Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ …

Η ΜΑΚΡΙΑ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

από τον Τάκη Κυριτσόπουλο

Ντακ–ντουκ, ντακ–ντουκ, ο Θράσος χτυπά το κεχριμπαρένιο του μπεγλέρι, όπως κάθεται διπλοπόδι στο παγκάκι του Καρνάγιου και αναπολεί τα παρελθόντα. Κάθε χάντρα κι ένα χτες. Πάνε τρία χρόνια από τότε, στη μεγάλη κρίση της ναυτιλίας. Στο λιμάνι μας ήτανε τόσα πολλά τα παροπλισμένα λίμπερτις, που σχημάτιζαν μια ντάνα από την Ηλεκτρική ίσαμε τη Λαχαναγορά.

Ο Θράσος την περίοδο εκείνη εργαζότανε νυχτοφύλακας (βατσιμάνης) σε ένα μοτορσιπάκι αραγμένο στο Καρνάγιο. Ούτε ρεύμα μέσα, ούτε μάγειρας, ούτε τίποτα. Μια λάμπα θυέλλης τον φώτιζε και μια γκαζιέρα είχε, που ψευτομαγείρευε καμιά μακαρονάδα ή καμιά ταχινόσουπα.

Νωρίς τα βραδάκια άραζε στην πρύμνη και έπαιρνε καθαρό αέρα. Κάποια στιγμή πέρασαν από κάτω η Ερνούλα με πουλουδάτη ρόμπα, που την είδε ο Θράσος και έφτυνε μετά μισή ώρα στο κατάστρωμα και πλάι της η Ζία, νέα, αεράτη και με πράσινο πουά τσιτάκι.

Την ατηράει με το μάτι του το καλό έτσι ψηλοκάπουλη και τριζάτη καθώς ήτανε και ξυπνά μέσα του ο αλέκτωρ.

Ξαναπερνούν την άλλη βραδιά, οπότε αρχίζει το τηλεβλεφάριασμα και η διακριτική οξυγονοκόλληση. Τον κόβει κι εκείνη και δείχνει αρέσκεια. Μετά δυο μέρες η Ζία διέρχεται από κει άνευ της γραίας και ο Θράσος δραττόμενος της ευκαιρίας βάζει μαδέρι εξόδου και σαλτάρει στο μόλο.

— Ποθυμάτε μαμζέλ, να βαδίξομεν ομού στας προκυμαίας;

— Έλα, έλα, ακκίζεται η Ζία όλο σκέρτσο και νάζι.

Πορπατάνε ομού μέχρι του Φουσκή το συνεργείο και αλλάζουνε ταυτότητες. Τα λένε πίτσι–πίτσι χαμηλόφωνα και ο Θράσος δηλώνει απερίφραστα:

— Να γνωριστούμε επαρκώς και σκοπός ο γάμος …

— Άσε με να το σκεβώ και αύριο θα σου απαντήξω …

— Θα αναμένω εναγωνίως. Έχεις κανέναν άλλο δεσμό μήπως;

— Αυτή την περίοδο είμαι άνευ καβαλιέρο …

— Αλήθεια; Πάρε όρκο …

— Να φάω τα κόκκαλα της μαμάς …

— Κι εγώ μαθές ζω καλογερικώς και εγκρατώς. Είμαι και τρυφεράκιας. Τι λες;

— Ό,τι πει πια ο Θεός …

——

Πέρασε ένα τέρμινο και κάποιο απόγευμα ο Θράσος κατέφτασε κουστουμάτος στο σπίτι με λευκές γλαδιόλες από αυτές που πάνε στις κηδείες. Η Ζία έκανε τις συστάσεις.

— Να σας γνωρίσω τον μνηστήρ μου.

— Πότε προκάνατε για να ’χουμε καλό ρώτημα;

— Θα ’ναι και δυο μήνες, καλέ μαμά …

— Έχουμε αλαφρύ συναίσθημα (αίσθημα ήθελε να πει), πρόσθεσε ο Θράσος ανάβοντας τσιγάρο άνευ φίλτρου.

Ο Ζεβανζέλ ατηρούσε με ένα μοσχαρίσιο χαμόγελο χωρίς να μιλά.

— Εργασία περικαλώ;

— Λεύτερος ’παγγελματίας, μανδάμ …

— Όνομα;

— Θράσος με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η Ερνούλα μειδίασε λες και της χαράξανε τα χείλια με σουγιά.

— Εγώ να ξέρετε δε δίνω την κόρη μου στον πρώτος τυχών.

— Από ζωηρό σόι βαστώ. Εμένα που βλέπετε παραλίγο να βγάλω το γυμνάσιο … Στο δρόμο δε, μέχρις και κύριο Θράσο με φωνάζουνε …

— Καλά, καλά. Πέρνα αύριο μετά το οικογενειακό συμβούλιο.

——

Σαν έμειναν μόνοι η Ερνούλα αποπήρε τη θυγατέρα της.

— Μπας και σου ’χει … βγάλει τα μάτια; Μα καλά τι είδες απ’ αυτόνα;

— Αυτόν θέλω και άλλον ουδένα …

Τότε επενέβη ο Ζεβανζέλ ως κολόνα του σπιτιού.

— Μην της κόβεις, Ερνούλα, την τύχη. Ο έρως είναι τυφλός και θελξίνους.

— Σιλάνς, Βαγγέλη. Εγώ κάνω κουμάντο εδώ μέσα. Αύριο μπορεί να μας ζητήξει και έπιπλα. Πού ξέρω εγώ;

— Τι να γένει γυναίκα; Μια θυγατέρα την έχουμε …

— Και το μάτι του γυαλίζει άγρια! Αυτός θα ριχτεί και σε μένα καμιά ώρα …

— Δεν έχεις φόβο. Πέρασε η κλάση σου …

——

Κύλησαν οι μήνες, απολύθηκε ο Θράσος απ’ τη δουλειά του και ήρθε η κοιλιά της Ζίας … και τουμπάνιασε. Αν και δίχως στεφάνι, τι να γίνει, τον πήρανε σώγαμπρο στο σπίτι, τον ταΐζανε, τον ποτίζανε, τον τσιγαριάζανε, αλλά προϊόντος του χρόνου έπεσε στη δυσμένεια της Ερνούλας. Ο Ζεβανζέλ τον λυπότανε από μέσα του, ως προπονητή της ομάδας του της «Ρόνστιμπακ», αλλά δεν έκανε ζάφτι την Ερνούλα.

— Απομονή, γαμπρέ, έλεγε στον Θράσο καθώς τον χαρτζιλίκωνε κρυφά.

— Είμαι μακρόθυμος, πατέρα …

Στο δρόμο όμως Θράσος και Ζία βαδίζανε χεράκι – χεράκι και η γειτονιά είχε να το λέει:

— Έχταχτο ζεύγος!

   ——

Η ευκαιρία παρουσιάστηκε από τον Πειραιά. Μια μεγάλη εφοπλιστική εταιρεία ζητούσε καμαρότο και ο μπάρμπα Τάσος, που έκανε τα πληρώματα, τον ειδοποίησε. Ετοιμάστηκε ο Θράσος, έδεσε με σπάγκο τη χάρτινη βαλίτσα του και φίλησε σταυρωτά τον Ζεβανζέλ, ο οποίος του ξηγήθηκε μια χρυσή λίρα για τα πρώτα έξοδα … ερήμην της Ερνούλας. Η Ζία ανέβηκε στο περβάζι του παραθύρου να πηδήξει στο δρόμο.

— Μη, κόρη μου, θα σκοτωθείς και δεν κάνει. Είσαι και στο μήνα σου. Θα ξανάρθει ο Θράσος αφού καζαντίσει με χρόνια και ζαμάνια …

— Καλά, καλά να πέσω τότες … απ’ το μέσα μέρος του παραθύρου αν είναι έτσι …

Η Ερνούλα τότε έβγαλε όλη της την κακία. Στο μάτι της εμφώλευε το μίσος.

— Στον αγύριστο να πας και να σε φάει ο χαρχαρίας.

Δεν πρόκανε όμως να αποσώσει τη φράση της, γιατί η Ζία ως μαινάδα όρμηξε και της τράβηξε γκραντζουνιά στο μάγουλο, που της κατέβασε πέτσα.

   ——

Ήτανε μια ονομαστή πλοιοκτήτρια εταιρεία με είκοσι κομμάτια βαπόρια. Στεγαζόταν σε ένα επιβλητικό μέγαρο του Πειραιά με φιμέ τζάμια και πολυτελή γραφεία σε όλους τους ορόφους.

Για τη θέση του καμαρότου υπήρχαν στον κατάλογο αναμονής άλλα δώδεκα άτομα, όμως τελικά προτιμήθηκε ο Θράσος, γιατί είχε το ίδιο επώνυμο με τον εφοπλιστή.

Ο διευθυντής για τα πληρώματα τον δέχτηκε σε ένα τεράστιο γραφείο με μινιατούρες πλοίων σε γυάλινες προθήκες, ρεπλίκες γνωστών ζωγράφων στους τοίχους και φυτά εσωτερικού χώρου τροπικής προέλευσης.

— Ψάχνουμε για έναν καλό θαλαμηπόλο άρχισε χωρίς περιστροφές.

— Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, απάντησε μετριοφρόνως ο Θράσος δείχνοντας τον εαυτό του.

— Αναχωρείς Παρασκευή για Κωνσταντινούπολη. Τόσος ο μισθός σου. Άμε τώρα να σε εξετάσει ο γιατρός και να ετοιμάσεις τα συμπράγαλά σου. Υπόγραψε και τούτο το χαρτί που σου δίνω. Θα πάρεις μια προκαταβολή … για να μου δώσεις μισό μηνιάτικο για τη μίζα μου. Καλά ταξίδια λοιπόν και ακύμαντα …

  ——

Μαζί με τον Θράσο θα πήγαινε και ο γιός του εφοπλιστή με το τρένο να επισκεφτεί το καράβι. Στο τρένο μέσα δεν συναντήθηκαν μεταξύ τους, γιατί του μεν Θράσου του βγάλανε … πρώτη θέση με δικό του κουπέ και όλα τα κομφόρ, του δε γιού του εφοπλιστή τρίτη θέση τελευταίο βαγόνι, όπου συναγελαζόταν με μετανάστες, ρομά και φαντάρους.

Φτάνοντας στην Πόλη μια πολυτελής κάντιλακ περίμενε στο σταθμό και δυό καμπαρντινάτοι με ρεπούμπλικες υποδέχτηκαν τον Θράσο με ρεβεράντζες, τεμενάδες και σαλαμαλέκια.

— Γκέλ μπουρντά, Θράσο εφέντη. Περιπεράστε να σας φιλοξενήσουμε. Το πλοίο θα καθυστερήσει μια μέρα να φτάσει.

Τον οδήγησαν σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων με κρεμαστούς κήπους και πισίνες και ο ίδιος ο διευθυντής τον καλωσόρισε στην είσοδο.

Καμαριέρες και γκρουμ τον οδήγησαν στη σουίτα του μεταφέροντας τη μίζερη βαλίτσα του, τη δεμένη με σπάγκο.

Η σουίτα του, στο ρετιρέ παρακαλώ του ξενοδοχείου, που έβλεπε στον Κεράτιο Κόλπο είχε έκταση πάνω από εκατό τετραγωνικά, ένα κρεβάτι να παίζεις τένις και ένα ειδικά διαμορφωμένο χαμάμ.

Κατέβηκε μετά στο ρεστοράν, όπου οι ένοικοι τρώγανε συνοδεία ορχήστρας. Για προδόρπιο πήρε ένα ντοντουρμά με συνοδεία γιουνάν ρακί, κυρίως πιάτο χανούμ μπουρέκ, ταβούκ γιοκτσού και ίτς πιλάφ, ενώ για επιδόρπιο προτίμησε ένα σερμπέτι μαζί με καραγκιόζ μπακλαβά και λαχταριστό κετέν χαλβά σε αλουμινόχαρτο μέσα.

Το απόγευμα τον ξενάγησαν στα αξιοθέατα της Πόλης και το βράδυ του φέρανε ένα χανουμάκι να του χορέψει οριεντάλ μαζί με έναν αράπη να του κάνει αέρα με το φτερό! Όλη η λάγνα ανατολή στα πόδια του!

Αντίθετα με τον Θράσο, τον γιό του εφοπλιστή τον περίμενε στο σταθμό ένας ταλαίπωρος τουρκαλάς με μουστάκες, βράκα λερή και τουλουπάνι στην ξουρισμένη του κεφαλή.

— Ταμάμ στην ώρα σου ήρθες, μπρε. Πάμε γιαβάς–γιαβάς να προκάνουμε. Τον ανέβασε σε έναν αραμπά που έσερνε ένα κουτσό μουλάρι και τον οδήγησε σε ένα άθλιο χοτέλ στην πιο κακόφημη περιοχή.

Ο οντάς που τον πετάξανε μύριζε κλεισούρα, μπαγιάτικο καπνό και φλιτ ψεκασμού. Το γιατάκι είχε σομιέ και τα κλινοσκεπάσματα ήταν μαγαρισμένα και σχισμένα στις άκρες, ενώ ο νιπτήρας έσταζε συνεχώς. Έφαγε μια πίτα αραβική και ένα κεσέ σιχτίρ πιλάφ με κάρυ. Τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι, γιατί ακούγονταν οι εκκωφαντικοί θόρυβοι από μουζικές των πέριξ καφεαμάν, αλλά και τα βογκητά και οι αναστεναγμοί από τις συνευρέσεις των ενοίκων των πλαϊνών δωματίων. Σηκώθηκε μεσ’ τη νύχτα και βγήκε στο δρόμο, όπου συνέχισε τον ύπνο του σε κάποιο παγκάκι της πλατείας, μαζί με τους κλοσάρ και τους απόκληρους του μαχαλά.

Την άλλη μέρα λύθηκε η παρεξήγηση. Ο πράκτορας του πλοίου είχε κάνει λάθος και είχε αντιστρέψει τους προορισμούς των δύο, καθότι ο Θράσος δεν είχε μόνο το ίδιο επώνυμο αλλά … και το ίδιο όνομα με το δελφίνο του πλοιοκτήτη!

Και ο πλοιοκτήτης τον πήρε στο τηλέφωνο, του ’σουρε τα σχολιανά του και εκεί έληξε το ζήτημα.

——

Το φορτηγό «Ασημένιο Φέρετρο» έβαλε πλώρη για το Ρεσίφι της Βραζιλίας. Ο Θράσος πρόσεξε πως όλοι οι άνθρωποι του πληρώματος ήταν αδυνατισμένοι, σκελετωμένοι σχεδόν, που τους καρδάμωναν η φλούδα και το αποφάϊ! Φοβόντουσαν όμως να διαμαρτυρηθούν λόγω κρίσης, γιατί θα χάνανε τη δουλειά τους. Ρώτησε απέξω–απέξω τι μέρους του λόγου είναι ο καπετάνιος.

— Αυτός όπου να ’ναι θα αγιάσει, είπε ο πρώτος μηχανικός. Να σκεφτείς πως από τις πολλές προσευχές και μετάνοιες που κάνει έχει πάθει κύφωση και αυχενικό σύνδρομο! Άσε πια τα γόνατά του …

— Μην τον ακούς το μηχανικό στιούαρτ, του ψιθύρισε ο μαρκόνης. Λέρα σου λέω, συνάδερφε! Το παρατσούκλι του είναι … «Μακριά Σαρακοστή» και από τις κλεψιές στα πληρώματα έχει φτιάξει μια πολυκατοικία, για να τη δώσει, λέει, προίκα της κόρης του, που άμα τη βλέπεις είναι να φωνάζεις το σκύλο!

— Τόσο άσκημη πια;

— Κάλλιο να σε σουβλίσουνε σαν τον Θανάση Διάκο παρά να ξαπλώσεις μαζί της.

—–

Ο καπετάνιος κάλεσε τον Θράσο στην καμπίνα του να του δώσει ρότα. Η καμπίνα θύμιζε παρεκκλήσι της Νταού Πεντέλης. Εικόνες και εικονάκια αγίων κάλυπταν τους μπουλμέδες. Δεξιά οι άρρενες άγιοι και αριστερά … το θηλέων! Καντήλια κρέμονταν παντού και θυμίαμα τόνωνε την πίστη. Εντυπωσιακή όμως ήταν μια ευμεγέθης φωτογραφία ενός βλογιοκομμένου νέου με σμιχτά φρύδια και βουρτσωτό μουστάκι σωστό έκτρωμα!

— Ποιος είναι ο κύριος της φωτογραφίας, ρώτησε τσουτιασμένος.

— Ω, αυτή είναι … η κορούλα μου η Ευανθία, απάντησε περήφανα ο καπετάνιος.

— Ο Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά …

— Είπες κάτι γιέ μου;

— Όχι· ένα ξόρκι έκανα …

— Είπα κι εγώ …

Ο πλοίαρχος ήταν ένας ευτραφής τύπος με κοιλιές και προγούλια, μάτι εωσφορικό και μουστάκι τύπου Ηρακλή Πουαρό χρώματος γκρίζου προς το αρζάν. Ήταν προχωρημένης ηλικίας και τα γυαλιά του ακουμπούσαν στην άκρη της μύτης.

— Θέλω να εμπεδώσεις αυτά που θα σου πω, Θράσο, γιορντάση μου.

— Είμαι ατσίδα, τα παίρνω με την πρώτη!

— Το πλεούμενο να ξέρεις είναι γεμάτο … αμαρτωλούς και εμείς με τη νηστεία οφείλουμε να τους οδηγήσουμε στην οδό της Ορθοδοξίας.

— Όβερ, ελήφθη …

— Να τηρούμε κατά γράμμα το εορτολόγιον. Να τιμούμε ρε, τη μνήμη των αγίων πατέρων.

— Μάλιστα καπετάνιο. Γι’ αυτό είμαι εδώ.

Ο καπετάνιος γέλασε αισχροκερδώς και συνέχισε:

— Όμως είναι νιονιόκοι και τρώνε το πλεμόνι που τους πασάρω. Κουμαντάρησέ τους λοιπόν κατά το πνεύμα μου και θα ’χεις κι αποσοστά. Θα αμείβεσαι με το περιπλέον …

— Είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, υπερθεμάτισε ο Θράσος.

— Μελέτησε λοιπόν το τεφτέρι με τις οδηγίες μου και πράξε. Φύγε τώρα, προσευχήσου και μηκέτι αμάρτανε …

—–

Στο πλήρωμα είχε πέσει τέτοια ξενηστικομάρα, που τα βράδια οι άνθρωποι … κατάπιναν το σάλιο τους για να χορτάσουν! Κάθε μέρα, βλέπεις, όλο και κάποιος άγιος θα γιόρταζε και έπρεπε να τηρούν νηστεία προς χάριν του.

— Πώς πάμε, ρε παιδιά, ρώτησε δυο τύπους πούχαν μπαρκάρει ναύται, σωστά φιτίλια της λάμπας απ’ την αδυναμία.

— Πώς να πάμε, ρε μάστορα, πόχουμε να φάμε κρέας από τον καιρό που ανακαλύφθηκαν οι σέσουλες …

Ο Θράσος τους λυπήθηκε από μέσα του.

— Ο Κύριος με έστειλε να σας σώσω. Από δω και στο εξής θα τρώτε αστακοουρές και γαρίδα αβγομένη.

Ανέβηκε κατόπιν στη γέφυρα και βρήκε τον καπετάνιο να λέει ευλαβικά τα πατερμά του και να κάνει χαμηλές μετάνοιες. Πλησίασε αθόρυβα, σεμνός σαν διακάκι με το εορτολόγιο παραμάσχαλα.

— Τι εορτή έχουμε σήμερα, καμαρότε;

— Μαλαχίου προφήτου, Γορδίου μάρτυρος και Ευστρατίου του οσίου …

— Μεγάλη σχόλη! Τσάι με παξιμάδι μπαγιάτικο να βγάλεις σήμερα να φάνε …

Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια.

— Κόνωνος οσίου, Αρχελάου και Ευλαμπίου των θαυματουργών, απάντησε και αμφότεροι σταυροκοπήθηκαν άπαξ.

—Ελιές από εκείνες τις κρεατωμένες με τους σκώληκες να βγάλεις, άντε και ολίγη φέτα για ποικιλία. Α, και ένα σεκερλή καφέ θέλω να με κάνεις τώρα.

Το πλήρωμα μάσαγε κομμάτια τραπεζομάντηλο και εκλιπαρούσε τον Θράσο.

— Νισάφι, καμαρότε. Ένα σποράκι, ένα ψιχουλάκι, έναν τελεμέ …

— Φύετε, δεν ευκαιρώ …

Τα πράματα πήραν ν’ αγριεύουν μέρα με την ημέρα.

— Ρε θα σε δέρνουμε είκοσι ώρες να μαλακώσεις, τον απείλησε ένας ναύτης ντερέκι, που είχε και ένσημα στις αγροτικές της Κασσάνδρας και ήτανε, αδρεφέ μου, μπουνιά και κηδεία!

Ο Θράσος το ντορό του όμως. Αλόγατο πιστό στον καπετάνιο. Καθημερινά γύριζε με ένα λιβανιστήρι στους διαδρόμους και θυμιάτιζε …

— Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθει εφ’ υμάς …

— Άγιον Όρος ρε, μας έκανες τους αλονέδες, αγρίεψε ο … Κασσάνδρας. Όπως πάμε θα αγιάσουμε στο φινάλε.

— Είσαστε στη σωστή κατεύθυνση.

—–

Το επόμενο πρωί ο καπετάνιος στη γέφυρα έψελνε αβόζο – αβόζο το τροπάριο της Κασσιανής μαζί με το σκάπουλο της βάρδιας, που έκανε τον αριστερό ψάλτη στην ενορία του και κονόμαγε πενηντάρι έξτρα, ευλογημένο. Άμα τελειώσανε τα ψαλτικά ο Θράσος πλησίασε, κατέβασε τα μάτια του χριστιανικά και έκανε την κάτωθι δήλωση:

— Φλώρου, Λούρου, Λέοντος και Ερμού των ιαματικών.

— Βαριά γιορτή κι ασήκωτη! Ψωμί βρεμμένο με ζαχαρόνερο να βγάλεις να φάνε μπας και σώσουνε την ψυχή τους. Γκέγκε;

— Το ’χω υπόψη μου, το ενεργώ …

— Στρώνεις, μπράβο …

Στο τραπέζι το μεσημεριανό το πλήρωμα είχε αγριέψει.

— Τι θα γένει, θα φάμε πάλι το σκουληκοδόλωμα;

— Έχω μαγερέψει πράμα να χορτάσει ένα τσούρμο και να περσέψει και για τα ποντίκια …

— Μας κοροϊδεύεις, ρε θείε;

Ο Θράσος χτύπησε παλαμάκια και κάλεσε το περετικό προσωπικό να σερβίρει.

— Ο σεφ συνιστά οψάριον μαγιονέζα. Άντε καλήν όρεξη, καλήν χώνευση …

Το ψάρι ήτανε ένας μπαταλαμάς, να το φας μεσημέρι παρά τέταρτο και να σε θάψουνε στη μία και πέντε! Εμπλούτισε το γεύμα με μπακαλιάρο σκέτη τσιμεντόπλακα, που την κοπάναγες με βαριά και δεν έσπαζε!

Κάποιος λαδάς του έκανε ξηγητικό:

— Εδώ ήρθες μωρέ, να κάνεις καριέρα;

— Τη δουλειά μου κάνω, φίλε και μη φτύνεις μυστικά.

— Φύγε με γερό κεφάλι, γιατί θα φύγεις και θα το πάρεις στα χέρια σου.

—–

Καθώς το σκάφος διέπλεε τα Κανάρια νησιά κι ο καπετάνιος ντούρος και χρυσογαλονάτος έπαιρνε στίγμα στη βαρδιόλα, ο Θράσος μπήκε ακροποδητί.

— Τί φτάνει στην ακοή μου; Έβγαλες λέει μουσταλευριά στο πλήρωμα με δική σου πρωτοβουλία χρονιάρα μέρα; Αποκλίνεις, αλιβάνιστε …

— Ξέρεις καπιτάνιο μου …

— Ξεράδια ξέρω. Λέγε τώρα το μάθημα γιατί έχουμε κι άλλες δουλειές …

— Μηνοδώρας, Μητροδώρας και Νυμφοδώρας μαρτύρων.

Ο πλοίαρχος τον οδηγεί στο τσάρτρουμ και του δίνει διάτες στο σιγά.

— Σήμερον θα δουλέψει το σιτηρέσιον της Μεγάλης Παρασκευής. Οκέι;

— Ελήφθη καπετάνιο, τα παίρνω με τη μία. Παρεμπιπτόντως σήμερα πήγε κάποιος να μου βγει και του ’ριξα πέντε αραμπάδες ξύλο, είπε ψέματα ο Θράσος και άναψε τσιγάρο για πρώτη φορά μπροστά στον προϊστάμενο.

— Μπράβο, είσαι γερό παλικάρι! Ποιός ήταν το θύμα;

— Ένας ναύτης που έχει ένσημα στις φυλακές Κασσάνδρας για κάτι ψιλοφόνους.

— Της Κασσάνδρας; Αμάν! Τέλος πάντων δώνε σ’ αυτόν τον … Κασσάνδρα καμιά κονσέρβα στη ζούλα να ’χουμε το κεφάλι μας ήσυχο …

Την επαύριον πάλι ξανά – μανά.

— Στυλιανού του Παφλαγόνος και Νίκωνος του “Μετανοείτε” …

— Φρόντιξον …

— Να φροντίξω καπετάνιο μου, αλλά μας γλέπω για τα επείγοντα περιστατικά.

— Α, που να φας τη γλώσσα σου …

Στο αναμεταξύ είχε χωθεί ένας αθόρυβος πίσω απ’ το ραντάρ και είχε στήσει αφτί, για να δώσει μετά ραπόρτο στους αποδέλοιπους.

Στο τραπέζι την ώρα του φαγητού τον ζύγωσε ο Κασσάνδρας μαζί με δυο τζόβενα.

— Αυτή η φακή, που μας έφτιαξες καμαρότε, είναι σα να τρώμε σκάγια.

— Δεν αισχύνεσαι;

Ο άλλος τότε μασάει το μουστάκι του και του ρίχνει μια σαγονάτη με το χέρι, που στέλνει τον Θράσο … ελεύθερο υπηρεσίας!

——

Το απόγευμα ο καπετάνιος κατέβαζε κάτι άστρα με τον εξάντα, όταν ο Θράσος μπήκε στη γέφυρα φασκιωμένος.

— Τι έπαθες, παιδί μου, ανησύχησε ο πλοίαρχος.

— Έπεσα …

— Πού έπεσες, σε … καμιά γροθιά; Ας είναι όμως. Τι έχουμε αύριο;

— Ιουλιανής και των συν αυτής 500 μαρτύρων …

— Πολύ πράμα! Ούτε τη γλώσσα τους δεν πρέπει να βρέξουνε …

Αυτοστιγμεί μπουκάρουν στη γέφυρα καμιά δεκαριά αγριεμένοι με επικεφαλής τον Κασσάνδρα και αρχινά το μακελειό.

Ο καπετάνιος μπροστά στον … αρμαγεδδώνα αλλάζει στάση και γνωστοποιεί:

— Αυτόνα βαράτε κατά βούληση. Εγώ απεγδύομαι πάσης ευθύνης.

Το πλήρωμα βρίσκεται στα δυό στενά, δηλονότι άλλο είναι να δέρνεις έναν Θράσο και άλλο έναν καπετάνιο.

— Θα σε ντύσουμε λείψανο, ωρύονται στο Θράσο και ξεκινάνε με σφαλιάρες για ορντέβρ, που τις ολοκληρώνει ο Κασσάνδρας με πέντε αραμπάδες κλοτσοπατινάδα.

Ο καπετάνιος επικροτεί και μοιράζει εύσημα στους κατώτερους.

— Καλώς πράξατε, παιδιά μου. Και το έλεγα εγώ, έδειχνε παλιάνθρωπος!

Κατόπιν αυτού κερνάει τους … θύτες με κρασί της μποτίλιας.

Δεν περνούν όμως δύο τέρμινα και ο Θράσος πετιέται πάνω. Σηκώνει στήθος και ξηγιέται επίλογο στον καπετάνιο με μια καρεκλάτη μεσοκέφαλα!

Αυτομάτως ο Θράσος τίθεται υπό αυστηρό περιορισμό και στο λιμάνι σαν φτάνουνε τον σιδεριάζουνε με κελεφέδες και τον απελαύνουν … οίκαδε για τα περαιτέρω. Στην πατρίδα του αφαιρούν το φυλλάδιο «για βιαιοπραγία κατ’ ανωτέρου» και αποπάνω του … τρώνε και τα δεδουλευμένα, γιατί δεν είχε πάρει προκαταβολή να τους κρατά στο χέρι.

—–

Τώρα στο Καρνάγιο ο Θράσος κάθεται και γλείφει τις πληγές του μπεγλερίζοντας και μεμψιμοιρώντας.

Στο βάθος ακούγεται η αγριοφωνάρα του Μανώλη του πασατεμπά.

— Αστραγάλι και πασατέμπο έχωωω …

Σέρνει το καροτσάκι του τον «Αβέρωφ» με μια φουφού μέσα να ψήνει στραγαλόσπορους … και φιστίκι αράπικο.

— Πιάσε ένα χωνάκι λιόσπορο, ρε Μανώλη μερακλή.

— Τα λεφτά … παγκούε, Θράσο, λέει ο Μανώλης, που ποτέ του δεν έδινε πράμα … βερεσέ!