Συριανές Ιστορίες

ΣΥΡΙΑΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΤΟ ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ

Κείμενο Τάκη Κυριτσόπουλου

  • Θράσο, σταυραετέ μου, μπορεί να σου γίνομαι φορτικός ώρες-ώρες, αλλά θέλω να δώκω μεγαλύτερη αίγλη στον τελικό, που θα γίνει την Κυριακή στο Καρνάγιο, είπε ο Ζεβανζέλ καθαρίζοντας συγχρόνως με ένα σπιρτόξυλο τον τραπεζίτη του.
  • Τείνω ευήκοον ους, πατέρα…
  • Έμαθα πως ήρχε κάποιο μαγκιόρο τσίρκο, ροντέο, λούνα παρκ, όπως θέλεις πες το και δώνει παραστάσεις στην αλάνα της Κοίμησης. Ποθυμώ διακαώς τη συμμετοχή του βαριετέ αυτουνού στον τελικό! Με το αζημίωτο δίχως άλλο. Πάρε αυτά τα ολίγα και ξαμολήσου. Θέλω νούμερα και σόου.
  • Έπεσες στον κατάλληλο άνθρωπο, πατέρα! Τρέχω κατά κείθε πάση δυνάμει…

Την ίδια στιγμή μπήκε στο δωμάτιο η Ερνούλα.

  • Βαγγέλη, πώς τακιμιάζεσαι με τέτοια άτομα; είπε δείχνοντας με το μεσαίο δάχτυλο τον Θράσο…
  • Ερνούλα, συ να κοιτάς τη δουλειά σου και την τύφλα σου…
  • Βρε, θα τονε στείλω αυτόνα να κοιμάται … στα χαρτόκουτα…
  • Ντροπή σου και αίσκος σου…
  • Βρε, θα τονε βάλω να κάνει … φορολογική δήλωση, φώναξε για τον Θράσο, που έσπευσε να ξαφανιστεί δρομαίως!

—–

Το ξακουστό λούνα παρκ καταυλιζότανε σ’ ένα μεγάλο ξέφωτο και το περικλείανε φορητά κιγκλιδώματα πανταχόθεν. Ανάμεσα στα δέντρα του πάρκου βρισκόντουσαν αλόγατα, καρουσέλ, κούνιες, τραμπάλες, ο γύρος του θανάτου και οι μεγάλες ρόδες που σε πήγαιναν αψηλά. Ακόμα υπήρχαν συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, ταχυδαχτυλουργοί, μαριονέτες, καραγκιόζης, κουκλοθέατρο, μάγοι, φακίρηδες και ιλλουσιονίστες.

Ο Θράσος έπαιξε στη σκοποβολή «δυό φράγκα αι πένται βολαί», σημάδεψε «διάνα» και κέρδεψε κούκλα ομιλούσα!

—–

Στο βάθος, σε ημικυκλική διάταξη, είχανε στηθεί αντίσκηνα διαφόρων μεγεθών και αποχρώσεων και κάποιος ντυμένος κλόουν, κρατώντας ροκάνα στο χέρι, ξεναγούσε το κοινόν:

  • «Στο τσαντίριον τούτο, κυρίες και κύργοι οι δράκοι, αι μάγισσαι και αι νυχτερίδαι, που κόβουνε την ανάσα!

Πιο πέρα η σκηνή με έμβρυα εμφιαλωμένα, όφεις και κόμπρες βασιλικές, το οφίδιον τούτο ο Διαμαντής, το ασώματον τέρας το εχ μητρός μουλάτας και πατρός αλιγάτορος, η κορασίς άνευ χείρες, που κεντεί με τους πόδες, η ασώματος κεφαλή άρτι ελθούσα εξ Αφρικής, το τέραν, το κήτος, ο κροκόδειλος εχ του Ορινόκου… Σιβηρίας και ο φακίρης εξ Ινδιών, που βγάζει τους οδόντες του και φυτρώνουνε … ραπανάκια! Όστις δε θαγμάξει, θα πάρει πίσω το δίφραγκό του περικαλώ…»

Ο Θράσος αγόρασε να φάει ένα «μαλλί της γριάς», ακούγοντας τις κλαπαδούρες (μουσικές), που παίζανε σουξεδάκια του συρμού. Προχώρησε στα ενδότερα όπου υπήρχε ένα μεγάλο κιόσκι με την επιγραφή στην είσοδο: «Ντοχτόρ ο Αράπης, Μέγας Μάγος εκ Σενεγάλης. Γενική είσοδος δραχμαί πέντε».

Αποφάσισε να εισέλθει εντός … κι ας πάει και το παλιάμπελο, σκέφτηκε. Δε βρίσκεις καθημερινά μάγους εξ αλλοδαπής!

—–

 

Ο πορτιέρης βαράει προβατοκούδουνο και εμφανίζεται ο δόκτορας με σαρίκι και κελεμπία, υποκλίνεται εδαφιαία στο νοήμον κοινόν και αρχινά να βγάζει τσιγάρα απ’ τα δάχτυλα και να τρυπά με το σπαθί τραπουλόχαρτα. Ο Θράσος εξανίσταται και με το δίκιο του.

  • Το έργο το ’χουμε ξαναδεί στα θέατρα της γυροβολιάς. Ύποφτα πράματα λέω εγώ…
  • Σιωπή, κύριος, φωνάζει ο πορτιέρης. Έπονται τα υπνωτικά…
  • Δώκαμε ένα κάρο κέρματα και έχουμε απαιτήσεις…
  • Ο Ντοχτόρ είναι εξπέρης!

Ο Μέγας Μάγος άδραξε τότε απ’ το τραπεζάκι ένα ημίψηλο μαύρο κλακ και με αέρινες κινήσεις προσπάθησε να βγάλει από μέσα του ένα κουνέλι.

  • Χόκους – πόκους, άρχισε τα ταχυδαχτυλουργικά του, αλλά η προσπάθειά του απέβη άκαρπη και άρχισε να ιδρώνει.
  • Ξαναχόκους – ξαναπόκους, επανέλαβε χώνοντας τη χερούκλα του πιο βαθιά στο καπέλο. Μηδέν το αποτέλεσμα!
  • Ρε, μαναξαναχόκους – πόκους, βρυχήθηκε με απόγνωση τάζοντας νοερά πίτα στη μάνα του Αϊ Φανούρη…

Όμως, το χέρι του ξαναβγήκε πιο άδειο … κι απ’ την τσέπη του Θράσου, οπότε ανθίστηκε, πως ο λαγός, που είχε … ταψιάσει το πρωί ο Ζήσης ο Κελαηδίστρας, ο τσιλιαδόρος της επιχείρησης, είχε άμεση σχέση … με το δικό του εργαλείο!

  • Έγινε … λαγός, ανακοίνωσε με ετοιμότητα και το κοινό ξέσπασε σε παλαμάκια, για το ευφυολόγημα του Μάγου!

Ταυτόχρονα ο Θράσος βγάζει χάχανο χοντρό.

  • Περικαλώ όπως σταματήσουν οι γέλωτες στο ακροατήριον, καθότι απρεπές, έκανε παρατήρηση ο Ντοχτόρ … σε άπταιστα ελληνικά!

Ο Θράσος ξακολουθούσε να γελά τρανταχτά.

  • Εγώ ρε, αγρίεψε ο ταχυδαχτυλουργός, πλερώνομαι για να κάνω τον καραγκιόζη! Εσύ πώς τονε κάνεις αμισθί;
  • Καθότι μόρτη μου, εγώ τυγχάνω ερασιτέχνης καραγκιόζης, ενώ εσύ είσαι … επαγγελματίας!
  • Πώς και ξεστόμισες παρόμοιαν ύβριν;

Σαλτάρησε ο Μάγος κάτω απ’  τη σκηνή και απειλήθηκε καβγάς. Όμως, σαν ήρθανε βιζαβί ακούστηκαν έκπληκτες κραυγούλες εκατέρωθεν.

  • Ρε συ … Θράσο;
  • Χάρη, αγόρι, εσύ; Πώς κι απ’ το μαχαλά μας;

Φιλήθηκαν από απόσταση σαν … συμπεθέρες. Γνωριζόντουσαν, βλέπεις, παλαιόθεν και ανοίξανε φεγγίτη…

  • Ποιός είναι ρε, τσιρίμπασης στην επιχείρα, αρώτηξε ο Θράσος.
  • Ο Μέμος ο Φαλτσέτας, μέγας και βαρύς με δέκα φόνους στο ‘νεργητικό του και είκοσι χρόνια στενή κατά ‘σαγγελέα μεριά!
  • Και συ τι βιολί βαράς;
  • Ελόγου μου και ο Καρφίτσας τσιράκια του πιστά. Εμένα με έχει και βαθμοφόρο.
  • Και είναι πολύ ματσό ρε, ο γέρος;
  • Με πορτοφόλα στην ώρα της!
  • Δεν πάμε να του πούμε μια καλημέρα;
  • Πρέπει να ‘χεις βάση για να μπουκάρεις στο μπερντέ του…
  • Μπας πρέπει να κάνω αίτηση;
  • Αμάν, ρε Θράσο. Άντε πάμε γιαβάς – γιαβάς, καθόσον τυγχάνει και σερέτης!
  • Αβάντι, επανέλαβε χαρούμενος ο Θράσος, καθώς ξανάβρισκε όλη την άφρα της λέρας!

—–

Στη σκηνή του Φαλτσέτα ύπαρχε για μπουζουριέρα ένα ταμπελάκι με την επιγραφή: «Προσοχή Άδυτον» και απόξω ένας … ασταμπάριστος έκοβε βόλτες.

Τα δύο τακίμια Θράσος και Χάρης Άχαρος σούρανε την κουρελού με τα κρικέλια και μπήκανε εφενός ζυγού.

  • Πώς και εισέρχεστε ρε, άνευ χτύπος, ζοχαδιάστηκε από μέσα ο μεγάλος.

Αργούσανε να του ‘τοιμάσουνε την κολοκύθα ν’ ανάψει … το τρομπόνι για την τσίκα του και ήτανε βαρύς και μολυβάτος! Ο σιδερομαστούρας αυτός παρέπεμπε φυσιογνωμικά στον Φέρμα τον κωμικό, καλύπτοντας τη γκλάβα του με καβουράκι μαύρο της χλίψης χταποδοφωλιά, μοστράριζε σουρτούκο ριχτομάνικο, στιβαλάκι μονόκοπο, λαιμοδέτη στον ορθό αχταρμά, παντελόνι τζογέ με τρία δάχτυλα πανωρέλιασμα, καδένα ‘πισκοπική στο γελέκι, ζουνάρι σατέν με τα σιδερικά του στην πένα και μπεγλέριζε κεχριμπαράτο άνευ φούντας. Μόλις έκανε σούρντισμα στο Θράσο επακολούθησε τζερτζελές!

  • Βρε ακάθαρμα! Έλα να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, ρε κερχελέ!

Κάνανε τις χαρές τους αμοιβαίως και ο Φαλτσέτας ξαπόστειλε τον Άχαρο, να πα να δει αν ανθίζουνε τα ζακούμια.

  • Θράσο μου, τι να σε τρατάρουμε; Ακερνάω ροσόλι …
  • Βάλε κάτι πιο βαρύ για τα πρωϊνά αγιάζια, μεγάλε …
  • Κερνάω και οινοπνεύματα άμα λάχει …
  • Μέχρι και βεντουζόσπιρτο πίνω! Τον Κελαηδίστρα τι τον έχεις;
  • Παιδί του θελημάτου είναι, αλλά λάδι μηδέν βαθμού! Αυτός δεν έχει κάνει φυλακή … μήτε στο στρατό! Και ενίοτε τονε γιαπτιρντίζω μαζί με τον Καρφίτσα τον Πίπη και κάνουνε κάνα νούμερο. Πε μου τώρα, πώς πάνε τα δικά σου μπουτσουξουλούκια;

Ο Θράσος τσιγαροβήχει και ανακοινώνει τα κάτωθι:

  • Άστα, ρε μεγάλε και έχει βαρέσει η τσέπη μου εσπερινό!
  • Πιάσε αυτά τα αχαμνά, έτσι περί πασατέμπο …
  • Αφ’ το Θεό να το ‘βρεις …
  • Ολοκλήρωνε …

Ο Θράσος τότες τον παίρνει ρίγανη και του κάνει φανέρωση.

  • Άκου· καταπίνω τα βράδια το σάλιο μου για να χορτάσω!
  • Άτιμη τύχη και μοβόρα!
  • Τσάρδεψα κι εγώ σ’ ένα σπιτάκι γειτονίστικο με κότες στην αυλή …
  • Το ‘ποστηρίζω …
  • Προς το παρόν, όντας ξέμπαρκος, είπα να ρίξω ένα δεσμό και να δώκω μια υπόσκεση κατά πως τσερκιάζει σε ασίκη του ονομάτου μου και της μαγκιάς μου!
  • Η μαγκιά είναι τίτλος τιμής και δε σηκώνει αντίβαρο!
  • Ως εχ τούτου και αποβλέποντας σε μια καλυτέραν αύριον κάνω τη μπάμια τη γιαχνιστή και τις εσπέρες ταβανιάζομαι με τις κότες…
  • ‘Λαδή, από μόρτης … καληνυχτάκιας; Φύρανες, Θράσο, έχω να λέω!

—–

Βαρέσανε δις το καμπανάκι του μπερδέ και μπουκάρανε στο αντίσκηνο Χάρης Άχαρος και Ζήσης Κελαηδίστρας ή τερτιπτζής, μεταφέροντας το ναργελέ του αφεντικού. Ο Θράσος απόρησε.

  • Χασίσι ειν’ αυτό;
  • Όχι σπανακόπιτα …

Ο Θράσος είχε προ ολίγου δει τον παλιόφιλο τον Άχαρο. Τον άλλονα τον έκοβε πρώτη φορά. Γίνανε οι δέουσες συστάσεις και ανταλλάξανε ταυτότητες, ίσαμε να τελετουργιαστεί ο λουλάς. Ο σισές ήτονε τσινένιος στο χοκά του, ανατολίτικης προέλευσης με μεταξένιο μαρκούτσι, χοντρή τζιβάνα και φιλντισένιο μαμέ στο τελείωμα. Τον ανεβάσανε σε μπρούτζινο σκαλιστό μπουχουρντάνι και άναψε τη φουντανέλλα ο Κελαηδίστρας, καθ’ όν χρόνον ο Άχαρος πάταγε το τουμπεκί να στρώσει.

Αρχένεψε γουρ-γουρ να φουμάρει τη λουλακιά του ο αρκουδόμαγκας, γουργούλιασε το νερό στην κανάτα, ξαναρούφηξε μια πιο γεμάτη και τον έκανε πέρα.

  • Α, πάρτε τον από δω, ρε. Δαύτος είναι σκέτος μπογιαμάς για κακαβάνηδες. Φτου κακά!
  • Μα σου ανάψαμε κουμπαρά φίνο πράμα, κερένιο της Προύσας, άρτι παραληφθέντα απ’ τα ανατολικά χώματα, αρχηγέ …

Ανάσανε άλλη μια τσίκα χωρίς να σαλιώσει τη τζιβάνα ο μεγάλος και απεφάνθη:

  • Ακούς ρε, που σου αμιλάω; Δαύτο δε σε πιάνει ούτε στον πονόδοντο, Άχαρε! Αδοκίμασε συ και πε μου …

Ρούφηξε τρεις καπάκι ο Άχαρος, αλληθώρισε και το ‘κανε σκυταλοδρομία στους άλλους, που ‘τανε χαρμάνια …

  • Πιέστε, μάγκες …
  • Αμέτε τώρα φτιάχτε μου μια νταμίρα της ορθής κεφάλας …
  • Μάλιστα, αφεντικό, και τρέχουμε …
  • Έφτυσα …

—–

Μόλις σπάσανε τα τσιράκια, ο Θράσος ξαναπήρε το λόγο.

  • Να φανταστείς, μέγιστε, πως ο πεθερός μου ειν’ ανθρωπάκι που το χειραγωγώ, και ενώ αυτός κουβαλάει καθημερινώς αίγα στο δίχτυ, που λέει ο λόγος, εγώ κατσαριδοεκτρέφομαι!
  • ‘Λικρινά μου ραΐζεις τα μέσα μου, ρε Θράσο! Τι μάσησες για μπρέκφαστ;
  • Εχτός από … ένα πασουμάκι της Ερνούλας στο τσερβέλο, μια γωνίτσα τσιτσέρι …
  • Ρε Άχαρε, φώναξε ο Φαλτσέτας …
  • Διαταγάς …
  • Α, πιάσε ούζα δύο με τα παρελκόμενα, ρε κοπρίτη. Φέρε και τίποτις θαλασσινά να φτιάξουμε οισοφάγο …
  • Αφιγιέτ οσλούν …
  • Ακόμα εδώ είσαι;
  • —–
  • Με την πεθερά σου πώς τα παγαίνεις;
  • Μη μου ξένεις τώρα πληγές … Από το κακό στο χειρότερο! Αλλά θα σου τη σεντονιάσω ‘γω αυτήνα. Θέμα χρόνου είναι …
  • Ρίχτεις και συ, καημένε, δυό μπιστολιές στα ποδάρια …
  • Μου βάζεις ιδέες τώρα … Αλλά όχι. Θα με τρέχουνε μετά στο πενταμελέ και δε γουστάρω …

Ο Φαλτσέτας πάραυτα φωνάζει και συστήνει τον πεχλιβάνη του.

  • Από δω ο Λάζαρος ο Αρκούδας, που λυγάει σίδερα στα πανεγύρια και αλείβεται με σπορέλαιον Μυτιλήνης απ’ το καλό. Δώστου διάτες.
  • Τι γερεύεις, ρε Λάζαρε, να μου τηνε κάνεις ίσαμε ένα άλογο;
  • Τόσα να σου την τσιροτιάσω, τόσα για τα επείγοντα περιστατικά και τόσα να στην κασονιάσω! Εσύ διαλέγεις και παίρνεις …
  • Κάνει και ευκολίες πλερωμής το παλικάρι, συμπλήρωσε ο Μέμος.
  • Άσε, θα την καρβελώσω εγώ …
  • Πάντως, Θράσο, το πεχλιβανάκι μου έχει πολύ αλαφρύ χέρι! Για ‘δοντογιατρός κάνει! Αλήθεια τώρα, με το άλλο πώς τη γαζώνεις;
  • Αν υπαινίσσεσαι το σεξουαλικόν γενικώς, ψόφια πράματα και σκέτη από γιουβέτσι! Με τη Ζία τρεις φορές ξαπλώσαμε, τρία παιδιά κάναμε!
  • Μη σεκλετίζεσαι καρντασάκι. Γουστάρεις … ένα «πατητό»; Φουμάρεις από δαύτο δυο ρουφηξιές και χορεύεις αρκουδιάρικο!
  • Ποτέ εν ώρα ‘περεσίας …
  • Ίσα καημένε, μου βαριοφαίνεται να σε γλέπω μπακούρι! Θα δω τι μπορεί να κάνω με καμιά της ακροβασίας εχ του καταστήματος. Δε μου ανάφερες όμως ακόμα … περί μπαγιόκο …
  • Στεγνός, σαλιγκάρι και πέφτω στη γόπα καθεκάστην …
  • Τουτέστιν … του χασαπόχαρτου;
  • Και βάλε! Δια ταύτα ήρχα σε σένα πό ‘χεις τ’ αλόγατα …
  • Την ορθή στράτα πήρες! Εγώ ενταύτα και δέκα σεντόνια του «καφέ» παντιάζω το μερόνυχτο. Κονόμες αθεόρατες!
  • Λάσπωσέ μου το να πάρω αντιλαβού, ένεκα φτωχός τω πνεύματι …
  • Αφουγκράσου και βγάλε τάρα. Το βαριετέ το ‘χω για … μπουζουριέρα, έτσι για να ‘ρχονται τα μπιρσίμια να τέρπονται. Στα ενδότερα όμως στρώνω κουβέρτα χνουδάτη, για να συνωθούνται οι μακαντάσηδες και να μολάνε τις κοκκαλιές τους! Αντιλαβού;
  • Σακουλετζέμ! Σα να λέμε κηβεία επί το ‘πιστημονικόν, κοινώς κουμαρχανές περί πασσέτα και μπακαρά …
  • Μέσα είσαι, γι αυτό σε καμαρώνω, Θράσο μου!
  • Όχι ακόμα «μέσα», αλλά όπως πάω δε την σκαπουλάρω …
  • Το λεπόν· περί σούρουπο μεριά αναρτώ ταμπέλα όξω απ’ το αψηλό αντίσκηνο «Κλειστόν λόγω φόρτου» και δρω ως βαμπίρ στο σκότος! Λόγω τώρα, που ενδιαφέρομαι για ένα … λαμόγιο της ‘μπιστοσύνης μου, απευτύνομαι στην πάρτη σου …
  • Και ‘γω τι μασάω απ’ τη φτιάξη;
  • Θα ‘χεις τη χαρτζιλίκα σου γιομάτη, θα ‘χεις τα ρεπά σου, σου ανοίγω και βιβλιάριο στο ΙΚΑ ενδεχομένως. Άντε και το ένα στα τρία εχ του βιδανίου, ρε!
  • Κωλύομαι ένεκα ανειλημμένων ‘ποχρεώσεων. Όμως για άλλο πράμα ήρθα να σου κάνω παρακάλεση, αλλά ενδρέπομαι …
  • Ρε;
  • Έχει καλώς και μ’ έπεισες. Την Κεργιακή δώνουμε στο Καρνάγιο αγώνα ζωτικής σημασίας και ο ψωνάρας ο πεθερός μου ορέγεται να παρουσιάσει «χάπενινγκς» και τα συναφή, θέλων να πουλήσει πρόσωπο …
  • Τότες να πάρω τα παιδιά και να ‘ρχουμε για ‘νίσχυση.
  • Δεν αρκούμαι. Θα ‘θελα να μου τσούρμιαζες περί ώρα πέντε το απόεμα δυό ντουσουρμέδες σαλτιμπάγκους και φακίρηδες για ένα σετ μαγικά …
  • Μένω κρεμαστός, Θράσο και να το αλησμονήσεις …
  • Στην ανάγκη στείλε μου κι απ’ τα δεύτερα. Δε θα χαλάσουμε τις καρδιές μας τώρα …
  • Συσκέφτομαι … με τον εαυτό μου και αποφαίνομαι αυθημερόν …
  • Θα γράψω τ’ όνομά σου ως σπόνσορα στις φανέλες …
  • Πώς τα καταφέρνεις ρε, και με τουμπάρεις; Άντε να σου στείλω το μουζικό τμήμα με τις λουλούκες και τις φαμφάρες …
  • Θα σε ‘βγνωμονώ στο διηνεκές …
  • Καλά, καλά, έλα να σε ξεναγήσω τώρα στα πέριξ …
  • Μαζί σου και στην άκρη του κόσμου!

—–

Λαός και ντουνιάς είχε συναθροιστεί σε όλους τους χώρους του λούνα παρκ. Μανάδες με μικρά παιδιά, αργόσχολοι και συνταξιούχοι. Είχανε έρθει μάλιστα και δυό κατηχητικά με τους παπάδες τους. Ξάφνου ακούστηκε μια εκκωφαντική μουσική απ’ το κεντρικό αντίσκηνο:

  • «Άμα καπνίζει ο λουλάς, εσύ δεν πρέπει να μιλάς».

Ο Κελαηδίστρας είχε ανοίξει κατά λάθος τα μεγάφωνα!

Πολλοί συγκεντρωμένοι κάνανε το σταυρό τους.

  • Τι είναι δω, λούνα παρκ ή καφέ αμάν λιμένος;

—–

Καθώς Θράσος και Φαλτσέτας περπατάγανε με το σαλελέ τους και ακκιζόντουσαν αναμεταξύ τους, πήρανε μάτι τον Καρφίτσα να μεταφέρει τον ναργελέ του αφεντικού αναμμένο και τους Άχαρο και Κελαηδίστρα ν’ ακολουθάνε «λιτανεία», κουβαλώντας μαρκούτσι και μαγκάλι. Τον είχανε περιποιηθεί δεόντως τώρα με φούντα Καλκούτας άλφα πράμα!

Οι επισκέπτες κοιτούσαν άναυδοι και σταυροκοπιόντουσαν!

  • Έτοιμος ο λουλάς σας, κύργιε Φαλτσέτα. Κοπιάστε για τη ντρόγκα σας περικαλώ …
  • Δεν τονε γλέπω για σόι, ρε σκυλιά …
  • Πού να βρούμε το καλύτερον;
  • Τώρα ρε, τόνε θυμηθήκατε; Αμέτε βάλτε τον στο πισυγείον …

Τα τσιράκια απομακρύνθηκαν δείχνοντας απαρέσκεια …

  • Τον παλιόγερα, ρε Καρφίτσα, που μας παριστάνει τον κάργα!
  • Ας όψεται η αναδουλειά … Τι ήτονε δηλαδή ελόγου του; Ένας παπατζής άνευ τραπεζάκι …
  • Και τώρα δεν πατά τη Γης!
  • Μη φωνάζεις ρε, γιατί θα αφτιαστεί και θα μας κουσουμάρει στιλέτο τσιτσιλιάνικο με σούστα …

Στο αναμεταξύ ο μεγάλος έκανε έμπα τον Θράσο στο αντίσκηνο της μπαρμπουτιέρας.

  • Ρίγνεις ρε, καμιά κοκκαλιά … για το γούρι;
  • Την ασβουρίζω άμα και λάχει …

—–

Στο εσωτερικό του τσαντιριού υπήρχανε κατάχαμα τρεις βελέντζες γύφτικες απ’ τις φτηνιάρικες και οι μπιστικοί ρίχνανε τα κόκκαλα σερβί, ρελάνς, τσέρτο, τίρο, πασέτα και μπαρμπούτι. Ο χώρος είχε ντουμανιάσει απ’ τους καπνούς είκοσι και περιπλέον ανοματαίων.

  • Βάλτε να πάνε, μάγκες …
  • Ας ρίξω κι εγώ μισή ντουζίνα κοκκαλιές, σκέφτηκε ο Θράσος στηριζόμενος στην καβάντζα, που του ‘χε δώκει ο Ζεβανζέλ …
  • Να αμολήσουμε μια ζαριά;
  • Πως, περικαλώ …

Φτάνουνε στα χέρια του … τα οστά, τα ζυγιάζει μην έπεσε σε τίποτα καραγκιοζάκια φτιαχτά, τα μπεγλερίζει και ρίγνει ντούσες! Κερδίζει, τραβάει ένα παρόλι και τα διπλασιάζει! Με τα ταύτα ξαναφέρνει ένα φαράσι και τους κάνει πούπουλο!

  • Η εύνοια της τύχης στον ατζαμή, ψιθυρίζει ο Άχαρος στο αφτί του αφεντικού.
  • Μη δώνεις βάση …

Οι χήνες πέφτουνε χαρτοπόλεμος απάνω στην κουβέρτα!

  • Ρίχτα μου έναν παρά πίσω, διατάζει ο Θράσος …

Του κάθονται έξι – πέντε …

  • Ασβούρατα παρόλι, ρίχτα σέττε …

Ξανακερδεύει, φέρνει άλλες δύο βόρτες όλη την κουβέρτα και κονομάει να ‘χουνε να τρώνε και τα ποντίκια του μαχαλά!

  • Αυτός είναι από σκληρή γωνιά, αδρεφάκι, αποφαίνεται ο περίγυρος.

Το αφεντικό σκάει γιαουρτίσιο χαμόγελο και δίνει διάτες στο σιγά στον Καρφίτσα.

  • Κάνε χτένι τα κόκκαλα κι αμόλα μέσα δυό καραγκιοζάκια …
  • Γένηκε, μπος …

Το παίγνιο παίρνει άλλη τροπή και ο Θράσος χάνει κάνα δυό πάσες καλές και μουφλάρει μέχρι στρίφωμα!

  • Φουντάρω τα ρέστα μου, δηλώνει. Ρίξε μου δυό μπρος και τρία πίσω. Πάω με κείνονα που τα ρίγνει …

Τα ‘χε ένας στεγνός, που τα γουργούρισε κι έφερε ντόρτια! Ο Θράσος μένει τσέρτος και ταψί αδειανό και ο Άχαρος του δίνει κουράγιο …

  • Μην το κρεμάς βαρύδι το πράμα, ρε μόρτη. Δε σε θέλει το ζάρι …
  • Την ξέρω ‘γω τη ρημάδα την τύχη μου!

Ο Φαλτσέτας τον παίρνει αλά μπρατσέτα και τον ξεναγεί στις τραμπάλες και στα αλόγατα …

  • Μη σεκλετίζεσαι ρε, για το γκαζέπι πό ‘παθες, τον παρηγορεί. Συ κερδεύεις στην αγάπη …
  • Η κουβέντα σου είναι βάρσαμο στην ψυχή μου …
  • Και που ‘σαι, σου δώνω το λεύτερο ν’ ανέβεις σε ούλα μου τα μασίνια δωρεάν.
  • Μετά, τον χτυπά πατρικά στην πλάτη και του σκάει χαμόγελα πέντε!