Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

του Τάκη Κυριτσόπουλου

ΟΙ ΗΜΙΤΕΛΙΚΟΙ

Το απόγευμα εκείνης της Τετάρτης η διοίκηση του στρατοπέδου θα δεξιωνόταν λόγω μεγάλης εορτής τον ιερό κλήρο, τις αρχές της πόλης και σύμπαντα το λαό, αρχόντους και πιρπιρήδες.

Οι επισκέπτες είχανε καταλάβει από νωρίς τα τραπέζια της κεντρικής αίθουσας του καψιμί, περιμένοντας το μεγάλο φαγοπότι και μια στρατιωτική ορχήστρα της νύστας έπαιζε παλιά βαλσάκια. Από νωρίς το πρωί φαντάροι πάνω σε φουντωμένες θράκες γύριζαν σούβλες με αρνιά, κοκορέτσια, κοντοσούβλια και σπληνάντερα. Οι πάγκοι της αίθουσας ήταν γεμάτοι με πλούσια εδέσματα, ορεκτικά, γλυκίσματα και οίνους εμφιαλωμένους αλλά και χύμα. Στολισμός με τα εθνικά μας χρώματα κοσμούσε την αίθουσα και σημαίες αναπεπταμένες ανέμιζαν σε διάφορα επίκαιρα σημεία.

Μετά το τέλος της γιορτής είχε προγραμματιστεί η διεξαγωγή των δύο ημιτελικών στο γήπεδο του στρατοπέδου.

Η «Ρόνστιμπακ» θ’ αντιμετώπιζε την «Τρίτη Γυμνασίου» και κατόπιν η «Δόξα» τον «Αστέρα».

—-

Μέσα σε βαθιές σκουτέλες κατέφθασαν τα ορντέβρ και τα καναπεδάκια. Ο Θράσος ντυμένος στο καντίνι με κουστουμάκι ελεκτρίκ και ριγέ στο σομόν και σικλαμέν γραβάτα, είχε θρονιαστεί σε τιμητική θέση. Φετάκιασε εν ριπή οφθαλμού ένα αρνήσιο κότσι, ήπιε μισή καράφα σαντορινιό και πρόσφερε μεζέ στην πεθερά του την Ερνούλα.

– Σας το συνιστώ, μητέρα. Είναι ένα κι ένα για την ουρολοίμωξη …

– Κάλλιο απ’ το … χάρο παρά από τα χέρια σου! Και σταμάτα να μπεκρουλιάζεις …

– Σηκώνω το σπίρτο …

Κατόπιν είδε τον φασιανό, που πηγαίνανε στο τραπέζι των επισήμων και του τρέξανε τα σάλια.

– Δώκε ρε φαντάρε, κομμάτι και σε ’μας, φώναξε στο σερβιτόρο. Την έχω από ’δω γκαστρωμένη στον όγδοο και δεν κάνει να της μυρίζει φαγητό, είπε δείχνοντας τη Ζία.

– Θράσο μου, με εκθέτεις. Θα σε μαλώσω …

– Άσε, μαρή, κι … ορέγομαι να φάω φασιανό …

– Είσαι τύφλα στο μεθύσι, Θράσο. Σταμάτα καλό να δεις …

– Σιωπή. Πίνω τα μαλαχτικά μου …

—-

– Εγώ να πηγαίνω τώρα, είπε σε ανύποπτο χρόνο η Ερνούλα. Έχω βλέπεις, ν’ ανοίξω και το μαγαζάκι …

– Πάαινε, της αντιγύρισε ο Ζεβανζέλ, καμακώνοντας ένα ψαχνάδι γιούρμπασι ξεροψημένο.

– Να μεταβείς απ’ την κεντρική αρτηρία μητέρα, τη συμβούλεψε ο Θράσος, γνωρίζοντας πως ο δρόμος ήτανε καρμανιόλα απ’ τις αλογάμαξες και τα τροχοφόρα, ευελπιστώντας … σε κάτι καλύτερο!

– Δε θα μου υποδείξεις εσύ κακορίζικε, από πού θα πάω …

– Άδειαζέ μας τη γωνιά, Ερνούλα, γιατί σε λίγο δίνουμε αγώνα ζωτικής σημασίας, της φώναξε αγριεμένος ο Ζεβανζέλ.

– Καλά της τα λές, πατέρα …

– Πάμε να μαζέψουμε τους παίχτες τώρα, γαμπρέ …

—-

Ο Θράσος συγκεντρώνει την ομάδα και δίνει διάτες μεγαλόφωνα:

– Να κυνεγάτε, ρε τομάρια, τη μπάλα και να μπαίνετε με γιουρούσια.

– Έτσι κάναμε και την προηγούμενη φορά, κόουτς και δεχτήκαμε … τεσσάρα!

– Τώρα είναι διαφορετικοί οι συσχετισμοί, Παντέλο …

Στο ένα του χέρι βαστούσε μισοάδειο μπουκάλι «Δεμέστιχα» και στο άλλο πλαστικό κυπελλάκι και τα έτσουζε κανονικά, καθώς έδινε οδηγίες στα παιδιά.

– Δεν κάνει καλό η οινοποσία, Θράσο μου, το λένε και οι γιατροί …

– Ζία, να κοιτάς τη δουλειά σου και τη ρόκα σου. Δεν το βρίσκουμε κάθε μέρα τζάμπα, είπε, και την καταχέριασε δημοσίως για το αναιδές.

– Καλά, καλά. Όπως ορίζεις εσύ Θράσο μου, απάντησε ευχαριστημένη, γιατί είχε να δεχτεί ένα μήνα κατραπακιά, οπότε το εξέλαβε σαν σημάδι εύνοιας!

Λίγο παρέκει ακούστηκαν φωνές, καθώς οι ποδοσφαιριστές ήρθανε στα χέρια για το αρχηγιλίκι.

– Τρέξε να δεις τι τρέχει, Θράσο στερνό μου αποκούμπι. Τρέξε να προκάνεις, γιατί χανόμαστε …

Ο Θράσος πλησίασε τους διεστώτες, σφύριξε με τα δάχτυλα, διένειμε πέντε έξι σουτάν μερεμέτ και το συμβάν έληξε.

– Θα σας κάνω τη μούρη ταμπακιέρα! Κοιτάχτε να μονιάσετε …

Ο ρέφερυ του αγώνα, ο Μήτσος η Γοργόνα, βρισκόταν στο κέντρο του γηπέδου και σφύριζε παρατεταμένα, γιατί αργούσανε οι ομάδες να εμφανιστούν στο γήπεδο. Επειδή θ’ αγωνιζόντουσαν έξι εναντίον έξι, οι ομάδες θα χρησιμοποιούσαν το μισό γήπεδο στο νότιο τμήμα του.

Χλαλωή επικρατούσε, καθώς οι φίλαθλοι είχανε κατακλύσει τις εξέδρες και όσοι περίσσευαν στεκόντουσαν όρθιοι ένθεν και ένθεν των γραμμών.

Πρώτη εμφανίστηκε η ομάδα του Γυμνασίου, επευφημούμενη από μαθητές, που πέταγαν στον αέρα τα πηλήκια με την κουκουβάγια. Τη «Ρόνστιμπακ» την εμπόδιζε το μέγα πλήθος να προχωρήσει και ο Θράσος άρχισε ν’ απωθεί βίαια το συρφετό.

– Κάντε τόπο, φώναζε χτυπώντας παλαμάκια. Επελαύνει … το ιππικόν!

—-

Η ομάδα του Γυμνασίου εμφανίστηκε με κιτρινόμαυρες στολές και η «Ρόνστιμπακ» με λαχανί φελπένιες φανέλες, που είχανε ραφτεί απ’ την … κουρτίνα της σάλας της Ερνούλας, ερήμην της βέβαια! Με το σφύριγμα της έναρξης το Πικιουΐ έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα. Η «Ρόνστιμπακ» ξεκίνησε με επιθετική τακτική. Δημιούργησε δυό καλές ευκαιρίες και είχε δοκάρι στο πέμπτο λεπτό με το Μωρό!

– Καλά τα πας, πατέρα, ανέκραξε ενθουσιασμένος ο Θράσος.

– Εσύ είσαι ο ιθύνων νους, καμάρι μου …

– Απλός στρατιώτης είμαι κι εγώ, πατέρα.

Και ενώ όλα βαίνουν ομαλά, ο Μιχάλης του Γυμνασίου με χτύπημα φάουλ, απ’ του διαόλου τη μάνα, κεραυνοβολεί τον τερματοφύλακα της «Ρόνστιμπακ», τον Βαγγέλη τη Μαμμή και γράφει το 0 – 1. Ο Θράσος βρίζει τους αμυντικούς του θηριωδώς.

– Ανάθεμα τη φύτρα σας! Δε σας έχω ορμηνέψει ρε, να κάνετε τείχος στις στημένες φάσες; Μετά στράφηκε στο γέρο.

– Τι να κάνουμε, απομονή πατέρα. Άνευ σημασίας που δεχτήκαμε … δύο γκολ …

– Μα ένα γκολ τρώμε, βρε Θράσο ιππόκαμπέ μου. Πού τα είδες εσύ τα δύο; Μέσα του όμως είχε αρχίσει και ο ίδιος ν’ αμφιβάλλει!

– Φαίνεται, πως έχω πιεί και … τα βλέπω διπλά, πατέρα …

Ταυτόχρονα περνούσε από μπροστά τους ο Θανάσης ο παγωτατζής με το καροτσάκι του, την άσπρη φορεσιά του και την περικεφαλαία από εφημερίδα στο κεφάλι. Μόλις τον είδε ο Θράσος σήκωσε το χέρι του σχηματίζοντας με τα δάχτυλα το σήμα της νίκης.

– Θράσο, θα με μουρλάνεις! Η αμάδα μας ηττάται και συ θριαμβολογείς;

– … Δυό παγωτά του είπα να πιάσει, πατέρα …

—-

Καθώς τρώγανε τα χωνάκια τα παγωτά τους, ο Μήτσος του Γυμνασίου έγραψε το 0 – 2 με ανάποδο ψαλίδι.

Ο Ζεβανζέλ από την κατάπληξή του κατάπιε ολάκερη τη γέμιση του παγωτού του και γούρλωσε τα μάτια.

– Ο θείος Βρασίδας, ο θείος Βρασίδας, τον χτύπησε ο Θράσος στην πλάτη.

– Ρε σκάση και πλάνταξη, στέναξε ο γέροντας κι απ’ το νταλκά του κάπνισε τέσσερα τσιγάρα σκυταλοδρομία.

– Μας κάνανε τουλουπάνι, πατέρα …

– Θράσο, αγέρα μου, κοίταξε να δέσεις την αμάδα κι εγώ κουστουμάκι κασμίρι θε να σου ράψω. Χώρια που θα’ χεις τη χαρτζιλίκα σου γεμάτη. Έχω βάλει το κεφάλι στο ντορβά με το βάζο. Το αντιλαμβάνεσαι ρε;

– Διατηρώ μια συγκρατημένη αισιοδοξία, πατέρα …

Τρία λεπτά πριν λήξει το ημίχρονο ο Δουδέσκος έκανε με κεφαλιά το 0 – 3! Ο γέρος κατέρρευσε.

– Παναγία μου! Πάει θα κρεπάρω! Πού πέφτει η έξοδος;

– Δεν είναι και προς θάνατο, πατέρα. Η ομάς θα επανακάμψει …

– Ένα σου λέω να ξέρεις, Θράσο. Έτσι και χάσεις το παιχνίδι, τη Ζία μου θα τη δώκω στον Αραχτούλη το Χρήστο, αυτόνα που πουλάει λουμίνια για το καντήλι …

Στο άκουσμα τούτο η Ζία πέφτει στα γόνατα με αναφιλητά.

– Αν μου το κάνεις αυτό, μπαμπά, θα το ρίξω το παιδί! Με τον Θράσο αγαπιόμαστε …

Όμως κι ο Θράσος έχει θιχτεί στο φιλότιμο.

– Δώκε μισό κιλό προσοχή και άκουσε, γέροντα. Να ξέρεις πως και πάλι τραβάει καλά η ομάς, άμα και παίζουμε με τρύπιες σόλες!

– Και το αποθεματικόν, που συ διαχειρίζεσαι;

– Αυτό είναι αλλονού παπά βαγγέλιο …

– Καλά, καλά, μην αρπάζεσαι τώρα γιέ μου.

– Τυγχάνω παρεξηγησιάρης και ευαίστητος, πατέρα …

– Ελόγου μου θα σε συμβούλευα να μπουκάρεις και να διανείμεις μερικές ψιλές μπας και αφυπνιστεί το σύνολον …

– Σήμερις έχω ρεπό. Απεχθάνομαι τη βία …

– Θράσο, πιάσε αυτά τα ολίγα να φέρεις μπαλάντζο … Και βγάζοντας απ’ το τσεπάκι το κοφτό μια … χήνα τσαλακωμένη αλά χωριάτα, του την πασάρει.

– Αν είναι έτσι αφηνιάζω και πατάω γκάζι, πατέρα …

—-

Με τη λήξη του ημιχρόνιου ο Θράσος τραβάει μια μπουκιά τσιγάρο και δηλώνει:

– Τίθεμαι επί το έργον. Θα πέσει θανατικό! Ομαδικός τάφος θ’ ανοιχτεί κάτω απ’ τη σέντρα!

– Θέλω αποτέλεσμα. Όχι παχιά λόγια …

– Θα τοιχοκολληθούνε νεκρόσημα την επαύριον! Ανεβαίνω στο ρινγκ, πατέρα …

Στα αποδυτήρια βρήκε τον Μαθιό το μανάβη με το γαϊδουράκι του, να μοιράζει ζεστές γκαζόζες από κασελάκι στους ποδοσφαιριστές της «Ρόνστιμπακ». Τράβηξε κλοτσιά στο κασελάκι και σπάσανε έξι μπουκάλια.

– Ήρχα, ούρλιαξε, να συνεχίσω τη σφαγή των Αρμενέων! Επιλέχτε τρόπο θανάτου να ξετελεύουμε …

Βάρεσε όσες μπόρεσε να βαρέσει, ξεθύμανε. Έναν μάλιστα τον άφησε ξερό!

– Θα ποθάνει; Τον χτύπησες άσκημα;

– Αυτό, πατέρα, θα το δείξει … η νεκροψία …

– Θράσο, θα μπλέξουμε γιέ μου, με ’σαγγελέα …

– Δεν τρέχει κάστανο, πατέρα. Α, ρε να ’χα ένα χαφ δεξί …

Είχε όμως όλη την ώρα δίπλα του τον αναπληρωματικό, τον Νικολή τον Μαρκεζίνη, που του τράβαγε το μανίκι …

– Να μπω στο γήπεδο, μπάρμπα;

– Μπαρμπαριά και Τούνεζι, ρε …

—-

Στην επανάληψη η «Ρόνστιμπακ» πέταξε φτερά!

Τέτοιο ματς είχανε χρόνια να δούνε οι οπαδοί τους, που όρθιοι χειροκροτούσανε παίχτες και προπονητή.

– Χαίρε Θράσε, προπονηταρά!

– Αρίβα, αρίβα!

Στο πρώτο κιόλας τέταρτο πετύχανε δυό γκολάρες με το Νεκό. Η ομάδα του Γυμνασίου είχε κλειστεί στα καρέ της και οι παίχτες της … τρώγανε πασατέμπο για να περνά η ώρα! Στο εβδομηκοστό λεπτό το μεγάλο Πικιουΐ έκανε κατεβασιά, όπου τριπλάροντας όλη την άμυνα, έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα. Μετά την ισοφάριση, ο Θράσος αντικατέστησε το Νεκό με τον Παντελή, παίχτη εγνωσμένης αξίας!

Αυτός αποδείχθηκε χρυσή αλλαγή και πέτυχε δυό ακόμα τέρματα, το ένα από κόρνερ και το άλλο με κεφαλιά ψαράκι στο τελευταίο λεπτό.

– Ανικήσαμε, πατέρα, ψέλλισε ο Θράσος προτού σωριαστεί.

– Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, ανέκραξε και ο Ζεβανζέλ με τα χέρια προς τον ουρανό.

Έτσι η «Ρόνστιμπακ» πέρασε με το σπαθί της στον τελικό, νικώντας με το εμφαντικό 5 – 3 την ομάδα του Γυμνασίου!

Στο αναμεταξύ οι ποδοσφαιριστές της «Δόξας» και του «Αστέρα» τρωγοπίνανε στην τραπεζαρία, περιμένοντας την αράδα τους, να ριχτούνε στη δική τους μάχη. Οι πρόεδροι των δύο ομάδων έδειχναν μεγάλη ανησυχία.

– Μη χλαπακιάζετε έτσι, ρε παιδιά! Θα βαρύνετε και δε θα μπορείτε μετά να σούρετε τα ποδάρια σας!

Ο τραπεζοκόμος επιλοχίας, φίλαθλος φανατικός, γνώριζε όλους τους παίχτες με τα μικρά τους ονόματα, διότι κάθε Κυριακή παρακολουθούσε ανελλιπώς όλους τους αγώνες, που δίνανε μεταξύ τους τα «δεύτερα» του «Άρη» και της «Ελλάς» και ήτανε όλο τσιριμόνιες στους παιχταράδες.

– Δοκιμάστε μακαρόνια ογκρατέν, μη ντρέπεστε, τους παρότρυνε. Φάτε κοψίδια μόσχου και μυελά οστών ή και σουτζουκάκια σμυρναίικα, αν το προτιμάτε …

Στη συνέχεια τους γιόμιζε ξέχειλα τις τσάσκες με κρασί σώσμα απ’ του Μαυροκέφαλου την ταβέρνα.

– Φάτε, πιέστε, μωρ’ αδερφάκια. Μια ζωή την έχουμε!

Όταν έφτασε η ώρα του αγώνα όλοι βγήκανε στο γήπεδο τρεκλίζοντας.

– Ντροπή σας, τόσο νέα παιδιά και να ’στε … οινοβαρείς, τους επέπληξε ο Γιάννης ο Καρμπόνιας, μεθύστακας ολκής και ο ίδιος!

Αυτό που επακολούθησε ήτανε μια παρωδία ποδοσφαίρου, όπου οι παίχτες αλλού πατάγανε κι αλλού βρισκόντουσαν!

Και άμα ο διαιτητής, ο Τζίτζης σφύριξε τη λήξη του αγώνα, ο «Αστέρας» είχε νικήσει με σκορ 3 – 2 τη «Δόξα». Φαίνεται, πως οι ποδοσφαιριστές αυτής της ομάδας …  έβλεπαν λιγότερα αστεράκια απ’ τους αντιπάλους τους!

Έτσι οριστικοποιήθηκε το ζευγάρι του μεγάλου τελικού, που θα λάμβανε χώρα την επόμενη Κυριακή στο Καρνάγιο. Η «Ρόνστιμπακ» θα αντιμετώπιζε τον «Αστέρα» και ο Θεός βοηθός!

Ο διαιτητής του ημιτελικού  αγώνα “Ρόστιμπακ τρίτης Γυμνασίου

ο Μήτσος ή Γοργόνα