Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ …

του Τάκη Κυριτσόπουλου

ΤΟ ΠΡΟΞΕΝΙΟ

Ο Τζίμης ο μπαξεβάνης έφτυσε στις χούφτες του και ξανάπιασε την τσάπα. Είχε ακόμα αρκετή δουλειά στο μποστάνι, ίσαμε να σκαφτούνε οι λάκκοι και οι αμάρες. Κατόπιν είχε να ποτίσει το δενδροπερίβολο με τις λεμονιές, να ρίξει κοπριά στα λάχανα και να βοτανίσει.

Εργαζότανε εδώ και χρόνια μπιστικός στον αχανή οπωρώνα του τσιφλικά της περιοχής και όλοι τον θεωρούσανε άνθρωπο ακάματο – έβγαζε δουλειά όσο τρεις μαζί – πλην χαγιαβό και αλλοπαρμένο!

Οι πιο παλιοί λέγανε μάλιστα πως αυτό του το είχε προξενήσει μια σφαίρα, που είχε δεχτεί κατά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο στο κεφάλι, ξώπετσα ευτυχώς.

Είχε ήδη περάσει σε μια πιο ώριμη ηλικία, όμως δεν νταγιαντούσε άλλο το μπεκιαριλίκι και τώρα αισθανότανε την ανάγκη μιας γυναικείας παρουσίας πλάι του.

Αλλά και φίλοι και γνωστοί το είχανε βάλει αμέτι – μουχαμέτι να τον αποκαταστήσουνε.

—  Έλα … βρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε,

     να φάμε και να πιούμε και να χορέψουμε …

— Δε με λένε Χαραλάμπη, Τζίμη με λένε, τους αποστόμωνε, ενώ το μυαλό του έτρεχε στη Γραμματικούλα, που τα κιλά της ξεπερνάγανε τα εκατό, παρότι ζυγιζότανε αξυπόλυτη!

Κάποιο μεσημέρι μην αντέχοντας άλλο έτρεξε και βρήκε την κυρά Χαρούλα την προξενήτρα να μεσολαβήσει.

— Κάνε μου τη φτιάξη, της είπε, και θα ’χεις το ρεγάλο σου. Θέλω τη Γραμματικούλα να ενώσουμε τις τύχες μας.

— Αφόσον και το αποφάσισες, μπρε γιαβρί μου, να πιάσουμε τον πατέρα της να τα λιμάρουμε. Καιρός σου είναι πια να βρεις και συ μια κοπέλα της ωφελιάς, να ταβανώσεις.

— Έτσι καλό να δεις, κερά μου. Την έχω στην καρδιά μου, μαθές.

Έφυγε η Σμυρνιά, χάθηκε κάνα δυο ώρες και επιστρέφοντας του άναψε καμινέτο.

— Σε περιμένουνε με ανοιχτές αγκάλες στο σπίτι της κατά την Παρασκευή στις πέντε και κάτι.

Της ακούμπησε ο Τζίμης μία μπροστάντζα και έφυγε πασίχαρος. Και βέβαια θα πάγαινε να τη ζητήξει. Όμως, η παντρολογίστρα δεν του ξεκαθάρισε αν θα έπρεπε να πάει στις πέντε το πρωί ή στις πέντε το απόγευμα. Τελικά αποφάσισε να πάει στις πέντε το πρωί, σοφά σκεπτόμενος πως το γοργόν και χάριν έχει.

Απ’ την προηγούμενη κιόλας μέρα φώναξε τον Θωμά το λούστρο. Ήρθε αυτός με το κασελάκι, τις βρούτσες και τα βερνίκια.

— Να υαλίσω, κύριος;

— Όχι, να μου κάνεις … ευχέλαιο …

Μετά πήγε στο μπαρμπέρη τον Κοσμά για ξούρισμα και καθάρισμα αυχένος και πιο μετά έδρεψε άλικους λελεμεκέδες απ’ το μπαξέ, να τους προσφέρει μπουκέτο στο κορίτσι. Δεν παρέλειψε ακόμα, να περικαλέσει το φίλο του τον Ζεβανζέλ να του γράψει ένα μπιλιετάκι, που θα το τοποθετούσε ανάμεσα στα άνθη, έτσι που να ξεχωρίζει.

Ο Ζεβανζέλ ο καημένος, λίγα γράμματα νόγαγε να γράφει, όπως και λίγα αράπικα, που τα ’χε μάθει τότενες στο Μισίρι.

Του ’γραψε λοιπόν κάτι ορνιθοσκαλίσματα, που λέγανε μέσες – άκρες: «Γιαβάς γιουμπλού – Τζίμης».

Το βράδυ τοποθέτησε το ντρίλινο παντελόνι του κάτω από το στρώμα, να φύγει η τσαλάκα, και έδεσε στο ξώθυρό του έναν πετεινό, ώστε να τον ξυπνήσει τα χαράματα. Σαν ξύπνησε φόρεσε το σομόν πουκάμισο με τη μάκα στο γιακά, το γαλάζιο ντρίλινο παντελόνι, δέκα εκατοστά πάνω απ’ τον αστράγαλο, που είχε κάνει και λίγο γόνατο, αλλά νύχτα θα ήτανε ακόμη, κανείς δεν θα το πρόσεχε. Στη μέση του τύλιξε τη μπλου καρό ποδιά της μαναβικής, στο κεφάλι την τραγιάσκα την καλή, την κυριακάτικη, εκείνη με την κόπιτσα και πήρε του πεπρωμένου του τη στράτα μέσα στη μαύρη νύχτα, γιορτινός, τσελεπής και αγέρωχος!



Έφτασε κάποτε στο σπίτι της εκλεκτής της καρδιάς του, αλλά δεν παρατήρησε κανένα φωτισμό. Βάρεσε το ρόπτρο εφτά φορές και σε λίγο του άνοιξε την πόρτα η ευτραφής Γραμματικούλα με νυχτικιά πουλουδάτη και ραντούλες, κρατώντας στο χέρι της μια άδεια κατσαρόλα, νομίζοντας πως αυτός που χτυπούσε … ήτανε ο γαλατάς.

Μόλις όμως αντίκρισε τον Τζίμη με τα γαμπριάτικα και τα λουλουδικά στο χέρι, στένεψε το μάτι της.

— Τί γυρεύεις συ εδώ τέτοια ώρα, βρε τζάρτζαλο;

— Ω δεσποινίς Γραμματικούλα, μήπως ήρθα ενωρίτερον του δέοντος;

— Βρε άει στα τσακίδια πρωινιάτικα, ξέσπασε άγρια και του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα!

 Ο Τζίμης απόξω έκλαψε, στέγνωσε, παρακάλεσε, αλλά μάταια. Όταν απηύδησε ξαναπήρε τον πικρό δρόμο της επιστροφής και όπως περνούσε όξω απ’ του Φυσαέρη το μανάβικο, πετάχτηκε μπροστά του φάντης – μπαστούνι ο Θράσος.

— Για ορτύκια ξαμολήθηκες, ρε Τζίμη ή για τσιμπλογιαννάκια;

— Αυτό κι αυτό, Θράσο γιολδάση μου, του ξομολογήθηκε, πέφτοντας στον αριστερό του ώμο.

— Έκφυλος κόσμος και κακός, συμπέρανε ο Θράσος μπεγλερίζοντας. Άσε θα ξαναπάμε ομού να βρούμε την προξενήτρα. Εγώ για το καλό σου πασκίζω πάντα, έκανε την αποφώνηση, γιατί απ’ τον Τζίμη θα είχε διάφορο!



 Οι δύο φίλοι της τα μολογήσανε της Χαρούλας κι αυτή κούνησε λυπημένη το κεφάλι της. Αν μη τι άλλο, η ίδια έχανε κάπου διακόσια φράγκα, ένεκα που η συμφωνία για το ρεγάλο της σχετικά με τη νύφη είχε προκαθοριστεί … με το κιλό!

Ερίφισσα όμως όπως ήτανε, βρήκε αμέσως μια εναλλαχτική λύση.

— Μη μου μεσελεμιάζεσαι, Τζίμη γιουρεκλή μου, και σου ’χω εγώ άλλη νύφη σερεμέτω! Έχει προίκα, έχει μόρφωσις, τί άλλο να προστέσω;

— Λέγε μου τέτοια θειά! Με συγκινούνε ιδιαιτέρως …

— Έχει σπίτι δίπατο στη Φλέβα καλέ, με πηγάδι … Άσε πια την πάστρα της!

— Κοίτα ρε να ταγαριαστείς τώρα που ’ναι φκαιρία, σιγοντάρησε κι ο Θράσος.

— Απετάω τη σκούφια μου, αλλά πώς;

— Αυτό άστο απάνου μου, τζιβαέρι μου. Τώρα δα θα κινήσω ελόγου μου, έτσι και πλερωθώ βέβαια καλά, να βρω τα γονικά της Αφρούλας, έτσι λεν μαθές το κορίτσι. Ασυμφωνάς;

Η ενδιάμεση θέλησε να γαϊδουροδεθεί, μην πάει τζάμπα ο κόπος.

— Μετά χαράς, βροντολάλησε ο Τζίμης και η μούρη του πήρε χρώμα.

— Μπας εννοάς ’κείνη την ασήκωτη, κερά Χαρούλα, παρενέβη ο καλός φίλος, ο Θράσος.

— Ε, καλά τώρα, έχει πάρει κάποια παραπανήσια κιλά λόγω καθαρού αέρα τώρα εσχάτως η νιά, δε λέω, αλλά είναι αληθινή νομπλέτσα, σας βεβαιώ κύριε Θράσο …

— Κι από … μπακίρια πώς πάμε;

— Διαθέτει πλην των άλλων και αμπελάκι προικώον μητρός να ξέρετε! Νοικοκυρά δε παραδοσιακή και με προσόντα … στο κρεβάτι, συμπλήρωσε φιλώντας με θαυμασμό τα ακροδάχτυλά της.

— Άσε να συσκεφτούμε με τον αδερφό Τζίμη κι αποφαινόμεθα.

— Καλά, καλά. Εγώ είμαι ’δω άμα με το καλό τ’ αποφασίσετε …

Σαν μείνανε μόνοι οι δυόνε τους, ο Τζίμης δεν κρατιότανε.

— Τηνε παντρεύουμαι, Θράσο, ασυζητητί. Βαρέθηκα τ’ αζαπιλίκι.

— Περίμενε ρε να την γραδάρεις πρωτίστως. Δε θα πάρεις γουρούνι στο σακί. Να συλλέξουμε και πληροφορίας …

— Ασυμφωνώ μαζί σου.

— Άντε τώρα σκάσε μου ένα πενηντάρι, να μην τρώω απ’ τα έτοιμα και η ώρα η καλή.



Το ίδιο κιόλας απόγευμα φόρεσε ο Θράσος το σοκολά κοστούμι του, το μονόπετο, τοποθέτησε στη μπουτονιέρα του ένα μενεξέ λιλά … απ’ τη γλάστρα της κυράς Παρασκευούλας, που μοσκομύριζε, ντύθηκε κι ο Τζίμης στο σκούρο σαν υποθηκοφύλακας, αγόρασε μισό κιλό κουρκουμπίνια μελωμένα στο χαρτί του Λατίνα, και οι δυο φίλοι το πήρανε ποδαράτο για τη Φλέβα.

Φτάνοντας είδανε φωταψίες σε όλα τα γύρω σπίτια και γειτόνους να τους κοιτάνε χαρούμενοι και να ψαλμουδίζουνε: «Ιδού ο νυμφίος έρχεται».

— Να είσαι σοβαρός Τζίμη, τον ορμήνεψε ο Θράσος. Άφησε καλύτερα εμένανε να κάνω παιχνίδι … λόγω προϋπηρεσίας.

Στο σπίτι οι γονιοί της Αφρούλας δεν ξέρανε πια πώς να τους περιποιηθούνε. Είχανε ανάψει και την πλαφονιέρα στην είσοδο.

— Περάστε, περάστε. Ορίστε στο σπιτικό μας …

Ο Θράσος μπήκε πρώτος με δεύτερο τον Τζίμη.

— Τι κάνετε, καλησπέρα σας. Φέραμε κι αυτά τα σοροπιαστά για πάρτη σας …

— Δεν ήτανε ανάγκη να ξοδευούσαστε, καλέ …

Τους μπάσανε στα ενδότερα και τους βάλανε να κάτσουνε μπάρα μπάρα (δίπλα – δίπλα) στον καναπέ της σάλας.

— Θα πάρετε ένα λικεράκι μέντα να σας προσφέρουμε;

— Ελόγου μου ποτές μου δεν πίνω, δήλωσε ο Τζίμης, για να δείξει εγκράτεια.

— Καλώς, όπως εσείς προτιμάτε, απάντησε η μητέρα και του έψησε ρίγανη.

— Δε φέρνετε τώρα και την κοπελιά να πάρουμε παραμάζωμα, ρώτησε ο Θράσος.

— Είναι καλέ, απασχολημένη στας κουζίνας. Σας τηγανίζει κάτι τζιεράκια … μμμ!

Εντός ολίγου άρχισε να σπα ο πάγος, καθώς ο Θράσος είχε … μεσιάσει το μπουκάλι με το ποτό που είχε μπροστά του! Πλέον είχε γίνει λαλίστατος και αφηγήθηκε μια ιστορία του απ’ το στρατό.

— Αχ, έχταχτα τα λέτε!

— Αι σπουδαί βλέπετε …

— Και με τι χιούμορ, Θε μου! Ο φίλος σας από ’δω με τί επαγγέλλεται;

— Αχτήμων καλλιεργητής εκ των πλέον επιφανών. Σημαίνον πρόσωπον!

— Μεγαλοτσιφλικάς σα να λέμε, διευκρίνισε ο Τζίμης, με την κρυφή ελπίδα πως θ’ ανέβαιναν οι μετοχές του έτσι.

Στο άκουσμα τούτο οι κηδεμόνες δαγκώνουνε τη μασιά αναμμένη και τρίβουνε τα χέρια τους.

— Και να ξέρετε, εμείς το κορίτσι μας δεν το δίνουμε όπου κι όπου. Ως εχ τούτου το ψάξαμε πολύ με τον άντρα μου προτού ενδώσουμε. Προηγήθηκε οικογενειακό συμβούλιο.

— Πέσατε στον κατάλληλο μνηστήρα, υπερθεμάτισε ο Θράσος, καθώς άνοιγε το μπουκάλι με τη μαστίχα, δεδομένου ότι η μέντα … είχε ήδη σκουλάρει!

— Βέβαια, είχε και μία ατυχία το κοριτσάκι μας, πήρε το λόγο ο πατέρας, που μέχρι τότε τηρούσε αιδήμονα σιγή.

— Μα τι είναι αυτά, που κάθεσαι και λες τώρα στους κυρίους Ανέσπερε, χαμογέλασε νευρικά στο σύζυγό της η μάνα, ενώ συγχρόνως του πάταγε με δύναμη το πόδι.

— Όχι, όχι, Πανωραία μου. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους! Που λέτε αγαπητοί μου, η θυγατέρα μου είχε ένα άτυχο γεγονός … στον πρώτο της γάμο. Ο άντρας της, εργατικό παιδί, δε λέω, φωτιά θα πέσει και θα με κάψει, αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε …

— Απ’ την καρδιά του μήπως, ενδιαφέρθηκε ανήσυχος ο Τζίμης, φοβούμενος … μην πάθαινε κι αυτός τα ίδια!

— Όχι, πήγε από ένα απλό κρυολόγημα …

— Ουφ! Πέστο άνθρωπέ μου, μην τρέχει ο νους μας στο κακό, αναστέναξε ανακουφισμένος ο Θράσος, ο οποίος στο αναμεταξύ είχε τσακιρωθεί απ’ τα ηδύποτα.

— Περιττόν να σας αναφέρω, πως η Αφρούλα μας περιέπεσε σε κατάθλιψη βαριάς μορφής και για εφτά μήνες δεν ήθελε να δει άνθρωπο, μέχρι τη στιγμή, που εσείς μας κάνατε τη χαρά και την τιμή και φωτίστηκε το σπιτικό μας.

— Ό,τι μέλλει δεν ξεμέλλει, δάκρυσε ο Τζίμης.

— Πες και κάτι ευχάριστο στους ανθρώπους, χριστιανέ μου. Τους μαύρισες την ψυχή! Όμως ας τ’ αφήσουμε όλα αυτά προς ώρας και κοπιάστε να πάρουμε ένα μεζέ.

— Γουστάρω, σφύριξε ο Θράσος, υπό το κράτος τρομώδους παραληρήματος λόγω μέθης.

— Έχουμε σφάξει πουλερικά για την περίπτωση, είπε η μάνα, κοιτώντας ανήσυχα τον άντρα της.

Ταυτόχρονα ακούστηκαν απ’ το μέρος της κουζίνας δυνατές κραυγές και αγκομαχητά.

— Βοήθεια, καλέ γονιοί, τρεχάτε γιατί … έχω φρακάρει …

Γεμάτοι αγωνία όλοι σπεύσανε και βρήκανε την Αφρούλα … σφηνωμένη στη ντουλάπα, αλλά ντυμένη στην τρίχα με βραδινό ένδυμα μπορντό ρουά και κορδέλα ασορτί στα μαλλιά της.

Κουνούσε απεγνωσμένα χέρια και πόδια, ενώ το περιεχόμενο του τηγανιού και η σαλάτα του σεφ είχανε αδειάσει καταγής. Και το κυριότερο, το βάρος της ξεπερνούσε τα εκατόν είκοσι κιλά!

Οι δικοί της προσπάθησαν να την ξεφρακάρουνε, αλλά οι προσπάθειές τους απέβησαν μάταιες!

— Δεν πειράζει καλέ, δικαιολογήθηκε η μάνα. Και η ντουλάπα … προίκα της είναι!

Τότε Θράσος και Τζίμης, μπροστά σ’ αυτό το αποτρόπαιο θέαμα βγήκανε περίτρομοι στο δρόμο, μέσα σε καταιγισμούς ύβρεων προς το γαμπρό, για αθέτηση υποσχέσεως.

— Παλιάνθρωπε, ελεεινέ!

Ξαμολήσανε και κάτι σκυλιά στο κατόπιν τους.

Τους πήρε η κατηφόρα και ξαποστάσανε μπροστά στην ταβέρνα του Μυκονιάτη.

— Τύχη βουνό είχες, ρε Τζίμη, που δεν πήρες … το όρος Σινά για γυναίκα, είπε ο Θράσος λαχανιασμένος.

— Λάθος κάνεις, φίλε μου. Τύχη βουνό θα είχα άμα … την έπαιρνα, τον τάπωσε ο Τζίμης, που όλοι τον θεωρούσανε νεραϊδοπαρμένο!