρόπουλου στην πλατεία, έκανε την αποκοτιά να δοκιμάσει πάλι κουκιά με αγκινάρες αλά πολίτα!

Αυτό ήταν! Η πρωτογενής κυάμωση, που υπέβοσκε, σε συνδυασμό με τη δυσανεξία του οργανισμού, υποτροπίασε!

Επακολούθησαν υποκίτρινη χρώση δέρματος, καταστολή όλων των οργανικών λειτουργιών και γενικά «κολάψους», μακριά από ’μας! Τον μετέφεραν εσπευσμένα στην Αθήνα με στρατιωτικό ελικόπτερο, όπου και πάλι την τελευταία στιγμή γλίτωσε απ’ του χάρου τα δόντια!

Έκτοτε, πήρε όρκο βαρύ, πως ούτε τη λέξη «κουκί» δε θα ξανάβαζε στο στόμα του!

Και κράτησε καταλεπτώς τον όρκο του. Άρχισε πάλι να βλέπει αισιόδοξα το μέλλον, σίγουρος ότι δεν κινδύνευε πλέον από κουκιά, εκατό επαίτες να του το λέγανε τώρα … χορωδιακά!

—-

Το βροχερό εκείνο πρωινό, καταβεβλημένος απ’ τις αρρώστιες και τα βάσανα και καμπουριασμένος … σαν τον Λατίνα το ζαχαροπλάστη, κατέβαινε τα σκαλοπάτια έξω από το σπίτι του, για να πάει στο καφενείο το «Πάνθεον» να πιεί τον ερατεινό καφέ του. Καθώς βάδιζε αμέριμνος δεν πρόσεξε κάτι γλοιώδες, που ήτανε πεταμένο χάμω.

Το πάτησε, γλίστρησε, έπεσε τ’ ανάσκελα, χτύπησε το κεφάλι του σε κόγχη σκαλοπατιού … και ο θάνατος επήλθε ακαριαία!

Και ’κείνο, που τον έκανε να γλιστρήσει, δεν ήτανε τίποτα άλλο … από ένα χλωρό κουκί, που είχε πέσει από το κοφίνι διερχόμενου από εκεί υπαίθριου φρουτοπώλη!

—-

ΟΙ ΟΔΟΚΑΘΑΡΙΣΤΕΣ

Η πρωτεύουσα του Νομού μας ετοιμαζόταν πυρετωδώς να υποδεχτεί τον κύριο Υπουργό «Εθνικής Υπνηλίας», ο οποίος θα κατέφθανε με το ποστάλι «Μοσχάνθη», συνοδευόμενος από κλιμάκιο παρατρεχάμενων. Η πρόσφατη θεομηνία είχε πλήξει καίρια το νησί, καταστρέφοντας ολοσχερώς ένα μεγάλο τμήμα του λιμανιού και η κυβέρνηση είχε προγραμματίσει να επιληφθεί του θέματος.

Έπρεπε όμως το λιμάνι ή τέλος πάντων ό,τι απόμενε απ’ αυτό να παρουσιάζει ένα αξιοπρεπές και καθαρό πρόσωπο, ούτως ώστε ο Υψηλός Επισκέπτης αρκούντως να ευαρεστηθεί από το θέαμα, αλλά και ο κύριος Δήμαρχος ν’ αποσπάσει ευμενή σχόλια, ίσως ίσως και κανένα μετάλλιο! Και παρόμοιες ευκαιρίες δεν προσφέρονταν καθημερινά!

Αφού στηθήκανε οι προκάτ αψίδες, οι εορταστικές γιρλάντες, το κόκκινο χαλί, οι εξέδρες και αναρτήθηκαν οι φωτογραφίες των επισήμων, ακολούθησαν οι επί μέρους λεπτομέρειες.

—-

Ο Οδονόμος, ήτοι ο επιφορτισμένος για την τήρηση καθαριότητας δρόμων και ευταξίας Δημοτικός Σύμβουλος, κάλεσε αξημέρωτα ακόμα τους δύο διαθέσιμους οδοκαθαριστές και τους υπέδειξε καταλεπτώς τι έπρεπε να πράξουν, αν επιθυμούσαν μια ευπρόσωπη πόλη.

— Εσύ Γιωργάκη, θα σκουπίσεις την Ερμού αριστερά. Και συ Γιαννάκη, παιδί μου, δεξιά. Αν χρειαστεί να κάμετε και λίγο παπάζι στις πλάκες, εξτρά θα πλερωθείτε. Έγινα κατανοητός; Για τον Γιωργάκη βέβαια, περιττεύανε τέτοιου είδους παραινέσεις. Η εργασιομανία και η σκουπιδολαγνεία του ήτανε παροιμιώδεις! Πάντοτε έπιανε δουλειά μια ώρα πριν το κανονικό ωράριο, πιστεύοντας πως έτσι … θα του γράφανε διπλά ένσημα!

Η σκούπα με το κοντάρι είχε γίνει προέκταση του δεξιού χεριού του, το φαράσι του αριστερού, ενώ το καρότσι με τους κάδους … και των δυο του χεριών μαζί!

Σε αντιδιαστολή τώρα με τον Γιωργάκη, ο Γιαννάκης ήτανε οκνηρός και φυγόπονος! Ο τομέας ευθύνης του είχε καταντήσει στέκι ρακοσυλλεκτών και εστία τρωκτικών!

Και αν κάτι τον διατηρούσε ακόμα στο πόστο του, αυτό δεν ήτανε τίποτε άλλο από τη νεποτιστική πρακτική, που επικρατούσε, καθότι τύγχανε συγγενής εξ’ αγχιστείας … με τον κύριο Γραμματέα Βήτα της σεβαστής Τοπικής Αυτοδιοίκησης!

—-

Ο Γιωργάκης σε μια ώρα είχε καθαρίσει ολάκερη την αριστερή πλευρά της Ερμού, όπως κοιτάζουμε τη θάλασσα, ενώ αντίθετα ο Γιαννάκης είχε αράξει κάτω από μία τέντα και λαγοκοιμόταν, έξω ακριβώς από την ψησταριά του Μανίκα «Καραολής και Δημητρίου». Σε λίγο εγέρθηκε και άρχισε να καταφέρεται απαξιωτικά για το συνάδερφό του στους περαστικούς:

— Θα πάρει και … λιλιά το κορόιδο, που σκούπισε πρώτος! Χα, χα, χα!! Μετά, δολίως σκεπτόμενος, μόλις είδε τον Γιωργάκη να σκουπίζει την πιάτσα των ταξί, πήρε τα σύνεργά του και έκανε τάχα πως σαρώνει ο ίδιος την περιοχή, που ήδη είχε καθαρίσει ο Γιωργάκης! Καταφθάσας εντός ολίγου ο Οδονόμος τον συνεχάρη για την εργατικότητα και το ζήλο του!

— Εύγε, νεαρέ μου! θα εισηγηθώ ευμενώς για σένα στον κύριο Δήμαρχο, είπε χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη.

— Πάνω απ’ όλα η προσήλωση στο καθήκον, κύριε Οδονόμε. Όχι σαν τον Γιωργάκη, που βαριέται να κοιμηθεί! Αδιαφορεί παντελώς και ποιός ξέρει τώρα σε ποιόν καφενέ έχει απλώσει την αρίδα του! Ο κύριος Δημοτικός Σύμβουλος, αιρετός παρακαλώ, που μετερχόταν το αξίωμα του Οδονόμου, κοίταξε με αποτροπιασμό τη ρυπαρή περιοχή, η οποία έβριθε από σκουπίδια, σαύρες, καβαλίνες και σαμιαμίδια!

— Τον φαύλον, τον αγύρτην και το παράσιτον της ενδόξου ταύτης πόλεως, αναφώνησε, ενώ είχε παπαρουνιάσει απ’ την οργή του και τα μισόκλειστα μάτια του θύμιζαν δύο χειρουργικές τομές!

— Και το κάνει εκ συστήματος, κύριε Οδονόμε, να φανταστείτε!

— Υπονομεύει το καθεστώς ο αχρείος! Θα τον στείλω να καθαρίζει τα δημοτικά ουρητήρια προς κολασμόν …

— Θα σας ευγνωμονεί η πόλη εσαεί αν πράξετε κάτι παρόμοιο …

— Ρε, θα του βυζάξω εγώ το αίμα αυτουνού! Θα του φάω το επινεφρίδιο …

Έφυγε με ταχύ βηματισμό και συνάντησε τον φιλότιμο Γιωργάκη, που σκούπιζε εκείνη τη στιγμή το ρείθρο του πεζοδρομίου έξω απ’ του Μεντάκη το φούρνο, στην πλατεία.

— Γιατί ρε, δε σκουπίζεις ευσυνειδήτως;

— Εγώ αφεντικό; Πριν μια ώρα έχω νετάρει ό,τι μου ανάθεσες να κάνω …

— Παραμύθια λες; Ντροπή σου και αίσκος σου … Ευτυχώς δηλαδή, που ο συνάδελφός σου είναι συνεπής. Μάλιστα, τώρα καθαρίζει και τη δική σου περιοχή, ανεπρόκοπε!

— Δεν το πιστεύω!

— Εκατό δραχμές πρόστιμο, του δήλωσε γεμάτος οργή και τιμωρητική διάθεση.

— Νισάφι …

— Εκατόν πενήντα συν πρόσθετη εργασία άνευ αποδοχών!

—-

Μόλις απομακρύνθηκε ο προϊστάμενος, ο Γιωργάκης έτρεξε και βρήκε τον Γιαννάκη, που κείνη την ώρα έτρωγε χωνάκι παγωτό στο ζαχαροπλαστείο του Φρέρη.

— Φτου σου ρε, ξεκίνησε να τον κλωτσάει στα αχαμνά και να του βρίζει τη μάνα. Ακολούθως του στρεσάρησε μια γεμάτη στη φάτσα και μεταταύτα του πέταξε ντομάτα και τον έκανε κατακόκκινο από πάνω μέχρι κάτω!

Περίεργοι άρχισαν να συρρέουν από παντού και κάποιοι τουρίστες φωτογράφιζαν τον Γιαννάκη, έτσι όπως ήτανε με τα ντοματόζουμα … πασαλειμμένος, νομίζοντας ότι πρόκειται για κάποια … εικαστική παρέμβαση!

Συνέχισαν τις μπουνιές και τις κατραπακιές οι δύο οδοκαθαριστές με πιότερη όρμητα. Το πλήθος πήρε θέση.

— Ο Γιωργάκης έχει δίκιο, ισχυρίζονταν πολλοί …

— Όχι, όχι, ο Γιαννάκης πρεσβεύει το σωστό, διατείνονταν άλλοι … Κάποιος χωροφύλακας είχε βγάλει τη σφυρίχτρα και σφύριζε δαιμονιωδώς, στην προσπάθειά του να χωρίσει τους διεστώτες. Μόλις καταλάγιασε το κακό, πλησίασε το πεδίο της μάχης ο προαλειφόμενος Αδελφός Νοσηλευτής. Τοποθέτησε τον ένα … ημιθανή στον έναν κάδο του απορριμματοφόρου καροτσιού και τον άλλο καθημαγμένο … και κλινικά νεκρό στον άλλο κάδο και τους μετέφερε στο νοσοκομείο δίκην έμπειρου τραυματιοφορέα!

— Κάντε άκρη, παρακαλώ, ανέκραξε. Και σκοτώνει και λερώνει …

Τη στιγμή αυτή ξεκινούσε η ένδοξη καριέρα του …

—-

ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΙ

Το κτίριο του Νοσοκομείου μας θεμελιώθηκε στις 30/4/39, δημαρχούντος του Ευάγγελου Ξοχάκη. Το 1947 χρησιμοποιήθηκε ως «Παιδούπολη» μέχρι τις 9/7/50. Στις 4/12/50 στέγασε 636 ομογενείς εκ Ρουμανίας, οι οποίοι το Μάϊο του 1953 μεταστεγάστηκαν στο πρώην Άσυλο Φρενοβλαβών Λαζαρέτων. Το 1954 ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες, έγιναν έργα εκβραχισμών, με χρησιμοποίηση φουρνέλων στον περιβάλλοντα χώρο, καθώς και δενδροφυτεύσεις και περιφράξεις.

Μέχρι το 1959, που λειτούργησε ως Νοσοκομείο, παρέμενε ένα ανενεργό κτίσμα. Στο πίσω τμήμα υπήρχε μια αλάνα, όπου παίζανε οι μικροί του μαχαλά. Κάποιος φύλακας κυνηγούσε τα παιδιά αλλά εκείνα όλο και ξεθαρρεύανε. Τα πλέον ζωηρά, μάλιστα, ακροβολίζονταν στα τριγύρω αναχώματα και σπούσανε τα τζάμια του κτιρίου με χαλίκια και κοτρόνες!

Οι παλαιότεροι θυμούνται πως κάποιος επιτήδειος παρότρυνε τα παιδιά να σημαδεύουνε καλά τα τζάμια και μάλιστα τα εκγύμναζε επ’ αυτού!

Οι διοικούντες με φωνές και απειλές σπεύδανε την επομένη να αποκαταστήσουνε τις ζημιές, ενώ παράλληλα επαγρυπνούσανε.

Το κακό κράτησε ένα χρόνο περίπου και η αφαίμαξη του ταμείου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να διασπαθιστεί το κληροδότημα του Πρωΐου και τώρα είχαν βάλει χέρι και στο καταπίστευμα του Κυριαζή Βαρδάκα! Ο … ολετήρας όμως ξαναμάζευε τα πιτσιρίκια, που τα είχε καρδαμώσει η φλούδα και το αποφάϊ, τα κέρναγε παστέλι και τα δελέαζε.

— Ακούστε, ρε σεις προσεχτικά και βγάλτε τάρα (συμπέρασμα).

Ο σπάζων τζάμι μέχρι τα δέκα μέτρα, κερδίζει καραμέλα. Στα είκοσι σοκολάτα γάλακτος και ο σπάζων πλέον του άπαξ, ωρολόγιον χειρός σε καλή κατάσταση. Άντε κι ο Θεός μαζί σας …

— Με οποιονδήποτε τρόπο γίνει η ζημιά, κερδίζουμε; Ενδιαφέρθηκε να μάθει το αρχηγόπουλο, ο Παντελής, που δε βάραγε ποτέ κοντινές.

— Όλο το άπαν είναι να θραύεται η ύαλος! Τώρα, αν πρόκειται για τζαμαρία ή για φεγγίτη, αυτό ας μην επηρεάζει την κρίση μας.

— Υπάρχει διαφορά σφεντόνας ή απλής πετριάς; Κάντο μας κέρματα.

— Εξαρτείται. Η σφεντόνα θεωρείται εκηβόλον όπλον και αμείβεται αναλόγως. Αυτό το αντιλαμβάνεται κι ένας … συνταξιούχος, Παντέλο.

Το βουκινιάζονται τα πέριξ και πλακώνουνε οι πρώτες σφεντόνες του νησιού! Και τότε δε μένει τζάμι για τζάμι, να θέλει απελπισμένος να … χαράξει τις φλέβες του, που λέει ο λόγος!

Ο καταστροφέας τρίβει τα χέρια του και προσφέρει γλειφιτζούρι στο νικητή.

— Τσ, τσ, τσ … Τι είσαι συ ζωή να ’χεις!

Οι γονείς παίρνουν αψήφιστα το θέμα και αφήνουνε λεύτερα τα καμάρια τους, που μεγάλωναν ανάμεσα στη μολόχα και στη φρέσκια τσουκνίδα, να εκτονώνονται για να ’χουν την ησυχία τους.

— Ας τα χειραφετήσουμε, Καλλιρρόη μου. Αν δε χαρούνε σήμερις, που είναι παιδιά, πότενες θα χαρούνε και θα ξαλαγηράρουνε, μου λες;

— Εμ πέστο ψέματα, κερά Μοσκολουλουδιά, να αγιάσει το στόμα σου …

Ο τζαμάς, που είχε αναλάβει τις αντικαταστάσεις υαλοπινάκων, αγόρασε οικόπεδο στο Κίνι και έραψε και καινούργιο κοστούμι να ’χει το χειμώνα. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου θορυβήθηκε σφόδρα, έβαλε καραούλια να φυλάνε, ενώ βγήκανε λαγωνίκες να βρούνε σημαδιακά.

Κάποιος γιατρός πήρε προσωπικά το θέμα και έτρεξε να παρακολουθήσει τα παιδιά. Όμως εκείνα τον κυνηγούσανε με τα σάπια μήλα, που πετούσε ο μανάβης ο Φυσαέρης και τον … εξαφάνισαν!

—-

Και ξαφνικά το νέο έσκασε σαν βόμβα! Το γράψανε μάλιστα και οι εφημερίδες! Η Χωροφυλακή είχε τσιμπιδιάσει τον αίτιο, που προέτρεπε τα παιδιά να θραύουν … τα γυάλινα. Και αυτός, που σιδεριάσανε δεν ήταν άλλος απ’ τον κυρ Νώντα … τον τζαμιτζή, ο οποίος έπαιρνε εργολαβία τη δουλειά! 

Τάκης Κυριτσόπουλος